Τρίτη, 2 Ιούνιος 2009

Τα τσελιγκάτα της Βοιωτίας




























































































Τρίτη, 14 Απρίλιος 2009

Eξοχικὴ Λαμπρή

Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα.

Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι. Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» - οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος. Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των.

Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο. Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς. Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν. Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς». Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps».

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες. Ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις: «Παπᾶ, παπᾶ!...» (Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των). «Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά... κουβαλοῦν... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα... τὶς λειτουργίες... ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆμα... κι ἡ πεθερά του... κι ἡ παπαδιά...» Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του... ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος. Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του. Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη: «Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;» «Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω». Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του!

Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν. «Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα-Μηλιός. «Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα». Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν. «Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!» Καὶ λέγων ἔτρεχεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ. «Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε. Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο. Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του. «Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!» Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν. Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν. «Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;» Καὶ δὲν ἔπιε. Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν. «Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;» Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν: «Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς». Ἐπανέλαβε δέ: «Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν... συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του. «Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα». Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ. «Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!» Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον. Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν. Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων. Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς. Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα: «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα... Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!» Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας. Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων. Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς: «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!» Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν: «Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!». Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν. «Μπρόμ!» «Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!» «Μὲ κρασί!» «Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!» Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη. Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα! Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:

Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι ζωήν,
παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...» Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες! Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς. Ἐντούτοις ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται(;)», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!» Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

Τετάρτη, 25 Μάρτιος 2009

Ελευθερία ή Θάνατος

Η ομιλία του καθηγητού Διεθνών Σχέσεων κ. Παναγιώτη Ηφαιστου, που εκφωνήθηκε ως πανηγυρικός για την 25η Μαρτίου 2009 στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Ομιλία για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου
Πανηγυρικός – Πανεπιστήμιο Πειραιώς


Η ελευθερία ως θεμελιώδης αξίωση των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων των Νέων Χρόνων
Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
www.ifestosedu.gr - http://www.ifestosedu.gr/105%2025Μαρτίου.htm

«Ελευθερία ή θάνατος» είναι η φράση όλων ανεξαιρέτως των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων από τον 18ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Θα αρχίσω και θα τελειώσω με τον Ρήγα Φεραίο.
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή
»,
Έσχατη λοιπόν υπόθεση η ελευθερία. Όπως έσχατος είναι και ο θάνατος. Η επίδειξη αυτοθυσίας που τόσο συχνά καταμαρτυρείται προσδιορίζει και την Υπέρτατη θέση της ελευθερίας στην ανθρώπινη ζωή. Την φράση «Ελευθερία ή θάνατος» την ακούμε με τις ίδιες ή διαφορετικές λέξεις επί χιλιετίες. Είναι μια γενική κοσμοθεωρητική παραδοχή που ενσαρκώνει την αξίωση μιας κοινωνικής οντότητας να απαλλαγεί από εξωγενείς δεσποτισμούς και κατεξουσιασμούς.

Όμως, είναι συνάμα και αξίωση για δημοκρατία σύμφωνα με την ανθρωπολογική ετερότητά μιας κοινωνικής οντότητας. Βασικά, τονίζουμε, η Ελευθερία κλασικά νοούμενη, όπως για παράδειγμα ήταν φυτεμένη στο ιστορικό μυαλό του Ρήγα, δεν είναι μεταφυσική έννοια, άπιαστη, άυλη και υποθετική. Η Ελευθερία έχει τρεις χειροπιαστές όψεις: Την Ανεξαρτησία, την Δημοκρατία και την κορύφωση του πολιτειακού βίου με την κατάκτηση της Πολιτικής Ελευθερίας.

Με φιλοσοφικούς όρους, Ελευθερία είναι η απερίσπαστη απόλαυση της ανθρώπινης ετερότητας. Ετερότητα είναι η δυνατότητα μιας οντότητας να υπάρχει ως διακριτή ταυτότητα, μοναδική, ανόμοια, ανεπανάληπτη, να είναι δηλαδή ετερότητα ως προς καθετί που δεν είναι ο εαυτός της. Η αξίωση ελευθερίας, είναι, ουσιαστικά, η αξίωση μιας κοινωνίας να απολαύσει την ανθρωπολογική ετερότητά της όπως κτίστηκε χωροχρονικά.
Αξίωση αυτοθέσμισης, αυτοδιάθεσης, ισοτιμίας με τις άλλες κοινωνίες, εν ολίγοις, αξίωση μιας κοινωνικής οντότητας να είναι εθνικά ανεξάρτητη. Από τον 18ο μέχρι τον 20ο αιώνα είχαμε δεκάδες εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες κατά των αυτοκρατορικών και αποικιακών δυνάμεων. Συντομογραφικά θα δούμε τώρα την πολιτικοστοχαστική και διεθνοπολιτική συγκυρία αυτών των αγώνων ελευθερίας.

Διαδοχικά, με αφετηρία τον 15ο και 16ο αιώνα η αντί-θεοκρατία κατά του Ρωμαιοκαθολικού δεσποτισμού εξελίχθηκε σε αντι-μεταφυσικό κίνημα, το οποίο, τελικά, επηρέασε την πολιτική με τον εξής απλό αλλά καθοριστικό τρόπο: Πρώτον, οδήγησε σε μια υλιστική και συνάμα ιδεολογική νοηματοδότηση της ζωής στην δημόσια σφαίρα και δεύτερον, σε μια νοηματοδότηση της πολιτικής ενδοκρατικά και διακρατικά με όρους ισχύος.
Μέχρι και τις μέρες μας στις δυτικές κοινωνίες –της Ελλάδας μη εξαιρουμένης– σημαίνει μια ανένδοτη πάλη των διανοητικών ελίτ για εκδίωξη από την δημόσια σφαίρα όχι μόνο της θρησκείας αλλά και του πνεύματος, εν γένει.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, για να κατανοήσουμε την θέση της ελευθερίας ως κοσμοθεωρητικού αιτήματος, ως δηλαδή ενός εκ της φύσεώς του πνευματικού αιτήματος, απαιτείται να αντιπαραβάλουμε την κλασική-αριστοτελική νοηματοδότηση της πολιτικής με την νεοτερική.
Κλασικά-αριστοτελικά και ανθρωποκεντρικά νοούμενα, το Κοινωνικό γεγονός και το Πολιτικό γεγονός σημαίνουν περίπου τα εξής: Υπό συνθήκες Ανεξαρτησίας ως Υψηλοτάτης, Υπερτάτης και Εσχάτης πολιτικής και ηθικής αρχής, το Πολιτικό γεγονός είναι ο συλλογικός κατ’ αλήθειαν βίος στο πλαίσιο του οποίου μια ελεύθερη κοινωνική οντότητα αναζητά τον συλλογικό τρόπο ζωής.

Ένα συλλογικό τρόπο ζωής που θα είναι συμβατός με την ανθρωποκεντρικά θεμελιωμένη ετερότητά της. Στην κλασική εποχή, οι πολίτες, ασκώντας την καθολική αρμοδιότητα του εντολέα συγκροτούνταν Πολιτειακά ως Δήμος, όριζαν τους νόμους και ήλεγχαν άμεσα και καθημερινά την εφαρμογή τους.Κοινωνία και εξουσία ταυτίζονταν: Η ατομική και κοινωνική ελευθερία κορυφώνονταν σε πολιτική ελευθερία. Δηλαδή, πολιτική ελευθερία με την έννοια. Του αυτοκαθορισμού του ατόμου και πέραν του ατομικού του βίου και στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, tην πολιτειακή διασφάλιση του ρόλου των πολιτικοποιημένων πολιτών ως άμεσων εντολέων και τον προσδιορισμό της ελευθερίας με όρους όχι αυτονομίας της εξουσίας αλλά αυτονομίας των πολιτών-εντολέων που εμπλέκονταν άμεσα και καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα.

Έτσι, σύμφωνα με την κλασική-Αριστοτελική αντίληψη, ανθρώπινη ετερότητα, δημοκρατία και πολιτική ελευθερία είναι νοήματα οργανικά συναρτημένα σ’ ένα πνευματικό και συνάμα αισθητό Όλο, την Πολιτεία.
Το κλασικό σύστημα θεωρείται παραδειγματικό γιατί κατόρθωσε να ενσωματώσει τα πνευματικά κριτήρια και παράγοντες στον πολιτικό βίο και συνάμα να καθιερώσει το Ιδεώδες της Ανεξαρτησίας, όπως λεγόταν στην κλασική εποχή η Εθνική Ανεξαρτησία, ως θέσφατο και Υπέρτατη διαπολιτειακή ηθική αρχή. Το κλασικό σύστημα καταστράφηκε, υπενθυμίζω, όταν η Αθήνα δεν σεβάστηκε την Ανεξαρτησία των άλλων Πόλεων και είχαμε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Χωρίς να επεκταθώ στο Βυζάντιο λέω μόνο ότι, αν αντί σταυροφοριών μια μόνο ματιά στην Βυζαντινή Οικουμένη θα έκανε τους Δυτικούς της ύστερης Μεσαιωνικής φάσης να καταλάβουν ότι, για να έχεις πολιτική και μάλιστα κοσμοσυστημική, δεν χρειάζεται η «νιτσεϊκή θανάτωση του Θεού», ούτε βεβαίως χρειάζεται να οδηγηθούν στο αδιέξοδο του εκμηδενισμού του πνεύματος από την δημόσια πολιτική.
Ούτε ασφαλώς η μεταφυσική πίστη των ανθρώπων είναι συνώνυμη της Θεοκρατίας. Αυτές είναι θλιβερές υπεραπλουστεύσεις οφειλόμενες, στα πνευματικά τραύματα που προκάλεσε η Ρωμαιοκαθολική Θεοκρατία.

Βασική λοιπόν θέση μας είναι ότι τα έθνη του κόσμου τον 19ο και 20ο αιώνα εν μέσω της γιγαντομαχίας των διεθνιστικοϋλιστικών ιδεολογιών που δημιουργούσαν διεθνοπολιτικες συμπληγάδες, διεξάγωντας εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες αξίωσαν εθνική ανεξαρτησία για να ενσωματώσουν το πνεύμα τους στο δική τους ελεύθερη πολιτεία. Όμως, η νοηματοδότηση της πολιτικής με υλιστικούς όρους σήμαινε, εν τέλει, νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος.

Αφήνοντας κατά μέρος τους καλοπροαίρετους υλιστές φιλόσοφους των Νέων Χρόνων που φιλοδόξησαν «να θανατώσουν τον θεό» τονίζω τις εξής διεθνοπολιτικές συνέπειες της νοηματοδότησης της πολιτικής με όρους ισχύος: Την βίαιη και με ρατσιστικούς όρους ανθρωπολογική ολοκλήρωση στην Ευρώπη, στην Βόρειο Αμερική που εκτελέστηκε με εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες μεγάλης κλίμακας.

Το αποικιοκρατικό και αυτοκρατορικό φαινόμενο που προκάλεσε μια μακραίωνη γιγαντιαία διατάραξη του πλανητικού πολιτικού γίγνεσθαι. Με απλά ελληνικά αυτό σημαίνει επί πέντε σχεδόν αιώνες τον κατεξουσιασμό και την καταδυνάστευση του πλανήτη.
Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις εκτέλεσαν το μεγαλύτερο πλιάτσικο πλουτοπαραγωγικών πόρων όλων των εποχών, καταδυνάστευσαν έθνη με μακραίωνα εθνικά κτίσματα πολιτικού πολιτισμού, ανέστειλαν ή αντέστρεψαν την φυσιολογική πορεία των εθνικών πολιτικών πολιτισμών και γέννησαν απίστευτα διεθνοσοβινιστικά δόγματα εκπολιτισμού που επανέφεραν την ανθρωπότητα στην εποχή της βαρβαρότητας.

Σήμαινε την τυραννία, μεγάλα νεκροταφεία απλών ανθρώπων της πλανητικής καθημερινής πραγματικότητας και μια γιγαντιαία πολιτικοκοινωνική αποσταθεροποίηση που καλά κρατάει μέχρι τις μέρες μας.
Αυτή η καταστροφή συντελέστηκε σε μια ιστορική εποχή που τα έθνη του πλανήτη θα μπορούσαν να κάνουν περαιτέρω βήματα πολιτικού πολιτισμού. Το τέλος του Μεσαίωνα ήταν μια κομβική ιστορική στιγμή μιας διαδρομής δύο χιλιετιών: Την κλασική εποχή διαδέχθηκε ο πολιτικός και πολιτισμικός εμβολισμός της Ανατολής από τον Αλέξανδρο, ακολούθησαν η ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή και η Βυζαντινή Οικουμένη.

Διόλου τυχαίο, βλέπουμε και οι τρεις αυτές περιπτώσεις, περισσότερο όμως η Βυζαντινή Οικουμένη, κατέτειναν προς ένα κοσμοσυστημικό πλουραλισμό και μια αποδοχή της κοινωνικής ετερότητας των εθνών. Δύσκολη, μακραίωνη, αλλά σταθερή πορεία.

Μπορούμε να πούμε ότι, όπως το παράδειγμα της Βυζαντινής Οικουμένης δείχνει, τα έθνη θα μπορούσαν να συνυπάρξουν υπό πιο ήρεμες συνθήκες, ιδιαίτερα αν η μετάβαση του ευρωπαϊκού μεσαίωνα έπαιρνε άλλη μορφή.
Εκεί λοιπόν που οι κοινωνικές οντότητες του πλανήτη συναλλάσσονταν αναμιγνύονταν, συγκροτούνταν και προχωρούσαν εν μέσω δυσκολιών και συγκρούσεων από τη μια εποχή στην άλλη η αποικιοκρατία και οι αυτοκρατορίες των Νέων Χρόνων τάραξαν τις σεισμικές πλάκες του πλανήτη και υποδούλωσαν έθνη τρισχιλιετούς διαμόρφωσης.

Οι αγώνες ανεξαρτησίας των δύο τελευταίων αιώνων, όμως, έδειξαν ότι ερήμην καθεστώτων, αυτοκρατοριών, υπερεθνικών δομών και ιδεολογικών αντιλήψεων οι κοινωνικές οντότητες ποτέ δεν έπαυσαν να διαμορφώνονται εθνικά. Καταμαρτυρείται από το γεγονός ότι κάποια στιγμή η εθνική τους κοσμοθεωρία εκρήγνυται αξιώνοντας συλλογική ελευθερία.

Πολύ πέραν των πεζών και συμβατικών συζητήσεων, ορίζουμε εθνική κοσμοθεωρία ως είναι χωροχρονικό πνευματικό και ανθρωπολογικό επίτευγμα: Ως εθνική κοσμοθεωρία ορίζουμε, το διαχρονικό κοινωνιοκεντρικό κτίσιμο του πνευματικού κόσμου και της ανθρωπολογικής ετερότητας μιας οποιασδήποτε κοινωνικής οντότητας.
Η εθνική κοσμοθεωρία είναι χωροχρονικό πνευματικό γεγονός το οποίο δεν καταστέλλεται και δεν κατεξουσιάζεται.
Είναι η πνευματική μαγιά που βρίσκεται στον πυρήνα των αξιώσεων ελευθερίας και που περιέχει πολύ δύναμη για να μπορεί να στηρίξει αγώνες ελευθερίας κατά τυράννων απείρως υπέρτερης ισχύος.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
Θα πάρω μονοπάτια
Να βρω τα σκαλοπάτια
Που παν στην λευτεριά
------
Μπορεί σε κάποια μάχη,
γραμμένο η μοίρα νάχει,
να μη γυρίσουμε.
Μα πάμε με καμάρι
Και λέμε όποιον πάρει, και θα νικήσουμε

Απαγγέλλει ο αμούστακος Ρήγας Φεραίος της Κύπρου, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο τελευταίος που απαγχονίστηκε σε ηλικία 18 χρονών κληροδοτώντας μας εκατοντάδες ποιήματα για την Ελευθερία, την Ελλάδα και τον Έρωτα.

Η εθνική κοσμοθεωρία είναι πρωτίστως πνευματικό και ανθρωπολογικό κατόρθωμα που σωρευτικά κτίζει τον πολιτικό πολιτισμό τοπικά και οικουμενικά. Αν και διαφορετικού περιεχομένου για κάθε κοινωνική οντότητα η εθνική κοσμοθεωρία είναι μορφικά πανομοιότυπη γιατί ενσαρκώνει τις ίδιες αξιώσεις για απαλλαγή από τυράννους, για δημοκρατία και για ελευθερία. Με εθνική κοσμοθεωρία είναι προικισμένες όλες οι κοινωνικές οντότητες στην Ανατολή, στον Νότο, στον Βορρά και στην Δύση.


Οι βαθμίδες αυτού του πολιτισμού και πολιτικού κατορθώματος, όμως, ποικίλουν: Αλλού υπάρχουν κτίσματα χιλιετιών, αλλού αιώνων και αλλού λιγότερο. Όπου και να κτίζεται και όπως και να κτίζεται, όμως, η εθνική κοσμοθεωρία είναι σίγουρα οικουμενικό κατόρθωμα και κεκτημένο όλων των κοινωνιών, γιατί εγγενώς συνυφασμένη με την οντολογικού περιεχομένου ανθρώπινη ελευθερία.


