<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-7462573334768371621</id><updated>2011-10-07T02:09:55.214+03:00</updated><category term='Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης'/><category term='Δήμος Λεβαδέων'/><category term='Τσιφής'/><category term='Κρύα'/><category term='25 Μαρτίου 2009'/><category term='Ρήξη'/><category term='Ευάγγελος Λεμπέσης'/><category term='Πίκουλ'/><category term='Δίστομο'/><category term='Λάμπρος Κατσώνης'/><category term='Σαρακατσάνοι'/><category term='Καλλιώρας'/><category term='Τροφώνιο Αντρο'/><category term='Λιβαδειά'/><category term='Γερμανικές Επανορθώσεις'/><category term='ΞΕΝΙΑ'/><category term='Αλίαρτος'/><category term='Ρωσία'/><category term='Πάσχα 2009'/><category term='Βοιωτία'/><category term='Ηφαιστος'/><category term='Γιαννουλάκης'/><category term='Αρθρο Αναγνώστη'/><category term='Γιώργος Καλλιώρας'/><category term='Ιερώνυμος'/><category term='Ονόματα'/><category term='Αιρέσεις'/><category term='Γεώργιος Βιζυηνός'/><category term='Βαλερστάιν'/><title type='text'>Βοιωτία. Κείμενα και Μελέτες</title><subtitle type='html'>Μεγάλα σε έκταση κείμενα και μελέτες θα αναρτώνται εδώ. 
Η συμμετοχή είναι ελεύθερη.Στείλτε μας τις ειδήσεις σας στο boeotia@otenet.gr.
Πρoσθέστε την εφημερίδα μας στα αγαπημένα σας: πιέστε [CTRL] + [D]</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://viotiareader.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://viotiareader.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>βοιωτός</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14703601147435393659</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>20</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7462573334768371621.post-4083564659626501818</id><published>2011-10-07T02:09:00.001+03:00</published><updated>2011-10-07T02:09:55.267+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Λιβαδειά'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΙΑ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κρύα'/><title type='text'>Οι 20+1 προτάσεις για την αξιοποίηση της Κρύας στη Λιβαδειά</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-1H410zu_8FM/To4dR2pk2_I/AAAAAAAAVTE/Aw3BAtYmRgg/s1600/4.JPG" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="514" src="http://4.bp.blogspot.com/-1H410zu_8FM/To4dR2pk2_I/AAAAAAAAVTE/Aw3BAtYmRgg/s640/4.JPG" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γράφει ο Γιώργος Μπενέτος*&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ  ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ  ΤΟΥ  ΧΩΡΟΥ &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΤΗΣ ΚΡΥΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΑΣ  ΟΧΘΗΣ  ΤΗΣ  ΕΡΚΥΝΑΣ&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&amp;nbsp;&lt;/strong&gt;Έκπληξη, ανακούφιση, δροσιά, ήχοι τρεχούμενου νερού, οσμή υγρασίας και ανοιξιάτικου άνθους, μουσική, χαρά ατέλειωτου παιχνιδιού, κολύμπι, πρώτοι παιδικοί έρωτες, επαφή με το νερό, συναντήσεις με φίλους, ατελείωτες συζητήσεις.&lt;br /&gt;Ο χώρος των πηγών ένας ελεύθερος χώρος γεμάτος μνήμες, δραστηριότητες , εμπειρίες και βιώματα , ένας χώρος πλασμένος μέσα από κοινωνικοοικονομικές αξίες και οικολογικές συνθήκες , από τη ζωή και τον τοπικό πολιτισμό .&lt;br /&gt;Ένας θύλακας ξεκούρασης , περιπάτου που επιτρέπει την αίσθηση του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος προσφέροντας τη δυνατότητα της επαφής με τη φύση .&lt;br /&gt;Είναι η αρχή της διαχωριστικής νησίδας πρασίνου που διατρέχει με δική του ελεύθερη κατεύθυνση τον πολεοδομικό ιστό της πόλης . &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πράσινη αυτή ζώνη οριοθετεί την πόλη μας σε δύο τομείς Ανατολική – Δυτική παράγοντας ανοικτούς χώρους στον ασφυκτικό κλοιό της άναρχης πολεοδόμησης της πόλης , που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι οι στενοί δρόμοι , η έλλειψη οπτικού ορίζοντα και η έλλειψη δημόσιων χώρων .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι χώροι αυτοί που βρίσκονται γύρω από το ποτάμι είναι, θα λέγαμε, το φυσικό χάρισμα της πόλης μας .