Το ανθρώπινο μάτι για να βλέπει καθαρά, ήρεμα και ειρηνικά απαιτείται να είναι ποτισμένο με το πνευματικό βάλσαμο της εθνικής κοσμοθεωρίας ως αξίωση δημοκρατίας και ελευθερίας.
Από μια τέτοια εθνική κοσμοθεωρία εμφορείται ο Ρήγας Φεραίος. Είναι χαρακτηριστική η βαθειά πολιτική ματιά του Ρήγα Βελεστινλή για τα έθνη του Μικρασιατικού ιστορικού βάθους. Ο Ρήγας Φεραίος, τα έβλεπε ως την πνευματική και ανθρωπολογική ουσία που υποστασιοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις συνδέοντα το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον, συνυφαίνοντας συνάμα ειρηνικές σχέσεις και συναλλαγές. Αν εκλείψουν οι τύραννοι, βασικά λέει ο Ρήγας, οι χωροχρονικά κτισμένες εθνικές κοινωνίες μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά σεβόμενες τις εκατέρωθεν εθνικές κοσμοθεωρίες.

Ο Ρήγας μπορούσε να διακρίνει τα εθνικά κτίσματα ως Κοινωνικά γεγονότα ως προς τα οποία το Πολιτικό γεγονός πρέπει να είναι συμβατό και προσαρμοσμένο υπό συνθήκες αδιαφοροποίητης πολιτικής ελευθερίας.
Τα αλάνθαστα πνευματικά κύτταρα του Ρήγα έβλεπαν καθαρά ότι απαλλαγή από την τυραννία, ανεξαρτησία, δημοκρατία και ελευθερία είναι αλληλένδετα. Γι’ αυτό σύνδεσε ευθέως την αξίωση απαλλαγής από την τυραννία, την αξίωση για εθνική ανεξαρτησία και την αξίωση για δημοκρατία.

Αναφέρω χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Ρήγα Φεραίου:
«Η Ελληνική Δημοκρατία είναι μία, με όλον όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπο της διάφορα γένη και θρησκείας. Δεν θεωρεί τας διαφοράς των λατρειών με εχθρικό μάτι». Και αλλού, στο «Περί σχέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα ξένα έθνη»: Ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη. Οι Έλληνες δεν ανακατεύονται εις την διοίκηση των άλλων εθνών, αλλά ούτε είναι εις αυτούς αποδεκτό να ακατατωθούν άλλα έθνη εις την δική τους». «Δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξορισμένους από την πατρίδα των δια αιτία της ελευθερίας». Όλα όμως χάνονται αν χαθεί η πατρίδα. Έτσι γράφει: Οι έλληνες «δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρό ο οποίος κατακρατεί ελληνικό τόπο».

Η εθνική κοσμοθεωρία του Ρήγα είναι, θα έλεγα, οικουμενικής αξίας, άφθαρτης πνευματικότητας και εμποτισμένη από τα διαχρονικά επιτεύγματα του πολιτικού πολιτισμού. Υποδηλώνει που θα είχε οδηγηθεί ο κόσμος αν δεν είχαμε το φοβερό φαινόμενο της αποικιοκρατίας και των νεότερων ηγεμονισμών

Την ίδια εποχή που στα πολυεθνικά κράτη της Δύσης έβλεπαν τις πνευματικές παραδόσεις των εθνών τους ως απειλές προκαλώντας εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες, το εμποτισμένο στην εθνική κοσμοθεωρία βλέμμα του Ρήγα έβλεπε στην εθνικά βαθύπλουτη Ανατολή τις προϋποθέσεις ειρηνικής συνύπαρξης των κοινωνιών.

Προϋποθέσεις που απαιτούσαν 1ον) Απαλλαγή από τους τυράννους, 2ον) Εθνική Ανεξαρτησία κάθε Έθνους, 3ον) Σεβασμό των εθνικών κτισμάτων και της Ανεξαρτησίας κάθε άλλου Έθνους 4ον ) Την δημοκρατία ως προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας,


Ο Ρήγας έβλεπε καθαρά ότι αυτό που ειρηνεύει το ανθρώπινο πνεύμα και αυτό που το συμμορφώνει σε πολιτισμένο πολιτικό βίο είναι το πνευματικό ανήκειν που συγκροτεί τις ανθρωπολογικές ενότητες και που σμιλεύει αενάως την συλλογική ανθρωπολογική ετερότητα μιας κοινωνικής οντότητας.
Μια εθνική επανάσταση δεν είναι ιδεολογία, ή κάποιου άλλου είδους, τέλος πάντων, συναισθηματική υπόθεση ή υλικό αίτημα. Είναι κοσμοθεωρητικό αίτημα μιας χωροχρονικά διαμορφωμένης κοινωνικής οντότητας που κτίστηκε πνευματικά στον στίβο των ανθρωπίνων σχέσεων της διαχρονίας και που αξιώνει να απολαύσει τα πνευματικά επιτεύγματά της στο πλαίσιο της εθνικής ανεξαρτησίας.

Η εθνική κοσμοθεωρία που ενσαρκώνεται σε μια αξίωση εθνικής ανεξαρτησίας είναι αυτόνομο και αυτοδύναμο φαινόμενο. Μια κοινωνική οντότητα, για να διεξάγει ένα αγώνα ελευθερίας, ο οποίος όπως γνωρίζουμε για να ευοδωθεί πρέπει πάντοτε να νικήσει ένα γιγαντιαίο αντίπαλο, σημαίνει ότι μέσα στον υπαρξιακό πυρήνα των ανθρώπων της κρύβεται πολύ δύναμη.

Αήττητη δύναμη. Διαβάστε Ρήγα Φεραίο, Μακρυγιάννη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Θα την δείτε αυτή την δύναμη. Όλα τα υπόλοιπα αν και σημαντικά κριτήρια και παράγοντες έπονται: στρατηγική των επαναστατών, διεθνοπολιτικές συγκυρίες, λάθη και ατυχίες.

Την αξίωση για εθνική ανεξαρτησία και ελευθερία δεν την προκαλείς με διατάγματα ή εντολές, την γεννά η ιστορία και απαιτεί προϋπάρχουσες πνευματικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις. Πνευματικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις που πρέπει κανείς να διαφυλάττει για να μπορεί στην συνέχεια να απολαμβάνει την ελευθερία του και την δημοκρατία του.

Τι γίνεται, όμως, όταν μια κοινωνική οντότητα κερδίσει την ανεξαρτησία; Ο κόσμος δεν είναι αγγελικά φτιαγμένος. Δεν είναι μόνο ότι η αποικιοκρατία και οι ηγεμονικές συγκρούσεις που την ακολούθησαν κατέστειλαν την ελευθερία, την ανθρωπολογικής ετερότητας των κοινωνιών και τα εθνικά τους επιτεύγματα.
Είναι επίσης και η εισβολή των υλιστικών ιδεολογιών που έπεισαν πολλούς ότι μπορεί να έχουν πολιτείες πνευματικά στερημένες, πολίτες, δηλαδή, όχι πνευματικά γεμάτους αλλά άθροισμα ατόμων που συνυπάρχουν σε χρησιμοθηρική βάση κυβερνούμενοι από κανονιστικές επιταγές γεννημένες στο μυαλό του ενός ή άλλου ατόμου.

Η καταστροφική κατάρρευση των αυτοκρατοριών όπως και εμείς την ζήσαμε στην Μικρά Ασία –αλλά δεν ήμασταν οι μόνοι– υποχρέωσε την δημιουργία μιας εδαφικά-κυριαρχικά νοούμενη εθνοκρατοκεντρικής δομής. Πως αλλιώς μπορεί να γίνει εάν για να περιφρουρηθεί η ελευθερία μιας κοινωνίας πρέπει να προστατευθεί από εισβολές και επιβουλές που προκαλούν τα αίτια πολέμου που οφείλονται σχεδόν καθολικά στις ηγεμονικές αντιπαραθέσεις.


Το συγκαιρινό διεθνές δίκαιο καθιερώνοντας τις Υψηλές Αρχές της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και τις εσωτερικής-εξωτερικής κυριαρχίας στοχεύει ακριβώς στην αντι-ηγεμονική περιφρούρηση της ελευθερίας των εθνών-μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.


Στο εθνοκρατοκεντρικά δομημένο συγκαιρινό διεθνές σύστημα, όμως, μεταξύ του διεθνούς δικαίου και της πραγματικότητας, παρεμβάλλονται τα αίτια πολέμου. Παρά το γεγονός ότι πολλά έθνη κατάκτησαν την ελευθερία τους, οι εθνοκρατοκεντρικοί συντελεστές του διεθνούς συστήματος κινούνται μέσα σε ένα παρωχημένο μεν αλλά ζωντανό ιδεολογικό ναρκοπέδιο υπό συνθήκες συνεχιζόμενων ανελέητων ηγεμονικών αντιπαραθέσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Έτσι προδιαγράφεται, βασικά, ο 21ος αιώνας, κάτι ως προς το οποίο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πολλοί εθελοτυφλούσαν.
Θα επιβιώσουν και θα ευημερήσουν εκείνες οι εθνοκρατικές ενότητες οι οποίες θα στηρίζονται στα πνευματικά τους ερείσματα όπως προσδιορίστηκαν στην καταστατική φάση της εθνικής ανεξαρτησίας. Βασικά, η εθνική ανεξαρτησία που κερδίζεται με ένα αγώνα ελευθερίας χάνεται αν χαθούν τα κοσμοθεωρητικά ερείσματα που κερδήθηκαν με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

Κοιτάζοντας το πρόσφατο παρελθόν, εν τούτοις, είναι να απορεί κανείς το πόσο εύκολα τα μέλη των κοινωνιών παρασύρονται από τις σειρήνες των ιδεολογικά μεταμφιεσμένων ηγεμονικών αξιώσεων. Είναι να απορεί κανείς όταν βλέπει κοινωνίες να ματώνουν με άσκοπες εμφύλιες συρράξεις, να συμπράττουν σε επιθετικούς ηγεμονικούς πολέμους, να παγιδεύονται σε ιδεολογήματα που αποσταθεροποιούν τις διακρατικές σχέσεις στην περιφέρειά τους και κυρίως να ροκανίζουν ή και να κατεδαφίζουν τα πνευματικά ερείσματά τους, δηλαδή τα θεμέλια της συλλογικής τους ελευθερίας.

Κλείνω συνοψίζοντας την εθνική κοσμοθεωρία του Ρήγα Φεραίου που νομίζω είναι και οικουμενική. Προσέξτε την διαύγεια πνεύματος, την ειρηνευμένη σκέψη την σιγουριά για τον εαυτό του, το έθνος και τον κόσμο, όταν ο Βελεστινλής λέει:
-Στην Ελληνική Δημοκρατία ο Αυτοκράτωρ Λαός είναι ο μόνος που ημπορεί να προστάζει δι’ όλα χωρίς κανένα εμπόδιο. Ο ελληνικός λαός είναι φίλος και σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη.
-Οι Eλληνες δεν ανακατώνονται εις την διοίκηση άλλων εθνών αλλά ούτε είναι εις αυτούς δεκτόν να ανακατωθούν άλλα εις την εδική των. -Δεν κάμνουν ποτέ ειρήνη με ένα εχθρόν όπου κατακρατεί τον ελληνικό τόπον.
νομοθετική διοίκησις βεβαιοί εις όλους, έλληνας, Τούρκους Αρμένηδες και άλλους κατοίκους την ισοτιμία, την ελευθερία και την σιγουρότητα.
Ελληνική Δημοκρατία τιμά την πραότητα, την ανδρείαν, το γηρατείον.
-Τον ατίμητο θησαυρό της φιλτάτης ελευθερίας τον διαφυλάττουμε κατά του ζυγού της τυραννίας. Αυτή είναι μια πνευματικά κτισμένη εθνική κοσμοθεωρία. Δεν τρέφει αυταπάτες. Ξέρει τι θέλει και είναι εμποτισμένη στις Υψηλότατες Αρχές του πολιτικού πολιτισμού, δηλαδή την Ανεξαρτησία, την Δημοκρατία και την Ελευθερία.
Αν μια τέτοια εθνική κοσμοθεωρία κυριαρχούσε σε όλο τον κόσμο ο κόσμος θα είχε άλλη όψη.

Υστερόγραφο.
Ο ορισμός της ετερότητας με φιλοσοφικούς όρους παρακολουθεί τον ορισμό του Χρήστου Γιανναρά και της Πολιτικής Ελευθερίας του Γιώργου Κοντογιώργη. Η έννοια της «εθνικής κοσμοθεωρίας» αντλεί από υπό έκδοση βιβλίο με ομώνυμο βιβλίο.

Τρίτη, 20 Ιανουάριος 2009

Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Του Γεωργίου Καλλιώρα

Μέλους της Εραλδικής και Γενεαλογικής εταιρίας Ελλάδος
Πρόεδρου του πολιτιστικού συλλόγου Λυγαριάς

ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΑ
Η ονομασία του ανθρώπου με ένα η περισσότερα ονόματα είναι πανάρχαιο και πανανθρώπινο φαινόμενο. Ήδη ο Όμηρος πιστεύει ότι η ανθρωπωνυμία είναι πανανθρώπινη συνήθεια. Ο Αλκίνοος ρώτησε τον Οδυσσέα πώς ονομάζεται, και γιατί πρέπει να έχει και αυτός, όπως όλοι οι άνθρωποι, κάποιο όνομα.
«Ούμεν γάρ τις πάμπαν άνώνυμός έστ’άνθρώπων ,ού κακός, ούδέ μέν έσθλός, έπήν τά πρvτα γένηται, άλλ’ έπί πάσι τίθενται, έπεί κε τέκωσι, τοκñες»[1].

Για τους Έλληνες κάθε ιστορική περίοδος έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ονοματοθεσίας της .
Στην ηρωική εποχή π.χ. επικρατούν τα ονόματα που εκθειάζουν την πολεμική ικανότητα (Μενεπτόλεμος, Μενεχάρης, Μενεσθεύς κ.λπ.) ενώ στην βυζαντινή περίοδο επικρατούν τα χριστιανικά ονόματα, τα ονόματα των αξιωματούχων της βυζαντινής αυτοκρατορίας κ.λπ.
Επειδή το βαπτιστικό όνομα δεν επαρκούσε για την διάκριση των ατόμων σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες , γι αυτό προέκυψε αρκετά νωρίς η ανάγκη να συνδέεται και το δεύτερο διακριτικό όνομα το σύγχρονο επώνυμο. Το σύγχρονο ονοματολογικό σύστημα της Ευρώπης φαίνεται ξεκίνησε από την Ιταλία στα μέσα του 16ου αιώνα και σίγουρα έχει τις πηγές του στο ρωμαϊκό και αρχαιοελληνικό σύστημα.

Στην ομηρική εποχή ως δεύτερο διακριτικό όνομα επικρατεί το πατρωνυμικό επίθετο. Έτσι ο Αχιλλέας είναι Πηλείδης (από τον πατέρα του) και Αιακίδης (από τον παππού του), ο Οδυσσέας προσονομάζεται Λαερτιάδης, ο Αγαμέμνονας Ατρείδης .
Στην κλασική εποχή με την παρακμή των παλαιών αριστοκρατικών γενών περιορίζονται και τα πατρώνυμα που δηλώνουν το γένος σε λίγα Αλκμαιωνίδαι, Αγίδαι, Ευμολπίδαι, Κυψελίδαι κ.λπ.

Επικρατεί τώρα ο συνδυασμός του βασικού ονόματος με την γενική του ονόματος του πατέρα αντί του πατρωνυμικού επιθέτου Σωκράτης Σωφρωνίσκου, Περικλής Ξανθίπου, κ.λπ. Μεγαλύτερη ακρίβεια εκφράζεται με την προσθήκη του επιθέτου που δηλώνει τον τόπο καταγωγής Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος ή Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος, Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Άλλη μία κατηγόρια προσωνυμίων είναι αυτά που συνδέονται με κάποια ηθικά η σωματικά χαρακτηριστικά του ονομαζόμενου προσώπου στα βυζαντινά χρόνια: Ανδρέας (ανδρείος), Βασίλειος (του βασιλιά), Γεώργιος (γεωργός), Δημήτριος (Δήμητρα –γεωργός), Ευγένιος (ο ευγενής) κ.λπ. Τα παρωνύμια έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον σχηματισμό των επωνύμων στην βυζαντινή και νεοελληνική περίοδο.

Της βυζαντινής εκφοράς έχουμε Θεόδωρος ο Αποστόλης (= Αποστόλου), Κωνσταντίνος ο Παναγιώτης (=Παναγιώτου). Συνέχεια αποτελούν τα νεοελληνικά Γεώργιος Βασιλείου, Ηλίας Πέτρου κ.λπ. όπου το δεύτερο κύριο όνομα χρησιμεύει ως επώνυμο. Η σύγχυση που μπορούσε να δημιουργηθεί με την εκφορά αυτή αποσοβήθηκε με την προσθήκη ενός παρωνυμίου που εξελίχτηκε σε επώνυμο Νικόλαος Πέτρο Τσαγκάρης.

ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ


Βαφτιστικά από την αρχαία ελληνική παράδοση .
Αγαθοκλής, Αθηνά, Αλεξάνδρα, Δημοσθένης, Ηρακλής, Θεμιστοκλής, Ιππολύτη, Καλλιόπη, Λεωνίδας, Μελπομένη, Οδυσσέας, Ολυμπιάς κ.λπ.