&amp;nbsp;Θα περίμενε κανείς να είναι χώροι συλλογικοί , δημόσιας δραστηριότητας  και  χώροι  επικοινωνίας , ξεκούρασης και αναψυχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;b&gt;Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα όμως  η εικόνα τους είναι εντελώς αντίθετη από αυτό που θα περίμενε κανείς για τα περισσότερα τμήματα των χώρων αυτών – χώροι κλειστοί , χωρίς ικανές προσβάσεις που κατάντησαν πάρκινγκ αυτοκινήτων εξυπηρετώντας σκοπούς για τους οποίους οι μελετητές δεν προόριζαν , αναιρώντας τη χρήση και τη λειτουργία τους στην πόλη .&lt;br /&gt;Η  εικόνα του καμένου Ξενία ολοκληρώνει την εικόνα εγκατάλειψης του χώρου .&lt;br /&gt;Οι λακκούβες στο λιθόστρωτο , η απουσία αναγκαίας σήμανσης ,οι σπασμένες φωτιστικές στήλες , η έλλειψη αστυνόμευσης ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες , ο χώρος στάθμευσης έναντι του Νερόμυλου και οι παραχωρήσεις χώρων σε ιδιώτες χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό , περιορίζουν και δυσκολεύουν την πρόσβαση πεζών   και στερούν δημόσιο κοινόχρηστο χώρο απ’ τους πολίτες .&lt;br /&gt;Τα καλώδια της ΔΕΗ που κρέμονται παντού και οι ανεξέλεγκτες ταμπέλες των χώρων εστίασης υποβαθμίζουν εκ νέου το περιβάλλον του ευρύτερου χώρου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κατασκευή του τεράστιου κτιρίου της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. δίπλα στο Ξενία στέκει ανταγωνιστικά,  επιβεβαιώνοντας όμως την καλαισθησία, το ταλέντο και την αγωνιώδη προσπάθεια του καθηγητού  ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΒΕΝΕΤΑ  για την πλήρη ένταξη του Ξενία στο ιδιαίτερο τοπίο της Κρύας. Επιβεβαιώνει επίσης τον τρόπο λήψης και την προχειρότητα των αποφάσεων για το χώρο της Κρύας που υποβαθμίζουν το φυσικό κάλλος του χώρου και δυσκολεύουν πολύ την όποια προσπάθεια γίνει στο μέλλον  για τη διατήρηση της πληρότητας και της ισορροπίας του τοπίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα σημαντικό θέμα που θα έπρεπε να αναφέρουμε είναι ο τρόπος που έγινε η πρώτη ανάπλαση του ποταμού από την Κρύα και κάτω.&lt;br /&gt;Δυστυχώς εκ του αποτελέσματος κρίνουμε τη διαμόρφωση του ποταμού της Έρκυνας λανθασμένη .&lt;br /&gt;Οι μελετητές τότε αντιμετώπισαν το ποταμό ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ  μελετώντας τη ποσότητα νερού , τη ταχύτητά του σε περίπτωση μεγάλης νεροποντής παραβλέποντας όμως κάθε άλλη παράμετρο και καταστρέφοντας τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κινήθηκαν με την ευαισθησία που όφειλαν αντιμετωπίζοντας ένα φυσικό πράσινο διάδρομο γεμάτο ζωή και οργιαστική βλάστηση, παραβλέποντας και ισοπεδώνοντας, θα έλεγε κανείς,  τα πάντα για να δημιουργηθεί αντί για μια οπτικά φυσική , λειτουργική και επιτηδευμένη οργάνωση χώρου, ένα κλειστό κανάλι  αντιμετωπίζοντας με βαρβαρότητα τη δημιουργία της φύσης . Η προχειρότητα και η βιασύνη είναι εμφανής σε όλους μας………………………………………………………………………………&lt;br /&gt;Θα ήθελα να δούμε μαζί φωτογραφίες διαμόρφωσης δημόσιων χώρων που ενσωματώνουν υδάτινο στοιχείο.&lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-BXdptttSnzA/To4dSjffkgI/AAAAAAAAVTI/OpGbQ28ZejE/s1600/3.JPG" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="640" src="http://2.bp.blogspot.com/-BXdptttSnzA/To4dSjffkgI/AAAAAAAAVTI/OpGbQ28ZejE/s640/3.JPG" width="592" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-aeFlYoBArQ8/To4dQ7M_utI/AAAAAAAAVTA/xUCVnxAG4zU/s1600/5.JPG" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="640" src="http://3.bp.blogspot.com/-aeFlYoBArQ8/To4dQ7M_utI/AAAAAAAAVTA/xUCVnxAG4zU/s640/5.JPG" width="538" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;………………………………………………………………………………&lt;br /&gt;Ας προσδιορίσουμε, λοιπόν, εμείς οι Λειβαδίτες τώρα πια πως θέλουμε αυτούς τους χώρους για την πόλη μας .&amp;nbsp;Η δικιά μου πρόταση ως αρχιτέκτων ,εμπεριέχει τον προβληματισμό της δημιουργίας του χώρου ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΑ , κατανοώντας και προσδιορίζοντας το πλαίσιο της χρήσης και τις απαιτήσεις των κατοίκων της πόλης ώστε να αξιολογηθούν οι στόχοι της επεμβατικής διαδικασίας .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποια θα ήταν αυτή ; Ίσως η λύση καταρχάς, να βρίσκεται στην απόσυρση των οχημάτων από τους χώρους αυτούς, δημιουργώντας πάρκινγκ δημοτικής   εξυπηρέτησης σε διαφορετικούς χώρους της πόλης , και επαναδιαμορφώνοντάς τους χώρους αυτούς στη συνέχεια σε πράσινες οάσεις περιπάτου και αναψυχής .&lt;br /&gt;Ένα σημαντικό θέμα που θα έπρεπε να συζητηθεί για το μέλλον είναι η οριστική κυκλοφοριακή αποσυμφόρηση της πόλης αλλά ιδιαίτερα της περιοχής της Κρύας.  Θα πρέπει η ιδιοκτησία ΙΧ να συνδεθεί με την υποχρέωση του ιδιοκτήτη να εξασφαλίζει τον ιδιωτικό χώρο που θα παρκάρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα τα νέα σπίτια ή οι πολυκατοικίες που θα κατασκευαστούν να έχουν τόσους χώρους στάθμευσης όσα και τα αυτοκίνητα .Η πολιτεία επίσης και ο δήμος να ενισχύσει τους ιδιοκτήτες για πρωτοβουλίες συλλογικής αντιμετώπισης της στάθμευσης .&lt;br /&gt;Η κίνηση των κατοίκων και επισκεπτών μπορεί να γίνει από μίνι μπας που θα πραγματοποιούν συνεχείς  κυκλικές διαδρομές στο ιστορικό κέντρο. Τα τελευταία μάλιστα μπορούν να είναι ηλεκτρικά, υβριδικά ή  με φυσικό αέριο, ώστε να έχουμε πολλαπλά οφέλη από μια τέτοια παρέμβαση .&lt;br /&gt;Θα έμοιαζε  ίσως ουτοπιστική η άποψη για την απομάκρυνση του πάρκινγκκ της Κρύας ώστε αυτός ο παραδεισένιος   χώρος να διαμορφωθεί εκ νέου χωρίς αυτοκίνητα και η μεταφορά κατοίκων και επισκεπτών να γίνεται με μέσα μαζικής μεταφοράς .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα επανάφερε, όμως, το χώρο αυτό προς  χρήση περιπάτου , ξεκούρασης  και παιχνιδιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-c0CDMI5Sghc/To4dTiLlnbI/AAAAAAAAVTM/H6E8vsl4DaY/s1600/2.JPG" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="357" src="http://4.bp.blogspot.com/-c0CDMI5Sghc/To4dTiLlnbI/AAAAAAAAVTM/H6E8vsl4DaY/s640/2.JPG" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Ένα επιπλέον μέτρο είναι η δημιουργία ειδικού λογαριασμού του Δήμου Λεβαδέων  που θα τροφοδοτείται από τα έσοδα που προέρχονται και εισπράττονται από την εκμετάλλευση του δημόσιου χώρου, είτε λόγω παρανομιών είτε λόγω εμπορευματοποίησης   (παράνομο παρκάρισμα, κατάληψη πεζοδρομίων , αυθαίρετες κατασκευές , χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, τραπεζοκαθίσματα  κ.τ.λ ). Τα χρήματα θα αποδίδονται για τον σκοπό για τον οποίο εισπράχθηκαν, δηλαδή για τη βελτίωση  του δημόσιου χώρου και για την αγορά νέων οικοπέδων.  Με τα νέα αυτά οικοπέδα και την πάροδο του χρόνου αναμένεται να αυξηθούν οι προσβάσεις στη παραποτάμια όχθη και ο ποταμός της Έρκυνας, το κόσμημα της Λιβαδειάς , θα ανοίξει  προς την πόλη και τους κατοίκους της. Ακόμη  οι χώροι που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν ως πάρκινγκ θα αποδοθούν στους δημότες για χρήσεις περισσότερο κοντά στις επιθυμίες και τις ανάγκες των κατοίκων και των επισκεπτών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δημιουργία περιφερειακών Δημοτικών πάρκινγκ  με την παράλληλη μίσθωση,  χωροθέτηση και παραχώρηση θέσεων για τους κατοίκους της περιοχής όπως επίσης ο  περιορισμός και η υπογειοποίηση ίσως μέρος του μεγάλου πάρκινγκ της Κρύας θα δημιουργήσει τους αναγκαίους χώρους και θα δώσει τα αναγκαία έσοδα στο δήμο για τη ολοκληρωμένη συνολική λύση κυκλοφορίας και μεταφοράς στο χώρο και με βάση το αισιόδοξο σενάριο θα χρηματοδοτήσει την εκ νέου διαμόρφωση του μεγάλου οικοπέδου-πλατείας σε χώρο παιχνιδιού, αναψυχής και ξεκούρασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σύνδεση του χώρου πάρκινγκ με την Κρύα θα μπορούσε ενδεχομένως να συνδυαστεί με διαδρόμους – πεζόδρομους πάνω και παράλληλα στο ποτάμι δημιουργώντας αφορμές περιπάτου από το βόρειο τμήμα της πόλης (Διοικητήριο) έως και το πλάτωμα – παλιό νταμάρι μετά το δρομάκι της  Αγίας Ιερουσαλήμ - . Έτσι ο επισκέπτης της πόλης χωρίς να εμπλακεί στη χαώδη πολυπλοκότητα του κέντρου της Λιβαδειάς ( και λόγω έλλειψης σήμανσης ) βρίσκεται πάντα σε επαφή με το ποτάμι που τον ταξιδεύει αντίθετα αλλά με απολαυστικό τρόπο στο καλύτερο κομμάτι της πόλης, τις πηγές της Κρύας.