Βαφτιστικά από την εκκλησιαστική παράδοση .
α) Βαφτιστικά από την Παλαιά Διαθήκη.
Αυτά τα ονόματα είχαν μεγάλη διάδοση τα πρώτα χριστιανικά χρόνια αλλά αργότερα περιορίστηκε η χρήση τους και εμφανίζονται σήμερα σποραδικά σε μερικά μέρη.
Αβακούμ, Αβραάμ (Αβράμης, Μαμής), Αδάμ (Αδάμος, Δάμος, Αδάμας, Αδαμάκης), Ανανίας (Νανιάς) , Δαβίδ (Δαβίδης , Δαβίθης) κ.λπ.
β)Βαφτιστικά ονόματα αγίων Αθανάσιος, Βασίλειος, Γεώργιος, Δημήτριος κ.λπ.
γ)Βαφτιστικά ονόματα εορτών και γενικά από την θρησκευτική ορολογία.
Αγαπητός (ιδού ο υιός μου ο αγαπητός), Άγγελος, Βαϊα, Δέσποινα, Κουνίτσα (εικόνα η όμορφη σαν εικόνα), Ευαγγελία, Ζωοπηγή (ζωοδόχος πηγή), Θεοφάνης (Θεοφάνια), Λάμπρος (Λαμπρή ), Πανάγια (Παναγία), Παράσχος (Παράσχου κύριε) κ.λπ.

Βαφτιστικά από την νεώτερη ελληνική παράδοση

α)Βαφτιστικά από ονόματα της βυζαντινής και νεώτερης ελληνικής ιστορίας.
Ακρίτας, Ασάνης, Βατάτζης, Βελισάριος, Βρανάς, Δούκας, Ερωτόκριτος, Καλογιάννης, Κατακουζινός, Κομνηνός, Λάσκαρης, Μοσχωνάς,Ολόβολος, Ράλλης, Ρωμανός, Σκαρλάτος, Φωκάς, Χουρμούζης κ.λπ.
β)Βαφτιστικά από ονόματα αξιωμάτων και τιμητικών τίτλων .
Αμιράς (ναύαρχος), Άρχοντας, Αφέντης, Δημοκρατία, Domina (Δόμνα ), Κοκόνα (τιμητική επίκληση διάσημων ή ευγενών γυναικών), Κράλης (βασιλιάς Καράλης), Κυρ (Κυρίτσης) , Ρήγας (βυζαντινός τίτλος για ξένους βασιλείς και ηγεμόνες) κ.λπ.
γ) Βαφτιστικά από ξένους λαούς.
Agnes Ανέζα , Amalie Αμαλία, Battista Μπατίστας, Bernardo Βερνάρδος, Domenico Δομένικος, Flora Φλόρα, Φλουρής, Francesko Φραντζέσκος, Francois Φραντζής, Giacomo Γιακουμάτος, Γιακουμής, Giorgio Τζορτζής, Giovanni Ζοάνος, Τζανής κ.λπ.
δ)Βαφτιστικά από γεωγραφικά ονόματα
Σύμφωνα με τα αρχαία ελληνικά πρότυπα Ηλείος, Θεσσαλός, Λύδος κ.λπ. δημιουργήθηκαν και τα νεώτερα χρόνια ανάλογα βαφτιστικά.
Αμερικάνα, Ασιανή, Κιρκασία, Αξιώτης (Ναξιώτης), Αγράφω, Αθήνα, Ανατολή, Βενετία, κ.λπ.

ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Α)Βαφτιστικά από ονομασίες της περιβάλλουσας φύσης.
Αηδόνι (Αηδόνα), γεράκι (Γερακίνα, Γεαρακούλα), λιοντάρι (Λιονταρής), μέλισσα (Μελίσσω), Παγώνι (Παγώνης, Παγώνα), περιστέρι (Περιστέρα), τρυγόνι (Τριγώνα) κ.λπ.
Ανθος (Ανθή), γαρίφαλο (Γαρούφαλος, Γαρουφαλιά ), ζουμπούλι (Ζουμπούλης . Ζουμπούλια), μηλιά (Μηλιά , Μηλιώ), ροδιά (Ροδιά, Ροδούλα ), τριανταφυλλιά (Τριανταφυλλιά, Τριαντάφυλος) κ.λπ.
Ασήμι (Ασημής, Ασήμω ,Ασημίνα κ.λπ.), διαμάντι (Διαμαντής, Διαμαντάρας, Μαντής , Διαμάντω κ.λπ.) ζαφείρι (Ζαφείρης, Ζαφείρα, Ζαφειρία κ.λπ.), μάλαμα (Μάλαμας , Μαλάμω κλπ), σμαράγδι (Σμαράγδα ,Σμαράγδω ), χρυσάφι (Χρυσάφης ), χρυσός (Χρύσος, Χρυσούλα, Χρύσω κ.λπ), αστέρι (Αστέρω, Αστέριος), αυγή (Αυγή ,Αυγούλα, κ.λπ)

Βαφτιστικά που βασίζονται σε σωματικές ή ψυχικές ιδιότητες.
Άσπρος (Ασπρούλης, Ασπρούλα), λυγερός (Λυγερή), μελαχρινός (Μελαχρινή) , ξανθός (Ξάνθος, Ξανθός, Ξανθή, Τσιάνης κ.λπ.), αγαθός (Αγαθή, Αγάθω ), γλυκύς (Γλυκιά ,Γλυκερία ) κ.λπ.

Ευχετικά βαπτιστικά. Προϋποθέτουν ευχή των γονέων ή του αναδόχου .
Ζήσης (Να ζήσει.), Πολυζώης (πολύ ζωή να έχει ), Πανταζής (πάντα να ζει).
Στην Πίνδο το θηλυκό όνομα Αγόρω (αγόρι ) δίνεται σε κορίτσι που αναμενόταν ύστερα από την γέννηση σειράς κοριτσιών να γεννηθεί αγόρι. Τον ίδιο ρόλο παίζει και το Σταμάτα για να (σταματήσουν)) να γεννιούνται θηλυκά: Θέμελης ,Θεμελής (να θεμελιώσει από το τούρκικο temelli –θεμέλιο), θεμελιωμένος: Καλομοίρης (καλή του μοίρα).

ΕΠΩΝΥΜΑ
Τα επώνυμα διακρίνονται σε
πατρωνυμικά,
μητρωνυμικά,
ανδρωνυμικά,
εθνικά,
επαγγελματικά,
παρωνύμια
και ψευδώνυμα.

(([2]Πατρωνυμικόν μέν ουν έστι το κυρίως άπό πατρός έσχηματισμένον ,καταχραστικώ δέ καί το άπό προγόνων , οίον Πηλείδης ,Αίακίδης ο Άχιλλεύς))
Στην αρχαία Ελληνική τα πατρωνυμικά σχηματίζονται είτε απλούστερα με την γενική του ονόματος του πατέρα (Περικλής Ξανθίππου ) είτε με διάφορα παραγωγικά επιθέματα που προσαρτώνται στο όνομα του πατέρα (Κρονίδης, Νεστορίδης, Πριαμίδης Κρονίων, Ασκληπιάδης, Λαερτιάδης κ.λπ.) ή του γενάρχη (Αιακίδαι , Αλκμαιωνίδαι).
Στην νέα Ελληνική η πατρωνυμική σχέση εκφράστηκε αρχικά με την γενική του ονόματος του πατέρα ύστερα από τον προσδιορισμό γιος , κόρη κ. λπ .ο Μιχάλης ο γιος του Μελέτη και έπειτα ο Μιχάλης του Μελέτη.

Η πατρογονική γενική διαφυλάχτηκε σε ορισμένα επώνυμα (Γεώργιος Ιωάννου, Νικόλαος Αντωνίου), στα περισσότερα όμως που κράτησαν τον λαϊκό τους χαρακτήρα μετατράπηκε σε ονομαστική Αποστόλης (αντί Αποστόλου), Αργύρης, Λουκάς κ.λπ. Σπανιότερα είναι τα πατρωνυμικά που βασίζονται σε σύνθεση Κωστοσήφης (ο Κώστας του Σήφη), Πολογιώργης (ο Γιώργος Πολάκης).
Ο κύριος όγκος των πατρωνυμικών ένα βαπτιστικό όνομα (αλλά δευτερευόντως και οποιαδήποτε άλλη βάση) στο οποίο προστίθενται παραγωγικά επιθήματα: Από Γεώργιος: Γεωργάκης, Γεωργακάκης, Γεωργακόπουλος, Γεωργαλάς, Γεωργαράκης, Γεωργάς, Γεωργάτος, Γεωργάτσος, Γεωργέλης, Γεωργής, Γεωργιάδης, Γεωργιλάς, Γεωργίου, Γεωργιτσέας, Γεωργίτσης, κ.λπ.
Βάγια τα =η γιορτή: Βαγιανός, Βαϊνέλης,
Λαμπρή: Λαμπρινός, Λάμπρος, Λαμπράκης.
Κανάκι , το =χάδι: Κανάκης.

Ορισμένα νεοελληνικά πατρωνυμικά βασίζονται σε βαπτιστικά ξένων γλωσσών από τις οποίες ήρθε σε επαφή η γλώσσα μας,
Τούρκικα (Μουράτογλου , Μουρατίδης), αρβανίτικα (Γκίνης =Γιάννης, Γκιόκας =Γιώργος), βλάχικα (Ζιάνας =Γιάννης, Μίσιος και Μίσιας =Μιχάλης, Σόκος=Θανάσης, Τσέλιος=Στέριος), σλαβικά (Κόλιας=Νικόλαος , Φίλτσος=Φίλιπος) κ.λπ.

Μητρωνυμικά
Είναι τα επίθετα που βασίζονται στο όνομα της μητέρας :Κώστας Ελένης, δηλ. ο Κώστας της Ελένης. Τα μητρωνυμικά ήταν πολύ σπάνια στην αρχαία Ελλάδα. Ο Απόλλωνας από την μητέρα του Λητώ ονομαζόταν Λητοϊδης, Λητογενής, Λητόιτος ενώ Μαιάδας ονομάζονταν ο Ερμής ως γιος της Μαίας.
Τα μητρωνύμια εμφανίζονται σε κοινωνίες που μητροκρατούνται, π.χ. οι Λύκιοι της Μικράς Ασίας όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (1,73), και ο Ηρακλείδης ο Ποντικός (C.MULLER , FRAGM. HIST. GRAEK . 2, 217, XV). Το μητριαρχικό δίκαιο των Λυκίων φαίνεται να συνεχίζεται και στα μεσαιωνικά χρόνια , γιατί ο Νικόλαος Δαμασκηνός (C.MULLER , ό.π. 3,461, CXXIX) αναφέρει ότι "Λύκιοι τάς γυναίκας μάλλον η τους άνδρας τιμώσι και καλούνται μητρόθεν , τας τε κληρονομίας ταίς λείπουσι , ου τοίς υιοίς".
Ως υπολείμματα των Λυκίων θεωρεί ο Σ. Λάμπρος νεοελληνικά μητρωνυμικά που συγκέντρωσε στο Λιβίτσι της Λυκίας και στο Καστελόριζο και πιστεύει ότι τα μητρωνυμικά αυτά μαρτυρούν την επίδραση του αρχαίου μητριαρχικού δικαίου των Λυκίων στους Έλληνες της Λυκίας .
Οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται το μητρωνυμικό αντί του πατρωνυμικού είναι πολλοί και ποικίλοι αυτό συμβαίνει π.χ. όταν η μητέρα στην κοινωνία λόγω της δραστηριότητας και της προσωπικότητάς της, της καταγωγής της , λόγω μακρόχρονου ξενιτεμού του πατέρα ή χηρεία της μητέρας κ.λπ. Επίσης ένας καταπιεσμένος σώγαμπρος μπορεί να πάρει το όνομα της γυναίκας του Μάρως (Μάρως ή Μαρόπουλος) ή της πεθεράς του Λαφαρούς (Γιωρτς τς Λαφαρούς, Πόντος).

Στα Τρίκαλα της Κορινθίας ο σώγαμπρος έπαιρνε και δεύτερο όνομα από τη σύζυγό του: ο Μάριος, ο Φωτεινός , ο Ελένιος, ο Γαρουφαλιός κ.λπ.
Μητρωνυμικά συναντάμε σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος .
Αλλά και στην βυζαντινή περίοδο συναντάμε μητρωνυμικά ονόματα π.χ. Λεόντειος ο Παυλίνης, Ιωάννης ο Βαλεριανής κ.λπ. Σε βυζαντινά έγραφα συναντούμε επώνυμα , όπως Ιωάννης της Ράπτισας, Λέων της Μαρίας, Δημήτριος της Καλογραίας, Παπά Δημήτριος της Ευδοξίας κ. λπ.
Στα μητρωνυμικά έχουμε τις εξής κατηγορίες:
α) Μητρωνυμικά που βασίζονται στο βαπτιστικό της μητέρας :Αγγελίνας , Άννας , Ασημίνας , Βερονίκης,
Γαρουφαλιάς, Γερακίνης, Ελένης, Ζαμπέλας, Ζαμπέτας, Κατίνας, Λελούδας, Μυρσίνης, Νικολίτσας, Παγώνας, Σμαραγδής, Σουμέλας, Σπεράντζας, Τασούλας, Χαιδος, κ.λπ.
β) Μητρωνυμικά που βασίζονται στο ανδρωνυμικό της μητέρας, που με την σειρά του μπορεί να βασίζεται 1) στο βαπτιστικό του άντρα της:Αλέξαινας, Βασίλαινας , Γιώργαινας κ.λπ.2) στο παρωνύμιο του άντρα της: Γλαβίνας , Ζωγραφίνας, Καρατζίνας , Παπαδίτσας κ.λπ.
γ) Μητρωνυμικά που βασίζονται στο επάγγελμα της μητέρας η του άντρα της: Γιατρούδενας, Καλογραίας, Μακαρονούς, Μαμμής, Παπαδιάς, Τσαγκαρίνας, Τσιγαρούς κ.λπ.
δ) Μητρωνυμικά που δηλώνουν την καταγωγή της μητέρας: Αμουργιανής, Αραπίνης ,Βλάχας, Γυφτούδας, Γύφτσας, Λιάπαινας κ.λπ.
ε) Μητρωνυμικά που δηλώνουν ελάττωμα της μητέρας: Βουβής, Καμπούρας, Χοντρολένης κ.λπ.
στ) Μητρωνυμικά που δηλώνουν βαθμό συγγενείας: Βάβους, Γιαγιάς, Μαννάκας, Νυφούδης κ.λπ.

Ανδρωνυμικά
Πρόκειται για ονόματα γυναικών που βασίζονται στο βαπτιστικό, επώνυμο ή παρωνύμιο κ.λπ. Του ονόματος των αντρών τους και αποτελούν μία πρόσθετη επωνυμία κοντά στο βαπτιστικό όνομα.
Από τη βυζαντινή περίοδο είναι γνωστά ορισμένα ανδρωνυμικά σε –εα (Κουβικουλαρέα, Σπαθαρέα, Ανδρονικέα ) και –ινα (Μαρία Αγγελίνα ), Δούκαινα Παλαιολογίνα κ.λπ.
Τα νεοελληνικά ανδρωνυμικά σχηματίζονται με την γενική του ονόματος του συζύγου (η Αγγέλλω του Κακριδά) και με διάφορα παραγωγικά επίθετα , π.χ.-αινα (Κώσταινα, Γιάνναινα, Τζαβέλαινα), -ινα (Θοδωρίνα , Περικλίνα , Λασκαρίνα , Μπουμπουλίνα ), –ου (Νικολού, Παυλού, Μιχαλού, Πεταλού ), -ισσα (γιάτρισσα , μαστόρισσα = η γυναίκα του γιατρού ,του μάστορα ) κ.λπ.

Εθνικά
Σύμφωνα με τον Διόνυσο τον Θράκα (εκδ.G. Uhling) «εθνικόν έστιν το έθνους δηλωτικόν, ως Φρύξ, Γαλάτης» τα ονόματα αυτά που σχηματίζονται από ονόματα χωρών πόλεων κ.λπ.
Από τα κλασικά χρόνια και αργότερα μεγάλη χρήση των εθνικών ονομάτων:Εκαταίος ο Μιλήσιος , Απολλώνιος ο Τυανεύς, Κόιντος ο Σμυρναίος κ.λπ.
Τα βυζαντινά παρωνύμια που προϋποθέτουν εθνικό όνομα συγκαταλέγονται ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: Αρμενιάκος, Βούλγαρος, Καππαδόκης, Φράγκος, Καλυβίτης (Καλύβη ,πόλη της Μακεδονίας), Λιβανίτης (Λίβανα , πόλη της Συρίας), Κομνηνός (Κόμνη Ανδιανουπόλεως), Λεκαπηνός (Λέκαπα Καππαδοκίας), Γαβαλάς (Γάβαλα Συρίας) κ.λπ.
Τα νεοελληνικά εθνικά επώνυμα σχηματίζονται συνήθως με αρχαιοελληνικά η αρχαιότερης καταγωγής επιθήματα και σπανιότερα με ξένα: Αθηναίος, Θηβαίος, Κερκυραίος, Μυτιληναίος.
-ανός/ιανός Αμοργιανός (Αμοργός), Καλαματιανός, Κουταλιανός (Κούταλη Προποντίδας), Σφακιανός , Ψαριανός κλπ., –ηνός Αδραμυττηνός, Ζακυνθινός.
–ινός Αραβαντινός (Αραβάντι), Καστρινός, Πυλαρινός (Πύλαρος Κεφαλονιάς).
–ίτης Βαλαωρίτης (Βελεώρα Ευρυτανίας ), Δολιανίτης (Δολιανά).
-αϊτης (Μοραΐτης) Χρυσαΐτης (Χρυσό Παρνασίδος).
–ιάτης Κορφιάτης, Μανιάτης.
–ιώτης Αγραφιώτης , Βαρβιτσιώτης (Βαρβίτσα Αρκαδίας), Γαρδικιώτης (Γαρδίκι).
Βενετσιάνικα η ιταλικά είναι τα επιθέματα
–άνος/-ιάνος και –έζος: Βενετσιάνος, Πρεβεζάνος, Σισιλιάνος, Γενοβέζος.
Σλαβικό είναι το –ιάνος στα Βοστιτσιάνος, Ζαβιτσ(ι)άνος, λατινικό στο Σακαριτσιάνος (Σακαρέτσι Βάλτου)κ.λπ.
Τούρκικο είναι το επίθεμα –λής /λης: Βελεστινλής, Κοκοσλής (Κοκόσι =Κιλκίς) Δράμαλης, Κόνιαλης (Κόνια =το Ικόνιο), Μπρούσαλης και Προύσαλης (Προύσα).


Ορισμένα από τα εθνικά πού προσδιορίζουν ξένους λαούς που ήλθαν σε επαφή με τους Έλληνες μπορεί να ήταν αρχικά παρατσούκλια :Αλαμάνος (Αλαμανούς του Βυζαντίου, Γεφύρι της Αλαμάνας κ.λπ), Αμερικάνος, (Έλληνας μετανάστης από την Αμερική), Ατζέμης (Πέρσης), Βούλγαρος / Βούλγαρης (μεσαιωνικό Βούλγαρης «βυρσοδέψης , επεξεργαστής η πωλητής δέρματος» που δήλωσε και το έθνος των Βουλγάρων ως παραγωγών και εξαγωγέων δέρματος ), Γερμανός (σημαίνει και ξανθός), Εγγλέζος/Ιγγλέζης , Ζεΐμπέκος (τουρκικό φύλο στα περίχωρα της Σμύρνης), Καραγκούνης (κάτοικος του θεσσαλικού κάμπου), Καρακατσάνης, -ος (Σαρακατσάνος).

Εθνικό ως επώνυμο μπορεί να προκύψει με την προσθήκη ενός -ς σ’ ένα τοπωνύμιο: Αϊδίνης, Βαλαώρας, Γκούρας (Γκούρα Φθιώτιδος), Γρανίτσας (Γρανίτσα Ιωαννίνων) κ.λπ.

Επαγγελματικά
Δήλωναν αρχικά επάγγελμα η αξίωμα , αλλά γρήγορα καθιερώθηκαν ως επώνυμα , καθώς διευκόλυναν τη διάκριση ατόμων με το ίδιο όνομα σε κλειστές ιδίως κοινωνίες. Εκφέρονται κανονικά στην ονομαστική (Αμπελάς, Γούναρης ) και σπάνια στη γενική (Ιατρού, Οικονόμου).
Τα επαγγελματικά ονόματα εμφανίζονται ήδη από τα αρχαία χρόνια (Αιπολός, Βουκόλος, Ακέστωρ <γιατρός>, Ναυπηγός ) και πολλαπλασιάζονται στα βυζαντινά χρόνια: Αμπελάς, Λαχανάς, Ζωναράς, Καμπανάρης, Γραμματικός, Παλαιολόγος (που ασχολείται με τα παλιά). Μια μεγάλη κατηγορία βυζαντινών επαγγελματικών ονομάτων περιλαμβάνει ονόματα κοσμικών και εκκλησιαστικών αξιωμάτων: Δομέστικος, Δούκας, Λογοθέτης, Νοταράς, Σχολάριος (σωματοφύλακας του αυτοκράτορα).
Αρκετά από τα βυζαντινά επαγγελματικά που προσδιορίζουν εκκλησιαστικά αξιώματα διατηρήθηκαν έως σήμερα είτε ως αξιώματα είτε ως επώνυμα χάρη στην εκκλησιαστική παράδοση: Δομέστιχος, Έξαρχος, -άκος, -ίδης, -όπουλος, Ευταξίας (ο επί <της ευταξίας> της εκκλησίας).
Τα πιο συνηθισμένα παραγωγικά επιθήματα για τον σχηματισμό των νεοελληνικών επαγγελματικών είναι τα -άρης και ας.
–άρης:Αρκουδάρης, Γελαδάρης.
–ας Ασβεστάς, Βαγενάς (βαρελάς).
Τα περισσότερα από τα ξένα επαγγελματικά που πέρασαν στη γλώσσα μας έχουν τούρκικη καταγωγή:
Αλμπάνης –οπουλος και Ναλμπάνης (nalbant πεταλωτής) .
Ορισμένα από τα επαγγελματικά τουρκικής προέλευσης δηλώνουν αξίωμα: Βεζίρης , Δερβέναγας, Ζαΐμης, Κεχαγιάς .
Το παραγωγικό επίθημα των επαγγελματικών τουρκικής αρχής είναι το –τζής /-τσής (-ξής ), Αλτιντζής –όγλου (altinci χρυσοχόος ) Πεσμαζόγλου (pestamalci κατασκευαστής και πωλητής πετσετών μπάνιου).
Από τα ξένα επιθέματα επαγγελμάτων εκπροσωπούνται με περιορισμένα παραδείγματα τα ιταλικά –iere (Καροτσιέρης, Κασιέρης, Μπαρμπέρης.κλπ) και -oro (Σπαγγαδόρος).

Παρωνύμια
Αποτελούν το κύριο όγκο των επωνύμων και προέρχονται από χαρακτηρισμούς των παρονομαζομένων που βασίζονται, σε σωματικές, πνευματικές, ηθικές και άλλες ιδιότητες . Ο Μ. Τριανταφυλλίδης χρησιμοποιεί τον όρο παρατσούκλι. Την λέξη παρωνύμιο την συναντάμε και σαν πινόμι, πινομή, παραγκώμι, προσονείδιν (ποντιακό), περιγέλιο, σουσούμι κ.λπ. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τις εκφράσεις: την κλήσιν, την επίκ-λησιν, το επίκλην, τουπίκλην, την επωνυμία,το επώνυμον, την προσηγορία, τούνομα έχων παρωνύμιο φέρων κ.λπ. Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούν για το παρωνύμιο τον όρο επίθετον. Το παρωνύμιο ορίζεται από τον Διονύσιο τον Θράκα ως εξής: «παρώνυμον δε έστι το παρ’ όνομα ποιηθέν, οίον θέων».
Τα αρχαία παρωνύμια αναφέρονται σε σωματικές ιδιότητες (Γάστρων, Γνάθων, Δόναξ, Κεφάλων, Μέτωπος).
Σε ψυχικές ιδιότητες: (Δέξιος, Μαργίτης, Βίαιος, Πράος κ.α.), σε παρομοιώσεις με ζώα: (Αμνός, Γρύλος, Δράκων, Ιέραξ, Μέλισσος κ.α.) και φυτά: (Άλατος, Καρδάμα, Κρόκοςκ.α.) στην ημέρα της γέννησης (Ανθεστήριος, Λήναιος, Πανιώνιος, Σωτήριος κ.α.)
Στα βυζαντινά χρόνια και ιδιαίτερα από τον 9ον αιώνα και εξής δημιουργούνται πολλά παρωνύμια που χρησιμοποιούνται ως βυζαντινά και νεοελληνικά οικογενειακά ονόματα :Γρηγόριος ο Πτερωτός, Βάρδας ο Πλατυπόδης, Βασίλειος ο Πετεινός κ.α. Πολύ γνωστά βυζαντινά παρωνύμια είναι λ.χ. τα Βαρβάτος, Μυστάκων , Μουρζουφλός.

Η κατάταξη των παρωνυμίων γίνεται με τα εξής κριτήρια:
Α)Σωματικές ιδιότητες: Βεργής , Βραχνός, Ζερβός, Καμπούρης κ.α.
Β )Ψυχικές , πνευματικές,ηθικές ,και άλλες ιδιότητες: Αγέλαστος, Βιαστικός, Θλιμμένος, Κοιμήσης, Λεβέντης, Τεμπέλης, Κατεργαράκος, Νταής, Νυστάζος κ.α.
Γ) Παρομοιώσεις με ζώα: Αλεπουδέλης, Γάτος, Ζυγούρης, Λύκος, Ποντίκης, Τσάκαλος, Γκιόνης, Κίρκος κ.α.
Δ) Παρομοιώσεις με φυτά: Βλιτάς, Γαρούφαλος, Καρπουζάς, Πιπέρης, Ρεβίθης κ.α.
Ε) Αντικείμενα καθημερινού βίου: Βελέντζας, Δακτυλίδης, Κουλούρας, Λαγάνας, Ταγάρης κ.α.
ΣΤ) Καιρός και χρόνος: Βοριάς, Γρέκος, Σορόκος, Κατσιφάρας, Χιόνης κ.α.
Ζ) Συγγένεια και ηλικία: Αφεντάκης, Εγγονόπουλος, Κανακάρης, Ορφανός, Παπούλιας, Πατέρας –άκης .
Η ) Φράσεις (που συνήθιζε ο παρονομαζόμενος) Καλλιώρας, Καλώστος, Καληνύχτας, Σιαπέρας κ.α.

Ονόματα από τις διάφορες ελληνικές διαλέκτους
Αμαντος =(Χίος,άμαντος=μαμμόθρεφτος), Βώκος (ποντιακό βώκος =ηλίθιος), Ζυβρακάκης (Κρήτη ζυμπραγός από δίδυμος από αρχ.συμπραγής), Κοθρής (διαλ.κοθρής –ζητιάνος από κοθρί[3] –κομμάτι ψωμί), Λιάρος (Ασπρόμαυρος, για ζώα), Μάντακας (Κρήτη, τσιμπούρι των ζώων), Πατακός (Κρήτη, μικρόσωμος και άσχημος από αρχ.πάταικος), Ροίδης (ρόγι δοχείο με στενό άνοιγμα), Σαχτούρης (μεσν. σακτούρα –είσος καϊκιού), Συγγρός (διαλ.τσιγρός-αδύνατος,αρρωστιάρης), Τσουδερός (Κρήτη,τσουρίζω=τσουτσουρίζω), Χουρμούζης (χουρμούζη=είδος μαργαριταριού από το νησί Χορμούζ στην είσοδο του Περσικού κόλπου).

Τούρκικα
Ασλάνης,-ιδης,-ογλου, aslan λιοντάρι.
Βερέμης, verem χτικιάρης,φυματικός, Γιαβάσης, yavas αργός, Γιαμαλής, yamali μπαλωμένος, Δερβίσης, derviw μοναχός,φτωχός, Δογάνης, dogan γεράκι, Ζαρίφης, zarif κομψός χαριτωμένος, Καραμπάσης, karabaw μαυροκέφαλος, δηλ.παπάς, Λαφαζάνης lafazan φλύαρος

Αρβανίτικα
Κέπας =κρεμμύδι, Κριεζής= μαυροκέφαλος, Κριεκούκης =κοκινοκέφαλος, Λέπουρας =λαγός, Μπόκουρας =όμορφος, Μπούρας =γενναίος, Σκούρτης =κοντός, Τσάλας =κουτσός, Φουρίκης =κοτέτσι.

Βλάχικα
Γκίζας =μυζήθρα, Δάλας= ξινόγαλο, Μπίμπας =πάπια, Πίσας=γάτα, Σούρδος =κουφός- βλάκας, Τσάρας=γη

Ψευδώνυμα

Είναι τα πλαστά ονόματα που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς καλλιτέχνες , ηθοποιοί αλλά και κακοποιοί για λόγους ψυχολογικούς κοινωνικούς κ.λπ. Είναι ονόματα που τα διαλέγουμε και δεν μας τα επιβάλουν οι άλλοι.

[1] Οδύσσεια, Θ 552 κ.ε.
[2] Στη γραμματική του Διονυσίου του Θράκα (εκδόσεις G.Uhlig , Grammatiki Ggaeci 1883)
[3] Κόθρος >Κομμάτι ψωμί.

Δείτε τον πρόλογο.
Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις

Δευτέρα, 8 Δεκέμβριος 2008

Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω

"Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω" είναι το πιο γνωστό έργο του Ευάγγελου Λεμπέση και δημοσιεύτηκε αρχικά στην "Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών" το έτος 1941.
Πρόκειται για μια διάσημη κοινωνιολογική μελέτη/δοκίμιο απαράμιλλης οξυδέρκειας, υψηλής και πυκνής ουσίας και -ως όλα τα σπουδαία έργα- διαχρονικής σημασίας. Εχει, όπως επίσης είναι φυσικό, εγείρει πολλές αντιπαραθέσεις, έχει δεχθεί σκληρή κριτική παραμένει όμως δημοφιλές και προκαλεί διχογνωμίες ακόμη και τώρα μετά από 67 χρόνια: άλλο ένα ασφαλές γνώρισμα της επιστημονικής αξίας του έργου του Ευάγγελου Λεμπέση.
Προσωπικά, βρίσκω το δοκίμιο άψογο, διεισδυτικό και ανατρεπτικό των προκαταλήψεων, παιγνιώδες, έξυπνο, καλογραμμένο και χρήσιμο. Είναι από τα αγαπημένα μου της νεοελληνικής γραμματείας και επιστρέφω συχνά για να μελετήσω και να εξηγήσω όσα απίστευτα συμβαίνουν στις ημέρες μας. Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχουν κι άλλοι που κάνουν το ίδιο ή προσπαθούν τουλάχιστον: όπως ο φίλος που μου ζήτησε να αναρτήσω το κείμενο στη viotia. Ιδού λοιπόν ας μάθουμε ή ας ξαναθυμηθούμε ποια είναι η Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω, υπό Ευάγγελου Λεμπέση.


Η Τεράστια Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω
Εις την πολυπληθή κατηγορίαν των βλακών προσάπτεται ασφαλώς άδικος και επιστημονικώς εσφαλμένη μομφή, όταν ούτοι χαρακτηρίζονται είτε ως άχρηστοι και περιττόν βάρος της κοινωνίας, είτε ως παρασιτικοί, εκφράζεται δε συχνά η ανόητος, ως θα ίδωμεν, ευχή όπως ούτοι εκλείψουν. Το πρόβλημα των βλακών δεν είναι εν τούτοις απλούν όταν ληφθή πρώτον ύπ´ όψιν η στερεά και απολύτως αναγκαία θέσις, ήν ούτοι επαξίως κατέχουν εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ. Οι βλάκες διαιρούνται ούτως εις δύο όλως αντιθέτους μεταξύ των «ομάδας», διεπομένας όμως αμφοτέρας υπό του αυτού νόμου, του διαφορισμού.

Η πρώτη εκ τούτων ομάς καταλαμβάνει ως γνωστόν τας υποδεεστέρας εν τη κοινωνία θέσεις, ήτοι ευρίσκεται εις τας κατωτάτας βαθμίδας τού κοινωνικού διαφορισμού. Πόσον ευεργετική διά την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμετάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θά υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: Άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορισμός, διότι αντί της ανισότητος, θα υπήρχεν ισότης, έστω και εκ των άνω, δηλαδή θα ήσαν όλοι ευφυείς, όπερ από της απόψεως του διαφορισμού το αυτό: ως να ήσαν όλοι βλάκες· διότι ο διαφορισμός απαιτεί ρητώς και ευφυείς και βλάκας, περικοπτωμένων δε οιονδήποτε εκ των δύο τούτων σκελών του, αίρεται ολόκληρος. Άνευ δε, κατ´ ακολουθίαν, τού διαφορισμού, καθισταμένου δυνατού μόνον διά της σοβαράς συμβολής των βλακών, δεν υπάρχει κοινωνία.

Τοιαύτη λοιπόν ή τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών, ήτις άλλως τε υπό πάντων αναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εις τον κοινωνιολόγον είναι επιστημονικώς γνωστή.

Ι.Η κατά των βλακών καταφορά προκαλείται άλλως τε υπό της δευτέρας ομάδος αυτών, πλέον ενοχλητικής της πρώτης, αλλά και ενταύθα η καταφορά αύτη, έφ´ όσον εμφανίζεται ως λογική κρίσις, είναι ακοινωνιολόγητος, ήτοι αντεπιστημονική. Κατηγορούνται δηλαδή οι βλάκες της δευτέρας ταύτης κατηγορίας ότι παναξίως κατέχουν σπουδαίας εν τη κοινωνία θέσεις. Αλλ´ η κρίσις αύτη προδίδει πλήρη μιας ωρισμένης μορφής του διαφορισμού άγνοιαν. Η μορφή αύτη δεδομένη με φυσικήν αναγκαιότητα ως ο νόμος τού διαφορισμού είναι ο στοιχειώδης κανών: "δέκα βλάκες καθ´ ενός ευφυούς· δέκα ανίκανοι καθ´ ενός ικανού· δέκα αδύνατοι καθ´ ενός ισχυρού κ.ο.κ.".