&lt;br /&gt;&lt;b&gt;ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-Z_ZEEGjLH9w/To4dUufipuI/AAAAAAAAVTQ/pYKHWJYPUJg/s1600/1.JPG" imageanchor="1" style="clear: right; float: right; margin-bottom: 1em; margin-left: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="566" src="http://3.bp.blogspot.com/-Z_ZEEGjLH9w/To4dUufipuI/AAAAAAAAVTQ/pYKHWJYPUJg/s640/1.JPG" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανακεφαλαιώνοντας τα παραπάνω , θέτω επιγραμματικά τις προτάσεις μου που θα μπορούσαν να μελετηθούν και να υλοποιηθούν από το Δήμο Λιβαδειάς:&lt;br /&gt;1. Μελέτη συνολικά του υπαίθριου χώρου του περιβάλλοντος του Ξενία , του κάστρου και πεζόδρομου προς την Ιερουσαλήμ&lt;br /&gt;2. Ανακατασκευή και ανάπλαση υπαίθριου χώρου του Ξενία.&lt;br /&gt;3. Ανάδειξη του κάστρου και τουριστική αξιοποίησή του&lt;br /&gt;4. Πρόσβαση στο κάστρο με χρήση τελεφερίκ ή χρήση οδοντωτού τρένου μέσω της οδού Τάκη Λάππα&lt;br /&gt;5. Αξιοποίηση του χώρου του νταμαριού μετά την Ιερουσαλήμ για λόγους αναψυχής και πολιτισμού&lt;br /&gt;6. Μελέτη φωτισμού του ευρύτερου χώρου του Ξενία , των διελεύσεων, και του κάστρου , μετά από διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την δημιουργία μιας πρωτότυπης και μοναδικής οπτικής εμπειρίας&lt;br /&gt;7. Απόκτηση της χρήσης του Ξενία από το δήμο Λιβαδειάς και στη συνέχεια την απόδοσή του σε ιδιώτη- επενδυτή κάτω από πολύ αυστηρά κριτήρια επιλογής.&lt;br /&gt;8. Ανακατασκευή του Ξενία σύμφωνα με τα πρότυπα σχέδια του καθηγητού  ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΒΕΝΕΤΑ  και χρήση αυτού ως αναψυκτήριο – εστιατόριο&lt;br /&gt;9. &amp;nbsp;Εξέταση της σύνδεσης της διαχείρισης του Ξενία και του κολυμβητηρίου με τον ιδιώτη επενδυτή για την ανακατασκευή και διαχείριση του χώρου με περισσότερο δημόσιο χαρακτήρα αναψυχής – υδροθεραπείας – κολύμβησης&lt;br /&gt;Ίσως είναι κάτι που θα έπρεπε ο  δήμος να σκεφτεί, εφόσον δρομολογηθεί οριστικά η κατασκευή του κλειστού κολυμβητηρίου Λιβαδειάς .&lt;br /&gt;Με τον τρόπο αυτό θα καταφέρει να απεμπλακεί από το κόστος συντήρησης του και ουσιαστικά θα δημιουργηθεί άλλος ένας χώρος ανοικτός όλες τις ώρες της ημέρας , στους δημότες και τους επισκέπτες .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;10. &amp;nbsp;Χάραξη και δημιουργία εσωτερικών μονοπατιών στο μεσαιωνικό κάστρο της Κρύας παράλληλα με τη συντήρηση των παλαιών, όπως και  προσπάθεια αποκατάστασης περισσοτέρων τμημάτων του κάστρου για την ολοκλήρωση της συνολικής εξωτερικής  εικόνας του .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;11. &amp;nbsp;Δράσεις όπως αναρρίχηση στην ευρύτερη περιοχή του φαραγγιού της Κρύας , ορεινή πεζοπορία και τρέκινγκ, ολοκληρώνουν τον τουριστικό χαρακτήρα με νέες οργανωμένες μορφές που χαρακτηρίζονται από στοιχεία δράσης.&lt;br /&gt;12. Επανασχεδιασμός και εκ νέου δεντροφύτευση του φαραγγιού της Κρύας που τόσα χρόνια είναι παρατημένο στη τύχη του. Ο τρόπος και η επιλογή φυτών και δένδρων κρίνεται εκ του αποτελέσματος αποτυχημένη και ελλιπής.&lt;br /&gt;13. Δημιουργία ποδηλατοδρόμου (μετά από μελέτη του δήμου ) σε όλο το μήκος του ποταμού Έρκυνας με τις κατάλληλες νέες διαμορφώσεις δίπλα και πάνω ίσως από το ποτάμι (όπου δε γίνεται αλλιώς)&lt;br /&gt;14. Σημάνσεις : καταρχάς στις εισόδους της πόλης και δευτερευόντως σε ολόκληρο τον πολεοδομικό ιστό σε καίρια σημεία για την εύκολη πρόσβαση των επισκεπτών. Αναγκαία κρίνεται η πληροφόρηση και διαφήμιση του χώρου της Κρύας  σε επίπεδο πόλης αλλά και σε γενικότερο πλαίσιο στη βάση μελετημένης διαφημιστικής προβολής.&lt;br /&gt;15. Δημιουργία δημοτικού χώρου πάρκινγκ στις παρυφές του κέντρου της πόλης .&lt;br /&gt;16. Μίνι  μπας για τη εξυπηρέτηση δημοτών και επισκεπτών&lt;br /&gt;17. &amp;nbsp;Διαμόρφωση περιπάτου σε όλο το τμήμα του ποταμού από τις πηγές έως το διοικητήριο και το μελλοντικό χώρο πάρκινγκ.