Το φαινόμενον τούτο, κλασσικόν, τυπικόν καί αιώνιον αφ´ ής υπάρχει ανθρωπίνη κοινωνία, δι´ όλης της Ιστορίας της ανθρωπότητος, δύνανται να είναι «τυχαίον»; Αλλά τυχαίον είναι ό,τι αδυνατεί να συλλάβη ο ανθρώπινος νούς. Ουδέποτε όμως ό,τι προ πολλού έχει συλληφθή εις τον θεμελειώδη νόμον του διαφορισμού. Και το μεν ψυχολογικόν ελατήριον του συνασπισμού των οπωσδήποτε «κάτω» κατά των οπωσδήποτε «άνω» είναι δεδομένη δια του ressentiment.
Ο συνασπισμός των βλακών ενταύθα είναι μηχανική οργάνωσις βάσει της αρχής της "ελαχίστης προσπαθείας" προς αντιμετώπισιν ισχυροτέρας δυνάμεως εις το πρόσωπον των ολίγων ή του ενός. Η οργάνωσις αύτη περιωρισμένης εκτάσεως καλείται κοινωνιολογικώς κλίκα (clique).

2. Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ήν μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ού και το μίσος του κατά του ατόμου και του ατομικισμού), δεύτερον δε εκ του ατομικού ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός είδους προλεταριάτον. Αποτελεί δε η τάσις αύτη αμάχητον σχεδόν τεκμήριον περί του βαθμού της πνευματικής του αναπηρίας.

Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι «πνευματικαί» περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. Εις το φαινόμενον τούτο οφείλει τον εκφυλισμόν του λ.χ. ο μασσωνισμός, oι απανταχού Ροταριανοί 0μιλοι, όλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καί αυτή αύτη η... Κοινωνία των Εθνών!. Επόμενον είναι κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγελαίας αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας, από του πάσης φύσεως παρεμβατισμού ή διευθυνομένης οικονομίας ή 4ης Αυγούστου μέχρι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού (Άλλοι είναι οι εκμεταλλευταί των θεωριών αυτών).

Τούτων δεδομένων εξηγείται καί η ατελεύτητος και αυστηροτάτη επιλογή βλακών εις τά ομαδικά συστήματα η οποία, τη βοηθεία μιας πολιτικής βίας, κατοχυρούται και ως πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς (4η Αύγούστου), τόσω μάλλον, όσο η ελευθερία της σκέψεως, χρήσιμος μόνον εις εκείνους, οίτινες διαθέτουν σκέψιν, είναι μονίμως και εξόχως αντιπαθητική εις τους βλάκας, διότι ασκουμένη υπό των άλλων στρέφεται εναντίον των, ιδία οσάκις ούτοι κατέχουν εξουσιαστικάς θέσεις, ή έχουν συνδέση συμφέροντα με τους κατέχοντας αυτάς. Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία (ίδε κατωτέρω) τούς προορίζουν άλλως τε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας.

Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικαί συγκεντρώσεις και causerie τρεφομένη εκ των περιεχομένων των εφημερίδων και των ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) και διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος.

3. Αλλά πόθεν είναι δεδομένη η πραγματική δυνατότης της αποτελεσματικής δράσεως της βλακικής αγέλης; Η δυνατότης αύτη είναι δεδομένη απολύτως αντικειμενικώς και ανεξαρτήτως τού ψυχολογικού ελατηρίου (τού ressentiment), το οποίον άλλως ουδεμίαν θα είχε κοινωνικήν δράσιν και ακολούθως κοινωνιολογικήν σημασίαν. Είναι δεδομένη εκ της μοιραίας θέσεως την οποίαν κατέχουν εις την κλίμακα του κοινωνικού διαφορισμού οι βλάκες, θέσεως εις την οποίαν είναι αναντικατάστατοι , διότι είναι θέσις υποδεεστέρα, αλλά και απολύτως απαραίτητος δια τον όλον κοινωνικόν μηχανισμόν, ο οποίος βασίζεται απολύτως εις τας κατωτέρας αυτού βαθμίδας.

Ευκρινέστατα διαφαίνεται η εξάρτησις αύτη των ανωτέρω βαθμίδων και προσώπων από των κατωτέρων τοιούτων όπου αύτη λαμβάνει μορφάς καθαρώς εκβιαστικάς, τας οποίας γνωρίζουν πάντες οι κοινωνικοί άνθρωποι. Ως παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση η παρέλκυσις ή ο ενταφιασμός μιας ύποθέσεως εις οιανδήποτε υπηρεσίαν υπό κατωτέρων υπαλλήλων, η έκδοσις εντάλματος συλλήψεως κατά καταζητουμένου εκληματίου, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν τα κατώτερα αστυνομικά όργανα είναι αλληλέγγυα προς αυτόν κλπ. κλπ.

4. Λαμβανομένης ήδη ύπ´ όψιν της επικαίρου ταύτης θέσεως των κατωτέρων βαθμίδων και προσώπων εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ καθίσταται απολύτως νοητή και η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας δια κοινού μεταξύ των συνασπισμού αναδεικνύοντος εαυτούς και αλλήλους άφ´ ενός μεν δι´ οργανωμένης αντιστάσεως (boycotage) προς τα άνω και παραλύσεως των τυχόν αντιθέτων ενεργειών των υπερκειμένων παραγόντων προς ανάδειξιν άλλου πράγματι ικανού, προσώπου, αφ´ ετέρου δε δι´ οργανωμένης προωθήσεως προσώπου εκ των κόλπων αυτών, προς την ανωτέραν βαθμίδα. Το φαινόμενον τούτο καλείται κλίκα.

Ότι την εξέλιξιν ταύτην ουδείς δύναται να σταματήση είναι φανερόν, όσον είναι φανερά η νομοτελειακή συνάρτησις των ως άνω δεδομένων. Κατά την αυτήν συνάρτησιν το φαινόμενον συνεχίζεται: «ενός βλακός προκειμένου μύριοι έπονται», ο δε ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήση ο ίδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού, μέχρις ότου η μία βιαία έξωθεν επέμβασις, υπαγορευομένη υπό της ανάγκης άλλου τινός κοινωνικού όργανισμού, ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τοιούτου οργανισμού εκ των έσω, επιφέρει θεμελιώδη τινά ανατροπήν ή και αυτόν τούτον τον τερματισμόν του βίου του εκφυλισθέντος οργανισμού.

Ούτω λ.χ., εις παρομοίαν περίπτωσιν η το 1910 ανελθούσα κοινωνική ομάς ανέτρεψε την ιεραρχίαν των αξιών και των προσώπων και εντός του παλαιοκομματισμού, καταστήσασα δυνατήν την υπεφαλάγγισιν των παλαιών αυτού αρχηγών υπό νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.). Ως παράδειγμα δια την δευτέραν περίπτωσιν δύναται να θεωρηθή η άνευ ουδεμιάς αντιστάσεως παράδοσις της εξουσίας υπό της παλαιάς κρατούσης κοινωνικής ομάδος εις την αναίμακτον «επανάστασιν» τού 1909. Πλείστα άλλα παραδείγματα αποσυνθέσεως ορισμένων άλλοτε ισχυρών οργανισμών: του Βενιζελισμού και του Αντιβενιζελισμού παρατηρούνται σήμερον, μερικών εκ των οποίων αλλαχού δίδεται η ανάλυσις.

5. Αλλά και οι άνευ συνασπισμού και οργανώσεως, άνευ«κλίκας», ανερχόμενοι βλάκες ή ανίκανοι γενικώς, ατομικώς και μόνον επικρατούντες, ευρίσκονται εν τούτοις δεσμευμένοι υπό του κοινωνικού διαφορισμού εις ίσον βαθμόν ως και οι οργανωμένοι τοιούτοι. Διότι αντικειμενικώς αι θέσεις τας οποίας λαμβάνουν είναι τοιαύται, ώστε η ανεπάρκειά των ή να είναι πλεονεκτική ή να είναι ανεκτή, ούδέποτε όμως θέσεις απαιτούσαι πραγματικά προσόντα, εκ των οποίων, και αν ακόμη φθάνουν εις αυτάς, ανατρέπονται και κρημνίζονται εις την πρώτην αντίξοον περίστασιν και υπό μεγάλου τινός ή μικρού πνέοντος ανέμου.

Ούτω λ.χ. πολλοί εξ αυτών κατέλαβον διαδοχικώς πλείστα αξιώματα της κοινωνίας και της πολιτείας, από του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι του «Προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Εγγύων Μυιών», του «Γενικού Γραμματέως της Γενικής Συνομοσπονδίας Πωλητών Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., αξιώματα βεβαίως, τα οποία ουδέποτε θα επιδιώξη σοβαρώς απασχολούμενος άνθρωπος. Εις τα αξιώματα ταύτα προστίθενται φυσικά και διακρίσεις οίον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ. τα οποία ανέκαθεν απετέλεσαν ευπρόσδεκτα και ζωηρώς καταζητούμενα θέματα μεγάλων σατυρικών έργων της λογοτεχνίας, ένθα απηθανατίσθη ο ανώνυμος ούτος κοινωνικός τύπος.

Την άνοδον αυτού διευκολύνουν πλείστα προς τούτο ειδικά προσόντα: η παντελής έλλειψις προσωπικότητος, ήτις εκδηλούται εις την χρονίαν απουσίαν γνώμης επί παντός ζητήματος, εις τον φόβον προ της ενδεχομένης διαφωνίας προς πάντα άνθρωπον, η ολιγόλογος ανιαρότης αυτού, εκλαμβανομένη υπό των αφελών ως βαθύνοια και σοβαρότης, οφειλομένη δε πράγματι εις ανεπανόρθωτον έλλειψιν πνεύματος και πολιτισμού, κλπ.

(Τοιούτοι λ.χ. δύο κλασσικοί και αντίθετοι τύποι σοβαροφανών βλακών: ο «ψωνίζων» και ο «causeυr».
Ο «ψωνίζων» έχει έκδηλον στίγμα την βλακώδη πονηρίαν εις το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος, ένθα παρά τοις ανθρώποις κείται συνήθως το πρόσωπον. Η ευφυΐα του, την οποίαν πιστεύει ότι έχει και ότι την κρύπτει επιμελώς, συνίσταται εις το ν´ ακούη μόνον τα λεγόμενα των άλλων, συνοδεύων αυτά με εξυπνώδες τι ηλίθιον μειδίαμα. Δεν απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» διά να «εκτεθή». Πάντα άνθρωπον κατ´ αρχήν θεωρεί ως εχθρόν ενεδρεύοντα να του αρπάση καμμίαν εκδήλωσιν δια να τον εκθέση κακοήθως εις τους εχθρούς του. Πάντα δε άνθρωπον κατ´ αρχήν εκφράζοντα γνώμας θεωρεί άνευ δισταγμού βλάκα, κρύπτων ο ίδιος επιμελώς την ευφυΐαν του όπισθεν συγκαταβατικού μειδιάματος.

Εχει την ευφυεστάτην άποψιν, ότι ηλίθιοι ήσαν πάντες οι έχοντες γνώμην, οι γράψαντες βιβλία, ότι ο Κάντ αδίκως εφιλοσόφησε και ο Μπετόβεν διέπραξε μεγίστην ηλιθιότητα συνθέσας τας μουσικάς του συμφωνίας. Η περιφρόνησίς του προς τους διανοουμένους και ιδίως τους αγωνιζομένους εξ αυτών και προς τους καλλιτέχνας είναι απέραντος, περί δε των ευφυολόγων φρονεί ότι πρόκειται περί γελωτοποιών τεταγμένων να τον διασκεδάζουν, γελά δε ουχί λόγω των ευφυολογημάτων των, αλλά λόγω της βλακείας των να λέγουν ευφυολογήματα άνευ πρακτικού τινος λόγου. Πάσας τας ανοησίας ταύτας των καλουμένων ευφυών καλύπτει ο «ψωνίζων» με μειδίαμα αυτοπεποιθήσεως, συγκαταβάσεως και μετριόφρονος υπεροχής...

Ο causeur συνάδελφος του ανωτέρω αποτελεί αληθή κοινωνικήν μάστιγα, διότι ως causerie εκλαμβάνει το να λέγη εις τους χειμαζομένους συνανθρώπους τί ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας, τί ήκουσεν εις το ραδιόφωνον και τί του είπον διάφοροι καθ´οδόν, εξικνούμενος έστιν ότε εις τα σχόλιά του, όταν αποφασίση να σχολιάση εις δυσθεώρητα ύψη οξυδερκείας και πνευματικής χάριτος: ότι λ.χ. κατά την νύκτα αναμφιβόλως επικρατεί σκότος, την δε βροχήν ακολουθεί οπωσδήποτε η υγρασία.... Εις ταύτα προστίθεται ενίοτε και η «προστατευτική» στάσις αυτού έναντι των πνευματικώς ανωτέρων του, σκοπούσα την υποτίμησιν αυτών εις τα όμματα του κόσμου κλπ. Με γενικόν και ανεπανόρθωτον αποτέλεσμα την κατάκτησιν της γενικής «συμπαθείας» του κόσμου και την απονομήν του περιφήμου διπλώματος του «συμπαθούς», κατά του οποίου, δι´ αιματηράς σατύρας εξηγέρθησαν εv σώματι όλοι οι πνευματώδεις άνθρωποι των αιώνων, οι αφήσαντες τα επισκεπτήριά των εις τας σελίδας της Ιστορίας, θεωρήσαντες αυτό, άγνωστον διατί, ως την δεινοτέραν ύβριν.

6. Ενδιαφέρον είναι τέλος ενταύθα το φαινόμενον μερικών ευφυών ανθρώπων, οίτινες, ενστικτωδώς διαισθανόμενοι τον κοινωνικώς ανυπέρβλητον ρόλον των βλακών και την λαμπράν κοινωνικήν αυτών σταδιοδρομίαν - εv τη «χρυσή» μέση οδώ της μετριότητος εννοείται - αποφασίζουν να υποδυθούν τον ρόλον αυτόν, όπως ανέλθουν δια της μεθόδου της «νύσσης», ως αύτη ευφυέστατα αποκαλείται παρά τω λαώ. Αλλ' ο ρόλος ούτος είναι εξαιρέτως δύσκολος εκ δύο λόγων: Πρώτον υποκειμενικώς η ύπαρξις πνευματικής και ψυχικής ζωής έχει ως γνωστόν αναποτρέπτους αντανακλάσεις επί της εξωτερικής φυσιογνωμίας, αίτινες με την τελειοτέραν υπόκρισιν, δύσκολον είναι ν' αποκρυβούν, πλην της περιπτώσεως καθ´ ήν είναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ήθοποιού. Η απλή παρουσία του ευφυούς ανθρώπου είναι κατά κανόνα διά τον βλάκα εις το έπακρον προκλητική. Το ψυχολογικόν σύμπλεγμα των συναισθημάτων, το οποίον αύτη εξαπολύει παρ´ αυτώ είναι το αυτό ακριβώς με εκείνο του καταδιωκομένου και πανικοβλήτου ζώου ή άνθρώπου, εν καταστάσει φυγής ή άμύνης. Τό μίσος, ο φόβος, ο φθόνος μετά του θράσους συμπλέκονται κατά τρόπον, δηλούντα δια τον εξησκημένον οφθαλμόν σαφώς εις πάσαν φράσιν, ίδία υποτιμητικήν ή μειωτικήν, την κατάστασιν αμύνης.

Δεύτερον από της απόψεως του βλακός, η ένστικτος καχυποψία αυτού είναι τοιαύτη, ώστε η υπόκρισις του ευφυούς ν' αποβαίνη ματαία, η δε πραγματική ειλικρίνεια αυτού να εκλαμβάνεται ως υπόκρισις. Ο βλάξ ως πλησιέστερος προς το ζωϊκόν βασίλειον, έχει την ένστικτον καχυποψίαν ούτω ανεπτυγμένην, ώστε ν´ αδυνατή να διαγνώση ή να εννοήση συλλογισμούς και λογικούς υπολογισμούς του ευφυούς, βασιζομένους όχι εις το ένστικτον αλλά εις την διάνοιαν. Αοπλος και ανυπεράσπιστος έναντι των ψυχρών υπολογισμών της ξένης διανοίας, ής ο μηχανισμός τυγχάνει εις αυτόν νοητικώς απροσπέλαστος, μίαν μόνην άμυναν διαθέτει, ακριβώς όπως το ζώον και ο πρωτόγονος άνθρωπος: την ένστικτον καχυποψίαν.

Ούτω εξηγείται και η φυσική και πνευματική κατωτερότης των λαών, οίτινες εμπνέονται βασικώς υπό της καχυποψίας, ήν αυταρέσκως εκλαμβάνουν ως ευφυίαν. Έναντι τών Ευρωπαίων οίτινες ουδεμίαν ανάγκην έχουν αυτής, ως αντιλαμβανόμενοι νοητικώς τον κόσμον. Εκ τούτων επίσης φαίνεται σαφώς, ότι η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρία είναι ακριβώς το αντίθετον της ευφυίας ως προς τον όλον αυτής εκτοπιζομένης πάντοτε υπό της δευτέρας. Λέγομεν αντίθετος μόνον ως προς τον ρόλον, διότι η διάνοια δεν είναι τι το ανεξάρτητον ή αντίθετον του ενστίκτου, αλλά τουναντίον η ανάπτυξις και ο δια λογικών μέσων πλουτισμός αυτού εις την αρχικήν αυτού πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία είναι η ενεργητική όψις της καχυποψίας και το δεύτερον στάδιον αυτής, ήτοι η δράσις αυτής, δράσις όμως ζωϊκώς αμυντικής φύσεως, διότι προϋποθέτει την πνευματικήν κατωτερότητα και την πνευματικήν αμηχανίαν του βλακός, ως ζώου ενστικτώδους και πνευματικώς πανικοβλήτου. Η απλή καχυποψία είναι άμυνα παθητικής φύσεως,καθ΄ ο μη ενεργούσα επί άλλων ατόμων. Η πονηρία είναι άμυνα ενεργητικής φύσεως, διότι αποτελεί εγκεφαλικήν ενέργειαν, σχηματισμόν συλλογισμών και συμπερασμάτων, αγόντων εις πράξεις («τον εγέλασε» κ.λπ.) και συνεπώς ενεργεί επί άλλων ατόμων. Άσχετον το ζήτημα της βλακώδους ποιότητος των συλλογισμών και συμπερασμάτων.