&lt;br /&gt;18. &amp;nbsp;Πολεοδομικά και οικονομικά κίνητρα για την ανακαίνιση όλων των όψεων των κτιρίων στις παραποτάμιες όχθες της Ερκυνας αφού πρώτα προηγηθεί αρχιτεκτονικός διαγωνισμός που θα αφορά τις διαμορφώσεις των όψεων αυτών και θα αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα των χρωματικών και αισθητικών επεμβάσεων .&lt;br /&gt;19. &amp;nbsp;Αξιοποίηση, αποκατάσταση και μετατροπή παλαιών παραδοσιακών κατοικιών σε ξενώνες .&lt;br /&gt;20. Δημιουργία μικρών ξενοδοχειακών μονάδων στην περιοχή της Κρύας που να σέβονται όμως το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος της περιοχής αλλά και τη μικροκλίμακα του χώρου .&lt;br /&gt;Ο χώρος της Κρύας πρέπει να γίνει η κορωνίδα της ανάπτυξης της πόλης .&lt;br /&gt;Οι κάτοικοι περιοχής θα πρέπει επίσης να πειστούν και αφού ενημερωθούν να εγκρίνουν και να συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την προσπάθεια.&lt;br /&gt;Πρέπει λοιπόν ο δήμος Λιβαδειάς να κινηθεί αμέσως προς την κατεύθυνση αυτή. Αρχικό μέλημα η επαναλειτουργία του Ξενία που θα θέσει την περιοχή και τη Λιβαδειά σε νέα αναπτυξιακή τροχιά . Με βάση λοιπόν την τουριστική αξιοποίηση του χώρου, θα μπουν οι βάσεις επίτευξης του στόχου για την ανάπτυξη ολόκληρης της πόλης με προφανείς συνέργειες για όλους τους οικονομικούς τομείς της .&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω και δυο λόγια για το κτίριο του Ξενία.&lt;br /&gt;Η ένταξη του Ξενία στο χώρο μοιάζει να είναι πλήρης. Η οργανική διάρθρωση , ο τρόπος φωτισμού του εσωτερικού χώρου, οι κτισμένοι προσεκτικά τοίχοι του με πέτρα θυμίζουν νησιώτικη ξερολιθιά, δίνοντας ελληνική ταυτότητα στο έργο. Ανατρεπτική κρίνεται και η στέγη του που μοιάζει να ακολουθεί τη συνέχεια του ανάγλυφου του βράχου από πάνω της μέχρι το σημείο της γης.&lt;br /&gt;Το κτίριο συρρικνώνεται οπτικά μοιάζοντας με αρχέγονο καλύβι στην άκρη ενός έρημου τόπου. Το μπαλκόνι πάνω από τον καταρράκτη δείχνει την επιθυμία του δημιουργού του να θέσει τους επισκέπτες του χώρου στην καρδιά του φυσικού περιβάλλοντος όπου και οι ίδιοι θα συμμετέχουν στο ίδιο έργο της φύσης.&lt;br /&gt;Το Ξένια εμπεριέχει όλη τη φρεσκάδα της νιότης και το μεγάλο ταλέντο του δημιουργού του .&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 0pt 18pt; text-align: justify;"&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: left;"&gt;&lt;i&gt;* Ο Γιώργος Μπενέτος είναι αρχιτέκτονας και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Οι Φίλοι του ΞΕΝΙΑ της Λιβαδειάς.&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7462573334768371621-4083564659626501818?l=viotiareader.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://viotiareader.blogspot.com/feeds/4083564659626501818/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7462573334768371621&amp;postID=4083564659626501818' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/4083564659626501818'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/4083564659626501818'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://viotiareader.blogspot.com/2011/10/201.html' title='Οι 20+1 προτάσεις για την αξιοποίηση της Κρύας στη Λιβαδειά'/><author><name>βοιωτός</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14703601147435393659</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-1H410zu_8FM/To4dR2pk2_I/AAAAAAAAVTE/Aw3BAtYmRgg/s72-c/4.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7462573334768371621.post-8392435618062234124</id><published>2010-12-20T09:13:00.000+02:00</published><updated>2010-12-20T09:13:41.801+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης'/><title type='text'>Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο</title><content type='html'>&lt;h1&gt;&lt;br /&gt;&lt;/h1&gt;&lt;h1&gt;Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο&lt;/h1&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;hr width="50%" /&gt;  «Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿  στὸ Κάστρο, τ᾿ν πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο, τ᾿ ἀκούσατε;»&lt;br /&gt;Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν  τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης Δεκεμβρίου  τοῦ ἔτους 186... Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δυὸ ἀγάμων θυγατέρων καὶ  τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης,  οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῇ μίαν ρακιά, κατὰ  τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη  συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντούτις, εὐλαβής,  πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς  καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.&lt;br /&gt;«Τ᾿ ἀκούσαμε κι ἡμεῖς, παπᾶ» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος, «ἔτσ᾿  εἴπανε».&lt;br /&gt;«Τί εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω» ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Οἱ  βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα,  ἀπάν᾿ ἀπ᾿ τοῦ Κουρουπῆ τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ  πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!»&lt;br /&gt;«Μυαλὸ δὲν ἔχουν αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. «Τώρα οἱ  ἀθρώποι γινῆκαν ἀποκότοι».&lt;br /&gt;«Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾿μπάνια μαζί τ᾿ς;» εἶπεν ἡ παπαδιά.&lt;br /&gt;«Ποιὸς τοὺ ξέρ᾿;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ.&lt;br /&gt;«Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια» ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀλλοιῶς δὲ  γενεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμάτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς νὰ  σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾿  ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα».&lt;br /&gt;«Τώρα, Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾿ στὸ Στοιβωτὸ τάχα;» εἶπε μετ᾿ οἴκτου ἡ  παπαδιά.&lt;br /&gt;«Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια...» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις  ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.&lt;br /&gt;Ἦτον ἕως πενήντα πέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπολιος, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ  ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κι ἐφαίνετο  διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.&lt;br /&gt;«Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε;» εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. «Ἀπ᾿ τὴ στεριά, ὁ  τόπος δὲν πατιέται. Ἐρριξε, ἐρριξε χιόνι, κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ  τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅη-Θανασης ἐγιν᾿ ἕνα μὲ τὰ Κάμπια. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν  ξεχωρίζει ἀπ᾿ τοῦ Κουρούπη».&lt;br /&gt;Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τεσσάρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ  παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:&lt;br /&gt;«Κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, μαστροΠανάγο;» «Ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ  χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτοῦνα, κιαμέτ. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι  μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσης ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾿ Ἀσπρόνησο!»&lt;br /&gt;«Ἀπὸ σοφραν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ στχβετ;» Ὁ ἱερεὺς ἐπροφερεν οὕτω τοὺς  ὅρους 8θρΓ3 νβηίο καὶ 8θίίθ νθπιο, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν  εἰδικώτερον τὸ βορειοανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.&lt;br /&gt;«Ἀπὸ στχβετ, παπά, μὰ εἶναι φόβος μὴν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο».&lt;br /&gt;«Μὰ τότε, πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε» εἶπεν ὡς ἐν συμπερασματι ὁ ἱερεύς.  «Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο».&lt;br /&gt;«Ἔ, παπά μ᾿, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμὸ τ᾿. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ  κεφάλι του στὸν τρουβᾶ, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾿ ἐσένα».&lt;br /&gt;Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστεναξεν, ὡς νὰ ὠκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν,  ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.&lt;br /&gt;«Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω;» ἐπανελαβεν, ὡς διὰ ν᾿ ἀνάπαυση τὴν  συνείδησίν του, ὁ μαραγκός. «Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμία σπηλιά, τσακμάκι θά  ῾χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾿χε κι ἐμὲ ἡ Παναγαινα ἀπόψε στὴν  παραστιὰ μου τὴ φωτιὰ ποὺ θεν᾿ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μία βδομάδα πάντα, θὰ εἴχανε  κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπαν᾿ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμῶνας».&lt;br /&gt;«Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήση τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» ἐπανελαβεν ὁ  ἱερεύς, «θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσυ ποὺ  ἦταν ἐλαφροτερος ὁ χειμῶνας, δὲν πήγαμε. Φέτος ποὺ εἶναι βαρύς...»&lt;br /&gt;Καὶ διεκοπη, ὡς νὰ εἶπε πολλά. Ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς εἰχεν ἦθος ἀνθρώπου λέγοντος  οἰονει κατὰ δόσεις δ,τι εἶχε νὰ εἴπῃ. Ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ φανῆ ὅτι εἶχε τὴν  ἀπόφασίν του καὶ ὅτι ὅλα τὰ προοίμια ταῦτα ἦσαν μεμελετημενα.&lt;br /&gt;«Καὶ γιατί δὲν κάνει κάλον καιρὸ ὁ Χριστός, παπά, ἂν θέλῃ νὰ πᾶνε νὰ τὸν  λειτουργήσουνε στὴν ἑορτή του;» εἶπεν αὐθαδῶς ὁ μαστροΠανάγος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξε μὲ λοξὸν βλέμμα καὶ εἰτα ἠπίως τοῦ εἶπε:&lt;br /&gt;«Ἔ, Πανάγο γείτονα, δὲν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε... Ποῦ εἴμαστε ἡμεῖς ἱκανοὶ  νὰ τὰ καταλάβουμε αὐτά! Ἄλλο τὸ γενικὸ καὶ ἄλλο τὸ μερικὸ καὶ τὸ τοπικό, Πανάγο.  Ἡ βαρυχειμωνιὰ γίνεται γιὰ κάλο, καὶ γιὰ τὴν εὐφορίαν τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγειαν  ἀκόμα. Ἀνάγκη ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε... Μὰ ὅπου εἶναι  μία μερικὴ προαίρεσις καλὴ κι ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώσῃ, ἂς εἶναι καὶ  τόλμη ἀκόμα, καὶ ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήση κανεὶς ἀνθρώπους, καθὼς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ  Θεὸς ἔρχεται βοηθός, καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ, καὶ μὲ χίλια ἐμπόδια. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς  συντρέχει καὶ μὲ εὐκολίας πολλας καὶ μὲ θαῦμα ἀκόμα, τί νομίζεις, Πανάγο;  Ἔπειτα, πὼς θέλεις νὰ κάμῃ ὁ Χριστὸς καλὸν καιρό, ἀφοῦ ἄλλες χρονιὲς ἔκαμε καὶ  ἡμεῖς ἀπὸ ἀμέλεια δὲν πήγαμε νὰ τὸν λειτουργήσουμε;»&lt;br /&gt;Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροασθησαν ἐν σιωπῇ τὴν σύντομον καὶ αὐτοσχέδιον ταύτην  διδαχὴν τοῦ παπά. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ:&lt;br /&gt;«Ἀλήθεια, παπά μ᾿, δὲν εἶναι κάλο πρᾶμα αὐτοδά, θὰ πῶ, ν᾿ ἀφήνουν τόσα χρόνια  τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο τὴν ἡμέρα τῆς Γέννας του... Γιὰ τοῦτο θὰ μᾶς χαλάσ᾿  κι οὑ Θεός!»&lt;br /&gt;«Κι εἴχαμε κάμει κι ἕνα τάξιμο πέρυσι τὸ Δωδεκαμερο — ἀλήθεια, παπαδιά;»  εἶπεν αἴφνης στραφεῖς πρὸς τὴν συμβίαν του ὁ ἱερεύς.&lt;br /&gt;Ἡ παπαδιὰ τὸν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει.&lt;br /&gt;«Ὅπου ἦταν ἄρρωστος αὐτὸς ὁ Λαμπράκης» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς, δεικνύων τὸν  δωδεκαετῆ υἱόν του. «Θυμᾶσαι τὸ τάμα ποὺ κάμαμε;»&lt;br /&gt;Ἡ παπαδιὰ ἐσιωπα.&lt;br /&gt;«Ἔταξες, ἂν γλυτώσῃ, νὰ πᾶμε ᾿σα μπροστὰ νὰ λειτουργήσουμε τὸ Χριστό, τὴν  ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του».&lt;br /&gt;«Τὸ θυμοῦμαι» εἶπε σείουσα τὴν κεφαλὴν ἡ παπαδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τῷ ὄντι, ὁ μόνος υἱὸς τοῦ παπᾶ, ὁ δωδεκαετὴς Σπῦρος, ὃν αὐτὸς ἀπεκαλει  εἰρωνικῶς καὶ θωπευτικως Λαμπράκην, ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καὶ ἀδυναμίας, ἐξ  ἧς ἐφεγγεν οἰονεὶ τὸ προσωπάκι του, εἶχε κινδυνεύσει ν᾿ ἀποθάνῃ πέρυσι τὰς  ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ παπαδιά, ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τὸ πεντηκοστὸν καὶ τὸν  εἶχε μόνον καὶ ὑστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασιῶν, ὧν αἱ δυὸ  πρῶται ἦσαν ὑπανδρευμέναι ἤδη, καὶ μετὰ ὀκτὼ γέννας, ὧν αἱ δυὸ δίδυμων, καὶ  πέντε θανάτους, ἡ παπαδιὰ εἶχε τάξει, ἂν ἐγλύτωνε τὸ ἀγόρι της, νὰ ὑπάγῃ τοῦ  χρόνου νὰ λειτουργήσῃ τὸν Χριστόν.