Η χρησιμοποίησις ήδη των βλακωδών τούτων συλλογισμών και συμπερασμάτων, με μιάν λέξιν της πονηρίας, χρησιμοποίησις όμως γενικώτερον ψυχολογικώς επιδρώσα επί του άλλου ατόμου, ήτοι χρησιμοποίησις αυτής εν συνδυασμώ με στοιχεία κατωτάτης πνευματικής υποστάθμης (κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθής μορφή τού βλακός ακόμη, επίκλησις της πολυτεκνίας του, προσφορά ανηθίκων καί ευκόλων υπηρεσιών εις το κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, το «ποιείν τον καραγκιόζην», ή τον gigolot, χειροφιλήματα προς τον «Εθνικόν Κυβερνήτην», εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων, μεταφορά λαχανικών, κλπ. κλπ.) τοιαύτη, λέγομεν, χρησιμοποίησις της πονηρίας, κατάστασις θετική, ενεργός και προσοδοφόρος, καλείται επιτηδειότης.

Και εδώ συμβαίνει κοσμοϊστορικόν γεγονός: ότι η δύναμις των μέσων τούτων επικρατήσεως των βλακών είναι τοιαύτη, λόγω της ευτελείας και της διανοητικής κατωτερότητος των κολακευομένων προσώπων, ώστε ο βλάξ, κατά παράβασιν φαινομενικώς της βλακείας του, νά φθάνη εις τον σκοπόν του και να προωθείται ή να επικρατή! Δεν γνωρίζομεν όμως τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και ψυχολογικώς η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: εκείνη, ήτις διαπράττει τ´ ανωτέρω, ή έκείνη, διότι δημιουργείται και δευτέρα, ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας! Εις την κατηγορίαν αυτήν ανήκουν και οι ευφυέστατοι εκείνοι αρριβισταί πάσης φύσεως του δημοσίου βίου, οι οποίοι φρονούν ότι δεν έχει καμμίαν σημασίαν τί λέγει και τί πράττει τις σήμερον και αύριον, διότι «εν τη συγχύσει του λαού τα πάντα λησμονούνται», παραγνωρίζοντες οι ατυχείς το γεγονός, ότι αν τυχόν λησμονεί ο λαός, δεν λησμονούν όμως τα στελέχη καί οι ηγέται του και ότι και αν ακόμη ολόκληρος ο λαός αποτελείται από λωποδύτας και παληανθρώπους, ο αυτός όμως ακριβώς λαός έχει την μοχθηράν αξίωσιν να μη είναι τοιούτοι oι παρ´ αυτού αναδεικνυόμενοι, ή εκείνοι oι οποίοι οπωσδήποτε επηρεάζουν τας τύχας του τους οποίους, εξ ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως και δικαιοσύνης, διότι εφωδιασμένοι αυτοί με περισσότερα μέσα του κάμνουν αθέμιτον ανταγωνισμόν, επιθυμεί ασπίλους, ή άλλως τιμωρεί. Διότι μόνον από της απόψεως της δευτέρας ταύτης κατηγορίας βλακών δύναται νά τεθή το ερώτημα: «ποίος είναι βλάξ, ο κολακεύων, ή αντιθέτως ο κολακευόμενος;»

Αλλ' ότι πάντα ταύτα τα μέσα της επιτηδειότητος είναι άσχετα εντελώς με την ευφυίαν, και ότι ουδείς ευφυής έχει ανάγκην να τα χρησιμοποιήση, διότι ούτος επικρατεί διά της άξίας του, δεν αμφισβητείται. Ότι είναι τα ευκολώτερα "πνευματικώς" μέσα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστεύση εις την ειλικρίνειαν του επιτηδείου είναι βλάξ, δεν αμφισβητείται. Πώς όμως δύναται ν' αμφισβητηθή ότι εάν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ αναγκαίως θα είναι και ο πείθων ένα βλάκα; Διότι, αλλοίμονον!, Ουδείς ευφυής μέχρι τούδε κατώρθωσε νά πείση βλάκα και ουδεμία συνεννόησις επιτεύχθη ποτέ μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. "Δύο κεφαλαί δια να συνεννοηθούν πρέπει να είναι ή εξ ίσου κεναί, ή εξ ίσου πλήρεις" είπε κάποτε επιγραμματικώτατα ο πρύτανις της Ελληνικής δημοσιογραφίας, διευθυντής της «Νέας Ημέρας».

Η κλασσική εκάστοτε αποτυχία των ευφυών εκείνων ανθρώπων, οίτινες ποτέ επειράθησαν προς στιγμήν να εισέλθουν εις τον ψυχοδιανοητικόν κόσμον των βλακών, διά να τους πλησιάσουν όπως επιτύχουν τι παρά των πανισχύρων τούτων εξουσιαστών των υψηλοτέρων αξιωμάτων, υπήρξε πράγματι τραγική μέχρι σημείου, ώστε να οδηγηθούν oι ατυχείς ούτοι εις την απελπισίαν, ενίοτε δε και εις τον τερματισμόν της σταδιοδρομίας των και εις τον θάνατον, ενώ ουδέν ποτέ νέφος διετάραξε την αγαστήν σύμπνοιαν μεταξύ των βλακών... Κατ' αδήριτον συνέπειαν η ως άνω δευτέρα κατηγορία αυτών θεωρεί τους ευφυείς αυτούς ως βλάκας! Υπάρχει και τρίτη κατηγορία βλακών, κυνικωτέρα και κομψοπρεπώς παροξύνουσα τα πράγματα: "Η μεγαλυτέρα βλακεία είναι η ευφυΐα!", λέγει αϋτη ώφελιμιστικώς κρίνουσα καί μή καθορίζουσα επακριβώς τήν... Ιδίαν αυτής θέσιν.

8. Αν ο βλάξ καταφεύγει εις την επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων εκ της αυτής ελλείψεως ανωτέρων πνευματικών μέσων ωθείται και προς την απάτην. Απάτη είναι ως γνωστόν η αποσιώπησις της αληθείας ή η παράστασις ψευδών πραγμάτων ως αληθών. Εξ αυτού τούτου του ορισμού αυτής συνάγεται ότι η απάτη δεν ανάγεται εις την εύφυίαν του απατεώνος, διότι πάς άνθρωπος δύναται να παραστήση ψευδώς πράγματα ως αληθή και αυτός ούτος ο βλάξ, αλλ´ εις την ευπιστίαν του θύματος. Ότι λοιπόν καταφεύγει εις αυτήν, ως διανοητικώς ευκολώτερον μέσον ο βλάξ επειδή, στερούμενος ευφυΐας, είναι ανίκανος να μεταχειρισθή έντιμα μέσα, είναι αυτονόητον, διότι έντιμα μέσα ως δυσκολώτερα, χρησιμοποιεί μόνον ο κεκτημένος πραγματικήν ατομικήν αξίαν. Πόθεν λοιπόν προέρχεται η ευρέως διαδεδομένη αντίληψις, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάξ, αλλ´ αναγκαίως είναι ευφυής, αντί της ως άνω αναλύσεως, εξ ής αντιθέτως προκύπτει, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι ευφυής, αλλ´ είναι αναγκαίως βλάξ; Η αντίληψις αύτη προέρχεται εκ της «θεωρίας» τού βλακός περί της ευπιστίας. Ειθισμένος ο βλάξ να «σκέπτεται» ουχί διά του νοητικού μηχανισμού, αλλά δια χονδροειδών έξωθεν εντυπώσεων, δεν ερευνά τας αιτιοκρατικάς σχέσεις, αλλά περιορίζεται εις το γεγονός μιας επιτυχούσης απάτης, γεγονός εξ ού και μόνου συνάγει την βλακείαν του θύματος και την ευφυΐαν του απατεώνος.

Ότι η απάτη δεν οφείλεται εις ευφυίαν ανελύθη, νομίζομεν επαρκώς. Ότι όμως η ευπιστία του θύματος αποτελεί βλακείαν, τούτο είναι αληθές μνημείον βλακικής "διανοίας" καί πολιτιστικής υποστάθμης. Διότι η ευπιστία ενός ατόμου, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα καί συνεπώς ως ευφυά, είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του. Όσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της ευφυίας καί του πολιτισμού ίσταται εν άτομον ή είς λαός, (οι Ευρωπαίοι εν σχέσει προς τους Ανατολίτας) τόσον περισσότερον εύπιστος είναι. Ο τελευταίος των βλακών θα ηδύνατο να εξαπατήση ένα Κάντ ή ένα Μπετόβεv και ο τελευταίος των Ελλήνων ένα Ευρωπαίον... Το μειδίαμα του οίκτου,το οποίον ρίπτουν οι "αφελείς κουτόφραγκοι", δημιουργοί των πνευματικών αξιών και εξουσιασταί του κόσμου, επί των δυστυχών «έξυπνων» της Μεσογείου και της Ανατολής, ας είναι και η τιμωρία των βλακών και δια την "θεωρίαν" των ταύτην!

9. «Οτι ο βλάξ, ακολουθών την ένστικτον αυτού καχυποψίαν, ευρίσκεται εντός της πραγματικότητος, τούτο είναι αναμφισβήτητον, θέτει δε αυτόν εν τω Κοινωνικώ βίω εις «ανωτέραν» μοίραν λ.χ. του μεταφυσικού, του όποΙου ο ενστικτώδης κόσμος έχει υποστή νοσηράν ατροφίαν, έναντι του διανοητικού αυτού κόσμου, όστις έχασε πάσαν επαφήν μετά της πραγματικότητος. Εάν δεχθώμεν, ως υποχρεούμεθα, πρώτον ότι το ένστικτον είναι αλάθητον, καθ´ ό ανεξήγητον και άφθαρτον, δεύτερον ότι ο κόσμος των ενστίκτων είναι ο κατ´ εξοχήν φυσικώς υγιής κόσμος, τρίτον ότι η κοινωνία ως συνέχεια της φύσεως είναι υγιής οργανισμός, απαρτιζόμενος υπό υγειών ατόμων, τότε το συμπέρασμα περί της υπεροχής του βλακός επί του μεταφυσικού εν τη κοινωνία, είναι συμπέρασμα αναγκαστικόν και ανέκκλητον, επαληθευόμενον άλλως τε, κατά φυσικήν αναγκαιότητα, υπ' αυτής ταύτης της κοινωνικής πραγματικότητος όλων των εποχών και των λαών.

Το ότι οι μεταφυσικοί επεκράτησαν (όχι ήνθισαν) εις εποχάς παρακμής των κοινωνιών δεν είναι τυχαίον. Ο βλάξ, ως ελέχθη και ανωτέρω, διαισθανόμενος εν τη καχυποψία του την επίθεσιν εκ μέρους του ευφυούς, είναι θεμελιωδώς εντός της πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ορθώς τον κίνδυνον να περιέλθη κοινωνικώς εις την κάτω τάξιν. Εάν δια της καχυποψίας αυτής και μόνης προστατεύεται έναντι του φυσικού αυτού προορισμού του, τούτο είναι άλλο ζήτημα. Φανερόν είναι, ότι το ένστικτον αποτελεί μέσον προσανατολισμού και στοιχειώδους αμύνης εις τον πρωτόγονον άνθρωπον, όχι όμως μέσον κατισχύσεως και υπεροχής εν προηγμένη κοινωνία μετά προηγουμένου κοινωνικού διαφορισμού και αναπτύξεως των νοητικών του ανθρώπου μέσων, των όποιων η κατ´ άτομα ανισότης είναι εξ ίσου φυσικώς δεδομένη.

Ο βλάξ ομοιάζει ενταύθα το ζώον, το όποίον εξ ενστίκτου γνωρίζει να διαφεύγη πάντα κίνδυνον, πλήν ανωτέρας ωμής βίας, εις την ζούγκλαν, εισερχόμενον όμως εις κεντρικήν οδόν μεγαλουπόλεως, ευρίσκεται αιφνιδίως υπό τους τροχούς αυτοκινήτου. Τούτο είναι άγνωστος και ακατανόητος εις αυτό μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατά τελευταίον λόγον εις το ένστικτον του ανθρώπου, κατασκευασθείσα όμως δια της διανοίας του. Πώς ήδη οι πνευματικώς κατώτεροι άνθρωποι ευρίσκονται υπό τους τροχούς διαφόρων κοινωνικών "αυτοκινήτων", - τούτο δεικνύει η θέσις αυτών εις την κάτω τάξιν. Την "μηχανήν" αυτήν είναι βεβαίως αδύνατον να διαφύγη και ο βλάξ, του οποίου και η άνοδος είναι αυστηρώς εντός ωρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Οτι δε τέλος ο μεταφυσικός ουδέ το ζώον, ουδέ τον βλάκα δύναται να περιπλέξη εις τροχούς, τούτο είναι ευνόητον εκ του γεγονότος, ότι ούτος φέρεται επί του Πηγάσου...

10. Ως προς την κοινωνικήν προέλευσιν των βλακών διαπιστούται ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η πονηρά φύσις δεν έδωκεν εις ωρισμένην τινά κοινωνικήν τάξιν το επίζηλον τούτο προνόμιον. Επεδαψίλευσεν ίσως ως φαίνεται, εις την εκάστοτε άνω τάξιν τους διασκεδαστικωτέρους απλώς τύπους βλακών, αλλά δεν εστέρησεν ουδεμίαν άλλην κοινωνικήν τάξιν της σοβαράς συμβολής των. Ο βλάξ υπουργός, ο αγόμενος και φερόμενος υπό των υπαλλήλων του και τα μέλη ενός εργατικού σωματείου, τα οποία εκμεταλλεύεται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος, ότι η βλακεία δεν έχει ταξικήν την πατρίδα.
Ψυχολογικά δε είναι κυρίως τα περιεχόμενα, τα οποία δημιουργούν τας ποικιλίας και παραλλαγάς μεταξύ των βλακών. Ο fils a papa της άνω τάξεως, ο οποίος λόγω φυσικής ατροφίας του βουλητικού του κόσμου, λαμβάνει σοβαρώς υπ' όψιν την ατελεύτητον σειράν των απαγορεύσεων της οικογενείας του, στερούμενος δε και ιδίας πνευματικότητος, καταντά εις το τέλος τύπος χωρίς την ελαχίστην προσωπικότητα, ονομάζεται υπό της τάξεώς του επιεικέστατα "καλό παιδί", εις δε την αντικειμενικήν διάλεκτον θα ηδύνατο να αποκληθή "ευπρεπής βλάξ", ενώ το "τέκνον του λαού" εις την αυτήν περίπτωσιν ονομάζεται υπό του ευφυεστέρου και κυριολεκτούντος λαού δραστικώτατα "κόπανος".


Σημαντικώς αυστηροτέρα είναι επομένως η φυσική επιλογή εντός της κάτω τάξεως: ενώ λ.χ. ο fils a papa εις την μαθητικήν ηλικίαν τυγχάνει της αγωγής, των μορφωτικών μέσων και των περιποιήσεων της τάξεώς του και παραμένει ψυχικώς αμείωτος, όπερ επαυξάνει την γελοίαν αυτοπεποίθησίν του εις πρεσβυτέραν ηλικίαν, δυνάμενος να φθάση ανενοχλήτως και εις υψηλά αξιώματα, η δε ατομική του ύπαρξις ως μη ώφειλε, είναι γνωστή εν τη κοινωvία. Αντιθέτως το τέκνον του λαού και σκληρώτερον χειραγωγείται υπό των γονέων του και των συμμαθητών του εν τω σχολείω μέχρι πλήρους ψυχικής εξουθενώσεως δια σκληράς υποτιμήσεως, προπηλακισμών, φαρσών, ύβρεων και βιαιοπραγιών και δυσκολώτερον είναι κατόπιν τούτων ν' ανέλθη την κοινωνικήν κλίμακα, ο δε βλάξ των λαϊκών τάξεων ούτως και συμπαθέστερος είναι και άγνωστος και ακινδυνώτερος και ολιγώτερον γελοίος, καθ' ο σεμνότερος και εστερημένος της αυτοπεποιθήσεως ή επάρσεως του βλακός των άνω τάξεων, εις τον οποίον λόγω ατροφίας τού βουλητικού του και τής μαλθακότητος του οικογενειακού του περιβάλλοντος προστίθεται έστιν ότε και αηδής γυναικωτός χαρακτήρ. Ενιαίον όμως είναι το πνευματικόν προλεταριάτον πάσης ταξικής καταγωγής.

11.Η ηθική τέλος σχέσις μεταξύ βλακός και επιτηδείου ή απατεώνος είναι απροσδοκήτως διάφορος της ήν εκλαμβάνει συνήθως η «κοινή γνώμη». Ο συνήθης κοινωνικός άνθρωπος θεωρεί τον επιτήδειον και τον απατεώνα ως ανηθίκους μεν, άλλ´ ως υποδιαιρέσεις του ευφυούς. Ολως το αντίθετον όμως συμβαίνει: ο επιτήδειος και ο απατεών είναι ακριβώς υποδιαιρέσεις τού βλακός. Καί ιδού πώς. Είπομεν ανωτέρω ότι η πονηρία, εκτός εάν είναι μέσον αμύνης των ευφυών ουχί κατά των βλακών αλλά κατά της πονηρίας των, αποτελεί φυσικήν ιδιότητα των βλακών και δη φυσικήν συνέπειαν του γεγονότος, ότι, λόγω ατροφίας του νοητικού των μηχανισμού, αποτελεί αύτη την μόνην άμυναν αυτών κατά πάσης έξωθεν επιθέσεως. Από της διαπιστώσεως της αληθείας ταύτης μέχρι της ακολούθου αληθείας υπάρχει έv και μόνον βήμα: ότι μόνον ο πνευματικώς ανάπηρος έχει ανάγκην της επιτηδειότητος και της απάτης δια να προωθηθή ή να επικρατήση. Ουδείς άνθρωπος αξίας έχει ανάγκην να γίνη επιτήδειος ή απατεών.

Η καθημερινή κοινωνική πείρα διδάσκει ότι τα επίθετα ταύτα ουδέποτε κατώρθωσαν να "κολλήσουν" εις ανθρώπους πραγματικής αξίας, οι οποίοι, εάν υπήρξαν μισητοί, εχαρακτηρίσθησαν ίσως ως «κακοί», ως «καταχθόνιοι», ως «γόητες», ως «τορπιλληταί» ή ως «λιβελλογράφοι», ουδέποτε όμως ως επιτήδειοι ή απατεώνες, και όταν ακόμη υπήρξαν συντηρητικοί εις τας σχέσεις των μετά των λοιπών ανθρώπων και κατώρθωσαν πάντοτε να προωθηθούν ή να επικρατήσουν. Απόλυτος εσωτερική συνέπεια της πνευματικής αναπηρίας του βλακός είναι άλλως τε όχι μόνον η αγελαία του τάσις, όχι μόνον η προώθησίς του «πλάτην μέ πλάτην» με την λεγεώνα των ομοίων του, όχι μόνον η προσφυγή εις τα ευτελέστερα μέσα της επιτηδειότητος, την έλλειψιν αντιθέτου γνώμης, την προσφοράν ευκόλων και ανηθίκων εκδουλεύσεων και την κολακείαν, αλλά και η συστηματική αποφυγή πάσης συγκρούσεως και πάσης μάχης. Και όταν ακόμη ο βλάξ, υπό την μορφήν του επιτηδείου ή του απατεώνος, εξαναγκασθή να δώση μάχην, θα δώση αυτήν δια των πνευματικώς ευκολοτέρων καί συνεπώς των ανηθικωτέρων «όπλων»: του ψεύδους, της διαστροφής, της ραδιουργίας και της συκοφαντίας.
Εξ ού έπεται το ακλόνητον δόγμα: και η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προνόμιον των βλακών!

Σάββατο, 18 Οκτώβριος 2008

Το τέλος του καπιταλισμού προβλέπει ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν


Από www.ardin.gr
-Εχοντας συνυπογράψει τη διακήρυξη του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε το 2005, θεωρείστε ως ένας από τους εμπνευστές του παγκόσμιου αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Ιδρύσατε και διευθύνετε το Κέντρο Φερνάντ Μπρωντέλ για τη μελέτη της οικονομίας των ιστορικών συστημάτων και πολιτισμών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, στο Μπίρχαμπτον. Πώς τοποθετείτε την παρούσα οικονομική και χρηματιστηριακή κρίση στο πλαίσιο της «μεγάλης διάρκειας» της ιστορίας του καπιταλισμού;
-Ο Φερνάρντ Μπρωντέλ (1902-1985) διέκρινε στην ανθρώπινη ιστορία φάσεις «μεγάλης διάρκειας», οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη, και υποδηλώνουν την ύπαρξη διαφορετικών συστημάτων που καθορίζουν τη σχέση του ανθρώπου με το υλικό του περιβάλλον. Στο εσωτερικό αυτών των φάσεων, εμπεριέχονται οι οικονομικοί κύκλοι, τη λειτουργία των οποίων περιέγραψαν οικονομολόγοι όπως ο Ν. Κοντράτιεφ (1882-1930) ή ο Ζόζεφ Σουμπέτερ (1883-1950). Σήμερα, ζούμε το τέλος μιας «Β΄ φάσης» του κύκλου Κοντράτιεφ, η οποία ξεκίνησε πριν από τριάντα-τριανταπέντε χρόνια. Πριν από αυτή, υπήρξε μια «Α΄ φάση», η οποία μάλιστα ήταν από τις μεγαλύτερες φάσεις (διήρκεσε από το 1945 έως το 1975) στα πλαίσια της 500χρονης ιστορίας του καπιταλιστικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της «Α΄ φάσης», τα κέρδη παράγονται μέσα από την υλική, βιομηχανική ή οποιασδήποτε άλλης μορφής, παραγωγή. Κατά τη διάρκεια της «Β΄ φάσης» ο καπιταλισμός αναγκάζεται, προκειμένου να συνεχίσει την κερδοφορία, να στραφεί στη χρηματιστική οικονομία και να επιδοθεί στην κερδοσκοπία. Εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, οι επιχειρήσεις, τα κράτη και τα νοικοκυριά βρίσκονται σε τροχιά υπερχρέωσης. Σήμερα, βιώνουμε το τέλος της «Β΄ φάσης» του κύκλου Κοντράτιεφ, όταν η εικονική ύφεση μετατρέπεται σε πραγματική και οι φούσκες σκάνε η μία μετά την άλλη: Οι χρεωκοπίες πολλαπλασιάζονται, η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου εντείνεται, η ανεργία καλπάζει, και η οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο ύφεσης. Σήμερα, το τέλος αυτής της συγκυριακής φάσης συμπίπτει με την περίοδο της μετάβασης μεταξύ δύο συστημάτων που λειτουργούν στη «μεγάλη διάρκεια», γεγονός που μεγιστοποιεί τις συνέπειές του. Νομίζω ότι, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχουμε εισέλθει στην τελευταία φάση του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που διαφοροποιεί την παρούσα φάση του κύκλου από τις προηγούμενες είναι ότι ο καπιταλισμός αδυνατεί να λειτουργήσει ως «σύστημα», όπως το εννοεί ο φυσικός και χημικός Ίλια Πριγκοζίν (1917-2003): Όταν ένα βιολογικό, χημικό ή κοινωνικό σύστημα αποκλίνει τόσο συχνά από τις συνθήκες της σταθερότητας, αποτυγχάνει εντέλει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες του και καταρρέει. Τότε, η κατάσταση γίνεται χαοτική και ανεξέλεγκτη για τις δυνάμεις που κυριαρχούσαν και βλέπουμε την ανάδυση ενός ανταγωνισμού, όχι αυτή τη φορά μεταξύ των υπέρμαχων και των πολέμιων του συστήματος, αλλά μεταξύ όλων των ενεργών μερών που μάχονται για να καθορίσουν το τι θα το αντικαταστήσει. Γι’ αυτή την περίοδο, η καταλληλότερη λέξη είναι η λέξη κρίση. Λοιπόν, βρισκόμαστε σε κρίση. Ο καπιταλισμός οδεύει προς το τέλος του.

-Και γιατί δεν πρόκειται για μια νέα μετάλλαξη του καπιταλισμού, ο οποίος, στο κάτω-κάτω, έχει ήδη γνωρίσει το πέρασμα από το μερκαντιλιστικό του στάδιο στο βιομηχανικό και από εκεί στο χρηματιστικό;
-Ο καπιταλισμός είναι παμφάγος, αιχμαλωτίζει το κέρδος στα πεδία όπου μπορεί να μεγιστοποιηθεί· δεν περιορίζεται σε περιθωριακά μικροκέρδη, αλλά προσπαθεί να συγκροτήσει μονοπώλια – όπως προσπάθησε να κάνει τελευταία με τη βιοτεχνολογία και την τεχνολογία της πληροφορίας. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι οι πραγματικές δυνατότητες για περαιτέρω συσσώρευση έχουν εξαντληθεί. Από τη στιγμή της γέννησής του, κατά τον 16ο αιώνα, ο καπιταλισμός τρέφεται από την αντίθεση του κέντρου και των περιφερειών (οι οποίες δεν προσδιορίζονται απαραίτητα γεωγραφικά). Απ’ αυτή την άποψη, η οικονομική άνοδος των χωρών της Ανατολικής Ασίας, της Ινδίας και της Λατινικής Αμερικής συνιστά μια ανυπέρβλητη πρόκληση για την «οικονομία-κόσμος» που δημιουργήθηκε από τη Δύση και η οποία δεν είναι πλέον σε θέση να ελέγξει το κόστος της συσσώρευσης. Οι τρεις παγκόσμιες καμπύλες, αυτές του εργατικού κόστους, των πρώτων υλών και της φορολογίας, αυξάνονται διαρκώς σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Μπορεί το νεοφιλελεύθερο διάλειμμα να αντέστρεψε προσωρινά αυτήν την τάση και, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990, αυτά τα κόστη να κινούνταν σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ ό,τι το 1970, αλλά ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερα από το 1945. Στην πραγματικότητα, η τελευταία περίοδος πραγματικής συσσώρευσης υπήρξε αυτή της «Χρυσής Τριακονταετίας», η οποία επιτεύχθηκε λόγω του ότι τα κεϋνσιανά κράτη έθεσαν εαυτά στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Αλλά και πάλι, έφθασαν στα όριά τους!

-Υπάρχουν προηγούμενα για την τρέχουσα φάση, όπως την περιγράψατε;
-Υπήρξαν πολλά στην ανθρώπινη Ιστορία, σε αντίθεση με τον κοινό τόπο, που σφυρηλατήθηκε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, και τη μαρξιστική του εκδοχή, περί μιας διαρκούς και ακατάπαυστης προόδου. Εγώ προτιμώ να μιλάω για την πιθανότητα και όχι για το αναπόφευκτο της προόδου. Βεβαίως, ο καπιταλισμός είναι το σύστημα που έχει παραγάγει στην πιο μεγάλη έκταση πλούτο και αγαθά. Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να κοιτάξουμε και το μέγεθος των καταστροφών που ο ίδιος έχει προκαλέσει στο περιβάλλον και την κοινωνία. Το μόνο καλό του είναι ότι επιτρέπει σ’ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να διαμορφώσει μια ικανοποιητική και ορθολογικοποιημένη ζωή. Ωστόσο, η πρόσφατη κρίση παρουσιάζει πολλές αναλογίες με εκείνη της κατάρρευσης του φεουδαλικού συστήματος στην Ευρώπη, η οποία συνέβη μεταξύ του 15ου και του 16ου αιώνα, και η οποία οδήγησε στην ανάδυση του καπιταλιστικού συστήματος. Η κρίση αυτή, που κορυφώνεται με τους θρησκευτικούς πολέμους, προκλήθηκε από την κατάρρευση της ισχύος της αριστοκρατίας, του κλήρου και του βασιλιά στις πλουσιότερες κοινότητες και πόλεις. Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό διαμορφώθηκε ασυνείδητα, έπειτα από διαδοχικές δοκιμές και πειράματα, όταν απρόσμενες λύσεις προσέφεραν διεξόδους που οδήγησαν στη σταδιακή διαμόρφωση του καπιταλισμού.

-Πόσο θα διαρκέσει η παρούσα μεταβατική περίοδος και σε τι μπορεί να οδηγήσει;
-Το τέλος μιας «Β΄ φάσης» του κύκλου Κοντράτιεφ συνήθως διαρκεί τρία με πέντε χρόνια. Έπειτα, περνάμε στην απαρχή μιας νέας «Α΄ φάσης», όπου ξανά παράγεται πραγματικό κέρδος από νέες μορφές παραγωγής, όπως τις περιέγραψε ο Σουμπέτερ. Το γεγονός όμως ότι η παρούσα φάση συμπίπτει και με την ευρύτερη συστημική κρίση μάς οδηγεί σε μια μακρά περίοδο πολιτικού χάους, όπου οι μέχρι πρότινος κυρίαρχοι παίκτες, οι πολυεθνικές και η Δύση, θα κάνουν οτιδήποτε περνάει από το χέρι τους για να επιστρέψουν σε ισορροπία, αν και είναι πολύ πιθανόν να αποτύχουν.Οι πιο έξυπνοι απ’ αυτούς έχουν ήδη κατανοήσει την ανάγκη να δημιουργηθεί κάτι εντελώς καινούργιο. Οι περισσότερες αντιδράσεις που αφορούν στην εύρεση νέων διεξόδων είναι σκόρπιες και χαοτικές, και δεν γνωρίζουμε ποιο σύστημα θα ανακύψει απ’ αυτές τις αναζητήσεις. Βρισκόμαστε σε μια σπάνια στιγμή, όπου η κρίση και η αδυναμία των ισχυρών πολλαπλασιάζει την ελευθερία της βούλησης του κάθε ενός από εμάς: Σήμερα, όλοι έχουμε μεγαλύτερες πιθανότητες να καθορίσουμε το μέλλον μας. Όμως, στο μέτρο που το μέλλον θα αποτελέσει την κοινή συνισταμένη όλων των επιμέρους αντιδράσεων στην κρίση, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γνωρίζουμε από τώρα το προς τα πού θα κινηθεί. Σε δέκα χρόνια, θα είναι πολύ πιο εύκολο να διακρίνουμε το περίγραμμά του, ενώ σε τριάντα-σαράντα χρόνια ένα νέο σύστημα θα έχει αναδυθεί. Νομίζω ότι σήμερα είναι εξίσου πιθανό να προκύψει ένα σύστημα ακόμα πιο βάρβαρης εκμετάλλευσης από τον καπιταλισμό ή ένα σύστημα περισσότερο εξισωτικό και αναδιανεμητικό.

-Οι προηγούμενες αλλαγές στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος είχαν προκαλέσει μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της «οικονομίας-κόσμος», από τη Μεσόγειο στα ευρωπαϊκά παράλια του Ατλαντικού, για παράδειγμα, κι από εκεί στις ΗΠΑ.Κατ’ αναλογίαν, το μέλλον βρίσκεται στην Κίνα;
-Η κρίση την οποία βιώνουμε σηματοδοτεί επίσης το τέλος ενός κύκλου αμερικανικής ηγεμονίας, ο οποίος ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1970. Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ένας μείζων παίκτης στη διεθνή σκηνή, αλλά ποτέ ξανά δεν θα επανακτήσουν την κυριαρχία πάνω στα αναδυόμενα κέντρα της ισχύος, τη Δυτική Ευρώπη, την Κίνα, τη Βραζιλία, την Ινδία. Με τους όρους της μπρωντελιανής «μεγάλης διάρκειας», είναι πιθανόν να προκύψει μια νέα ηγεμονική δύναμη κατά τα επόμενα πενήντα χρόνια. Όμως, δεν γνωρίζω ποια θα είναι αυτή. Εν τω μεταξύ, οι πολιτικές συνέπειες της παρούσας κρίσης θα είναι τεράστιες, καθώς τα αφεντικά του συστήματος θα προσπαθήσουν να βρουν εξιλαστήρια θύματα για την κατάρρευση της ηγεμονίας τους. Νομίζω ότι οι μισοί Αμερικανοί δεν θα αποδεχτούν ό,τι συμβαίνει σήμερα. Έτσι, θα αναδυθούν εσωτερικές συγκρούσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες θα εξελιχθούν στην πολιτικά πιο ασταθή χώρα του κόσμου. Και μην ξεχνάτε ότι εμείς οι Αμερικανοί είμαστε όλοι οπλισμένοι…
*Η συνέντευξη δόθηκε στον Antoine Reverchon και δημοσιεύθηκε στην Le Monde που κυκλοφόρησε στις 12.10.2008.

Παρασκευή, 26 Σεπτέμβριος 2008

Καλλιωραίοι, η μεγάλη σαρακατσάνικη οικογένεια

Ερευνα για το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας των Καλλιωραίων έχει κάνει ο κ. Γιώργος Καλλιώρας που μας γράφει.

Καλημέρα σας και συγχαρητήρια για την πολύ καλή δουλειά που έχετε κάνει. Ονομάζομαι Καλλιώρας Γεώργιος και όπως θα δείτε παρακάτω έχω μακρινή καταγωγή από τον Διόνυσο (Τσαμάλι) Βοιωτίας. Έτσι σκέφτηκα να σας στείλω κάποια ιστορικά στοιχεία της οικογενείας μου με την ελπίδα ότι θα έρθω σε επαφή με κάποιους από αυτούς.
Σας ευχαριστώ πολύ. Γ. Καλλιώρας Λαμία.
Ιδού η πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα του Γ. Καλλιώρα, που του αξίζουν συγχαρητήρια για την επιμονή του..

H παρακάτω έρευνα αναφέρεται στους Καλλιωραίους που έχουν Σαρακατσαναίηκή καταγωγή και πατρογονικά κατοικούν στους νομούς Φθιώτιδος και Βοιωτίας . Κάποτε με τα κοπάδια τους μετανάστευαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος (Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία) αλλά γύρω στο 1920-30 ακολουθώντας το δρόμο των περισσότερων Σαρακατσαναίων εγκατέλειψαν τις μεταναστεύσεις, και στις δεκαετίες του 50-60 εγκατέλειψαν τον ποιμενικό βίο ορίστηκα και εγκαταστάθηκαν στους δύο παραπάνω νομούς . Καλό θα ήταν να αναφερθούμε στην προέλευση του ονόματος μας.
Έπειτα από μία σχετική έρευνα κατέληξα στα παρακάτω.

Καλλιωράδες στο Αγρίνιο λένε τους παραμυθάδες -μοραπάδες . Καλλιωράδες η Καλαντράδες λένε στην περιοχή του Δομοκού αυτούς που λένε τα Κάλαντα των Θεοφανίων. Το Καλλιώρας επίσης προέρχεται από την φράση που συνήθιζε κάποιος Καλή –ώρα σαν ευχή (ευχόνημο). Στα πλαίσια της ερευνάς το νομό Φθιώτιδος γνώρισα Καλλιωραίους που κατάγονται από τα χωριά Λιτόσελο και Βίτολη αλλά δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους.

Οι Καλλιωραίοι της Αταλάντης όμως επιμένουν πως είναι σόι με τους Καλλιωραιους της Βιτολης και του Λιτοσελου. Στην Άθήνα είχα την τύχη να γνωρίσω κάποιους Καλλιωραίους από τα χωριά της Αργιθέας και αυτοί μου δήλωσαν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους ,αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι γονείς τους και οι παππούδες τους ασχολιόντουσαν με την κτηνοτροφία και κάνανε μάλιστα και μεγάλες μεταναστεύσεις, πράγμα που το κάνανε οι μεγάλες ποιμενικές φυλές ( Σαρακατσαναίοι, Καραγκούνηδες, Βλάχοι, κ.λ.π.).

Στα πλαίσια της έρευνας επίσης συνάντησα την σεβάσμια θεία μου Γιαννούλα Καλλιώρα- Κοκοφίκη και μου εξομολογήθηκε ότι της είχε πει κάποια θεία της ότι οι Καλλιωραίοι παλιά ονομάζονταν Ζερβαίοι. Αν αυτό είναι αλήθεια σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο (που θα δούμε παρακάτω) πρέπει να έγινε γύρω στο 1800- 1820. Την εποχή εκείνη οι προγονοί μας ,ξεχειμώνιαζαν στο Τσαμάλι της Λιβαδειάς και είχαν άλλο όνομα (Ζερβαίοι ?), κάποιος απ’ αυτούς ο Γιώργος είχε την συνήθεια όταν ήθελε να αποχαιρετήσει κάποιον τον αποχαιρετούσε με την ευχή άντε καλή ώρα ,έτσι του έμεινε το παρατσούκλι Καλλιώρας που αργότερα έγινε το κύριο όνομα Καλλιώρας.

Ο Γιώργος Καλλιώρας (Ζέρβας?) που προαναφέραμε σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε είχε τέσσερα αγόρια, (για πόσα κορίτσια είχε, δεν έχουμε πληροφορίες) τον Δημήτρη, τον Σπύρο, τον Χρίστο και τον Βασίλη.Γύρω στο 1825-30 πρέπει να συνέβη κάποιο σοβαρό γεγονός στην οικογένεια του Γ. Καλλιώρα που ανάγκασε τα παιδιά του να φύγουν από την Λιβαδειά.Αυτό το γεγονός ήταν τόσο σοβαρό που λέγεται ότι ένα από τα παιδία του Γιώργου Καλλιώρα (άγνωστο ποιος) έφυγε και πήγε στο Αγρίνιο και δεν ξαναγύρισε ποτέ και ότι οι απόγονοι του είναι ακόμη εκεί.

Πρώτος πρέπει να έφυγε ο Σπύρος και πήγε Ντερβένι (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδος) και να τον ακολούθησε αργότερα ο αδερφός του Χρίστος ,ο δε Μήτρος πήγε στην Αταλάντη, στο Τσαμάλι έμεινε μόνο ο Βασίλης Καλλιώρας.Αξίζει να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τον Βασίλη Καλλιώρα και τον Σπύρο Καλλιώρα διότι ο βίος τους ήταν πιο διαφορετικός από τα άλλα αδέρφια τους. Ο Σπύρος όταν πήγε στο Ντερβένι γνωρίστηκε με κάποιον Κώστα Κατσαμάκη η Κουμπάρο (επειδή έκανε πολλές κουμπαριές).


Οι δυο τους αποκτήσανε μια καλή φιλία και κάποια στιγμή έγιναν και κουμπάροι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιωρα ο Κατασαμάκης πρόσφερε γη στον Σπύρο Καλλιώρα στη περιοχή του Ντερβενιού.Επίσης σύμφωνα με την παράδοση ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Κουμπάρος ήταν σταυραδέρφια, επίσης σταυραδερφός τους ήταν και ο Κων. Δ. Λιάκος από την Τσοπαλνάτα (σημερινή Λυγαριά), εγγονός του Ευάγγελου Μπαλατσού αρχικαπετάνιου του 21 και γιος του Δημ. Λιάκου καπετάνιου του 21 από το Καρπενήσι.

Αργότερα στο Ντερβένι ήρθε και ο αδερφός Σπύρου ο Χρίστος ο οποίος πήρε κι αυτός γη από τον Κουμπάρο και εγκαταστάθηκε και αυτός στο Ντερβένι.Περνώντας το χρόνια ο Σπύρος εξελίχτηκε σε μικροκαπετάνιο της περιοχής που έδρασε από την περιοχή του Ντερβενιού μέχρι το οθωμανικό.Εκείνη την εποχή η Θεσσαλία ήταν υπό Οθωμανική κατοχή και γινόντουσαν πολλές προσπάθειες για την απελευθέρωση της .Συνεπαρμένοι από αυτή την ιδέα ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος αποφάσισαν να μπουν στην Θεσσαλία να προκαλέσουν θέμα για να ξεκινήσει η επανάσταση της Θεσσαλίας.

Πήγαν και βρήκαν δύο καπεταναίους της περιοχής τον Λίγκα και τον Φαρμάκη (πιθανών από την Μοσχοκαριά) και μαζί τους ξεκίνησαν για την Θεσσαλία.Όλοι μαζί έφτασαν μέχρι την Μάντρα Τρικάλων, εκεί από τυχαίο γεγονός σκότωσαν έναν τούρκο χωρικό που είχε πάει ε το μουλάρι του να μαζέψει ξύλα. Όταν το μουλάρι γύρισε πίσω οι δικοί του ανησύχησαν και ειδοποίησαν τον στρατό. Ο τούρκικος στρατός της περιοχής είχε πληροφορίες ότι υπάρχουν αντάρτες στο βουνό και κατάφερε το βράδυ να περικυκλώσει τους Έλληνες χωρίς αυτοί να τους αντιληφθούνε.

Από την πλευρά των Ελλήνων όταν σκοτώθηκε ο τούρκος χωρικός κάποιοι είπαν να φύγουν ,άλλοι είπαν να μείνουν εκεί. Ξέρουμε ότι μία ομάδα από αυτούς έφυγε οι υπόλοιποι έπεσαν και κοιμήθηκαν (Ανάμεσα τους ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος) .Το πρωί όμως που ξύπνησαν διαπίστωσαν ότι ήταν περικυκλωμένοι από τούρκους στρατιώτες. Ξέρουμε ότι από την μάχη που ακολούθησε από τους περικυκλωμένους Έλληνες δεν γλίτωσε κανένας. Από την μάχη αυτή βγήκε το τραγούδι (Τι τ’ άθελες βρε Λίγκα τι τ’ άθελες Φαρμάκη).Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιώρα ,όταν οι συγγενείς του Κ. Λιάκου πήγαν να πάρουν το πτώμα του ,βρήκαν όλα τα πτώματα των Ελλήνων πεταμένα σε ένα ρέμα μισοφαγωμένα από τ’ αγρίμια.

Όταν ο Σπύρος Καλλιώρας έφυγε για την Θεσσαλία άφησε πίσω του δύο κόρες την Κωστάντω και την Δήμητρα. Η Κωστάντω παντρεύτηκε στο Ντερβένι με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και η Δήμητρα παντρεύτηκε δύο φορές. Στον πρώτο της γάμο παντρεύτηκε με κάποιον Σταυρογιάννη και κάνανε ένα γιο τον Χρίστο ο οποίος με την σειρά του παντρεύτηκε την Δήμητρα Μπλέτζα. Στον δεύτερο γάμο της παντρεύτηκε με τον Κώστα Κουκούλη , και κάνανε δύο παιδιά την Ελένη και τον Σπύρο.

Ο Βασίλης ήταν ο μόνος που έμεινε στο Τσαμάλι πιθανών για να φυλάει τους γονείς τους. Απ’ ότι ξέρουμε ο Βασίλης Καλλιώρας ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος (γιαυτό και οι πράξεις του έμειναν ζωντανές στη μνήμη των απογόνων του). Κάποια στιγμή εγκατέλειψε την οικογένεια του και το κοπάδι και κατέβηκε στην Λιβαδειά σε αναζήτηση καλύτερης τύχης , εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα για να μπορέσει να ζήσει ,ένα από αυτά ήταν και το επάγγελμα του σιδερά. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε από την ζωή της πόλης την εγκατέλειψε και ξαναγύρισε στην οικογένεια του και στο κοπάδι.

Εκεί στο Τσαμάλι ερωτεύτηκε μία όμορφη βοσκοπούλα από το σόι των Ζερβαίων.Κάποια μέρα όταν η νεαρή βοσκοπούλα πήγε στην πηγή με την βαρέλα να πάρει νερό Βασίλης πήγε και της μίλησε. Αυτή τότε έκοψε μόνη της μία κοτσίδα από τα μαλλιά της και ξαναγύρισε στο κονάκι.Όταν την ρώτησαν η δικοί της άνθρωποι ποιος της έκοψε την κοτσίδα αυτή απάντησε ότι την έκοψε ο Βασίλης Καλλιώρας και όταν οι δικοί της την ρώτησαν αν θέλει να τον παντρευτεί αυτή απάντησε καταφατικά.

Έτσι ο Βασίλης παντρεύτηκε την Μαρία Ζέρβα και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο ,τον Νίκο, μία κόρη που δεν καταφέραμε να μάθουμε πώς λέγεται ,μάθαμε μόνο ότι παντρεύτηκε στη Λιβαδειά με κάποιον Χαρίση, τον Σπύρο (ο οποίος θα πρέπει να γεννήθηκε μετά τον θάνατο του θείου του Σπύρου στην Θεσσαλία και να πήρε το όνομά του) και τον Κώστα (Κονή).Όταν ο Βασίλης Γ. Καλλιώρας και η γυναίκα του μεγάλωσαν αρκετά άρχισαν να σαπίζουν οι σάρκες τους πάνω από τους ώμους.

Όταν πλέων ήταν ανήμποροι να φροντίσουν την οικογένεια τους αποφάσισαν να παντρέψουν το ένα από τα αγόρια της οικογένειας για να μπει μία γυναίκα στην οικογένεια και να φροντίζει τους υπόλοιπους. Αν και ήταν σε μικρή ηλικία ο Γιώργος παντρεύτηκε την Γιαννούλα Κονδύλη ,αλλά δεν κάθισε και πολύ στην Λιβαδειά πήρε την οικογένεια του και το μερίδιό του και έφυγε για την Λαμία, όπου ήταν ήδη ο θείος του Χρήστος και οι δύο κόρες του Σπύρου παντρεμένες στο Καλαμάκι. Από τους απογόνους του Γιώργου Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν σήμερα στο Αυλάκι στην Λαμία ,στον Δομοκό στη Στυλίδα, στη Μεγάλη Βρύση ,στη Ροδίτσα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στον Βόλο, στα Τρίκαλα, Χαλκίδα, και στην Αθήνα. Αργότερα τον Γιώργο τον ακολούθησε και ο αδερφός του Κώστας (Κονής) που ήταν παντρεμένος με την Παρασκευή Χατζή , οι απόγονοί του ζουν σήμερα στο Φρατζόμηλο ,στη Φραντζή ,στις Κομποτάδες, στην Αγία Παρασκευή ,στην Μεγάλη Βρύση , στο Αυλάκι, στη Στυλίδα, στη Λαμία, στη Λιβαδειά ,στην Αλίαρτο στο Παύλο, στον Ελαιώνα και στην Αθήνα.Στο Τσαμάλι έμεινε ο Νικολάκης και ο Σπύρος για λίγο ακόμη.Ο Νικολάκης Καλλιώρας ήταν παντρεμένος με την Δήμητρα Ντόγανου ,από τους απογόνους του σήμερα οι πιο πολλοί ζουν στον Διόνυσο ,στον Έξαρχο ,στην Δαύλεια ,στην Αγία Παρασκευή ,στον Ορχομενό, στη Λιβαδειά ,στην Τραγάνα, στην Πλάκα Φθιώτιδος ,στη Δαμάστα Φθιώτιδος, στην Καρδίτσα ,στην Θεσσαλονίκη ,και στη Αθήνα.Πολύ αργότερα τους άλλους Καλλιωραίους ακολούθησε στη Λαμία και ο Σπύρος. Από τους απογόνους του οι ποιο πολλοί σήμερα ζουν στην Λαμία και στην Αθήνα λίγοι στο Αυλάκι ,στην Αγία Παρασκευή ,στη Στυλίδα ,και στις Τσουκαλάτες Βοιωτίας.

Η αδερφή τους όπως είπαμε ήταν παντρεμένη με κάποιον Χαρίση από την Λιβαδειά κάνανε μία κόρη την Βαγγελιώ που παντρεύτηκε με τον Κώστα Αραπαντζίκο και κάνανε έξι παιδιά . Από τους υπόλοιπους Καλλιωραίους ο Μήτρος όπως είπαμε πήγε στην Αταλάντη και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο που πήρε γυναίκα από το σόι των Τζηναίων ,τον Κώστα που παντρεύτηκε με την Αθηνά Σεϊντή , την Ελένη που παντρεύτηκε με τον Μιλτιάδη Καρακικέ ,την Βαγγελίτσα που παντρεύτηκε με τον Κώστα Γουλοδίμο και τον Νίκο που πήρε γυναίκα από το σόι τον Δοσαίων.

Ο Γιώργος έκανε τέσσερα παιδιά, την Κυριακούλα ,την Παναγιού ,τον Δημήτρη και τον Θεοχάρι. Η Κυριακούλα παντρεύτηκε τον Κ. Σάλτα και εγκαταστάθηκε στο Καραξύνι της Λιβαδειάς, τα εγγόνια της σήμερα ζουν στην Αθήνα, η Παναγιού παντρεύτηκε με τον Γιώργο Πουρνάρα και εγκαταστάθηκε στο Αυλάκι Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα η Κόρη της Κωσταντούλα και τα παιδιά της, ο Μήτρος Καλλιώρας παντρεύτηκε με την Αλέξω Γκουτζούνη και εγκαταστάθηκε στην Λυγαριά Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα ο γιος του Παναγιώτης και η κόρη του Κωστάντω, ο Θεοχάρης έμεινε μαζί με την αδερφή του Παναγιούλα στο Αυλάκι όπου και αποβίωσε.Οι απόγονοι του Κώστα Δ. Καλλιώρα ζουν σήμερα στη Θήβα, στα Βάγια και στα χωριά Πλατανάκια ,Ύπατο, Δροσιά και Βαθύ.Από τους και οι απόγονοι της Ελένης Δ. Καλλιώρα-Καρακικέ οι περισσότεροι ζουν σήμερα στις Θερμοπύλες στο Γοργοπόταμο ,στη Οβριακή, στο Μαυρονέρι ,στη Δαμάστα, στη Σκάρφεια, στο Παύλο, στην Λαμία στη Θήβα, στον Αλμυρό Μαγνησίας, στην Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη, στη Αθήνα και στη Γερμανία.

Οι απόγονοι της Βαγγελίτσας Δ. Καλλιώρα-Γουλοδήμου ζουν σήμερα στις Βαρδάτες το Νέο Κρίκελο στις Θερμοπύλες ,στη Μαγνησία, στον Άγιο Γεώργιο Δομοκού, στο Κόμμα στη Μεγάλη Κάψη, στη Μεγαλούπολη στην Λαμία και την Αθήνα.Από τους απογόνους του Νίκου Δ. Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν στη Αταλάντη εκτός από τον και τον Αριστείδη Ν. Καληώρα που πήγε στην Τσοπαλνάτα (Λυγαριά) από τους απογόνους του Αριστείδη στην Λυγαριά ζει σήμερα η κόρη του Μαρία και τα παιδιά του Δημήτρη Καλλιώρα, ο Νίκος και η Ελευθερία κατοικούν στην Νέα Μαγνησία, οι υπόλοιποι μένουν στην Αταλάντη ,στο Κάστρο ,στα Χανιά ,στο Διόνυσο, στον Έξαρχο, και στις Λιβανάτες.

Από τους απογόνους του Χρίστου Γ. Καλλιώρα που πήγε και αυτός στο Καλαμάκι, πολλοί λίγοι ζουν σήμερα εκεί, οι περισσότεροι έχουν σκορπιστοί στην Λαμία ,στην Στυλίδα ,στην Στίρφακα, στον Σταθμό Λιανοκλαδιού, στον Παλαμά Φθιώτιδος, στην Αθήνα, και στην Αμερική.
Σήμερα οι Καλλιωραίοι διαθέτουν δική τους ιστοσελίδα στην διεύθυνση. http://clubs.pathfinder.gr/Kalliorasclub/240062
Εκεί είναι καταγεγραμμένο το γενεαλογικό τους δέντρο αποτελούμενο από 680 οικογένειες από το 1780 περίπου έως σήμερα.