&lt;br /&gt;Τὸ ἐνθυμεῖτο καὶ τὸ ἐσυλλογίζετο πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ  παπᾶ αὐτὸ μόνον ἐσκέπτετο. Ἀλλ᾿ ἐβλεπεν ὅτι ἐφέτος θὰ ἦτο δυσκολωτατον, φοβερόν,  ἀνήκουστον τόλμημα, ἕνεκα τοῦ βαρέος χειμῶνος, καὶ ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦτο  συγγνώμων καὶ θὰ παρεχωρει νέαν προθεσμίαν.&lt;br /&gt;Ἐν τούτοις, γνωρίζουσα τὴν συνήθη τακτικὴν τοῦ παπᾶ, ὡς καὶ τὴν  ἰσχυρογνωμοσύνην του, ἀπεφασισεν ἐνδομύχως νὰ μὴ ἀντιλέξῃ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο,  ἀλλὰ καὶ ἄλλο τί ἠρωίκωτερον καὶ εἰς πολλοὺς ἀπίστευτον ὅπου ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ  ὁ παπάς, νὰ ὑπάγῃ κι αὕτη μαζί του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο  πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο καὶ δὲν ἐφοβεῖτο  τοὺς κινδύνους. Ἐὰν τυχὸν ἀνεχώρει ὁ παπὰς χωρὶς αὐτῆς, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κάστρον,  ἡ καρδούλα της θὰ ἔτρεμεν ὡς τὸ πουλάκι τὸ κυνηγημένον. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὴν ἔπαιρνε  μαζί του, θὰ ἦτο ἡσυχωτάτη.&lt;br /&gt;Ἡ μεγάλη κόρη, ἡ εἰκοσαέτις τὸ Μυγδαλιώ, ἐνόησεν ἀμέσως τὰ τρέχοντα, καὶ  ἤρχισε, παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς μητρός της καθημένη, πλησίον τῆς ἑστίας, νὰ ὁλολύζῃ  ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὸ οὖς τῆς μητρός της:&lt;br /&gt;«Ποῦ θὰ πᾶτε, θὰ πῶ; Παλαβώσατε, θὰ πῶ; Μὲ τέτοιον καιρό! νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο;  Ὤχ, καημένη... Τί νὰ γίνω;»&lt;br /&gt;Ἡ νεώτερα κόρη, ἡ δεκαεξαέτις τὸ Βασώ, ἀρχίσασα καὶ αὕτη νὰ ἐννοῇ,  ὑπεψιθύρισε:&lt;br /&gt;«Τί λέει; Θὰ πᾶνε στὸ Κάστρο; Κι ἄρχισες τὰ κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θὰ  μὲ πάρουν κι ἐμὲ μαζί. Θὰ μὲ πάρετε, μά;»&lt;br /&gt;«Σούτ! Λ᾿φάξτε!» εἶπεν αὐστηρῶς ἡ παπαδιά. «Τί τρέχει;» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ  Μαλαμώ, ἀκούσασα τοὺς ψιθυρισμοὺς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας.&lt;br /&gt;«Τίποτε, Μαλαμῶ» εἶπε μὲ αὐστηρὸν βλέμμα ὁ παπάς. «Ἡσύχασε, Πανάγο» εἶπε,  στραφεῖς πρὸς τὸν γείτονα τὸν μαραγκόν, εὑρὼν εὔσχημον τρόπον νὰ τὸν ἀποπέμψη,  «δὲν πᾷς, νὰ ᾿χης τὴν εὐχή, νὰ πῇς τοῦ μπαρμπα-Στεφανὴ τοῦ Μπέρκα νὰ ᾿ρθῇ ἀπὸ  ᾿δω; Τόνε θέλω νὰ τ᾿ πῶ».&lt;br /&gt;Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκὸς ἠγέρθη, ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάαξας τὰ  σκέλη του.&lt;br /&gt;«Πηγαίνω, παπά» εἶπε. «Θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω νὰ ἰδῶ μὴ μο᾿ ᾿χὴ τίποτα ἡ  Παναγαινα γιὰ νὰ φαμ᾿ ἀπόψε».&lt;br /&gt;«Πήγαινε νὰ τοῦ πῇς πρῶτα, κι ὕστερα γυρίζεις καὶ τρῶτε».&lt;br /&gt;«Ἡ εὐχή σας. Καληνυχτᾷ, παπαδιά». Καὶ ἐξῆλθε.&lt;br /&gt;«Τί λέει, θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Πανάγου, «θὰ  πᾷς στὸ Κάστρο, παπά;»&lt;br /&gt;«Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης ὁ Μπερκας».&lt;br /&gt;«Ἰγω, ἐναςιμ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, «ἀ᾿ θε᾿ πᾶς, ἐρχουμι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κι ἰγώ» εἶπεν ἡ παπαδιά.&lt;br /&gt;«Δὲν εἶναι γιὰ νὰ ᾿ρθης ἐσύ, παπαδιά» εἶπεν ὁ ἱερεύς. «Φτάνει ποὺ θὰ  κακοπαθησω ἐγώ. Δὲν πρέπει νὰ λείψουμε κι οἱ δυὸ ἀπ᾿ τὸ σπίτι».&lt;br /&gt;«Ἰγω τὸ ᾿καμα τοῦ τάμα» εἶπεν ἡ παπαδιά.&lt;br /&gt;«Μὰ ἂν πάω ἐγώ, τὸ ἴδιο εἶναι».&lt;br /&gt;«Δὲν εἶμαι ἥσυχη, ἂν δὲν εἶμαι κουντά σου, παπά μ᾿» εἶπεν ἡ παπαδιά.&lt;br /&gt;«Κι ἠμας, ποὺ θὰ μᾶς ἀφήσετε!» ἔκραξε μὲ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ  Μυγδαλιω.&lt;br /&gt;«Σιωπᾷ, καημένη» εἶπε τὸ Βάσω. «Θὰ μὲ παρ᾿νὲ κι ἐμένα μαζί, σιωπᾷ!»&lt;br /&gt;«Ναί, ἐσενὰ σ᾿ φαίνεται πὼς εἰσ᾿ ἀκόμα μικρή, χαδουλα μ᾿! Γιατί ἐτσ᾿ σ᾿  ἐμάθανε. Δὲ φταὶς ἐσύ!» εἶπε τὸ Μυγδαλιω, ἐκχυνουσα τὴν ἐνδόμυχον ζηλειαν τῆς  ἐπὶ τὴ τύχη τῆς ἀδελφῆς της, ἥτις, ὡς μικρότερα, δὲν εἶχε κρυφθῆ ἀκόμη, ἤτοι δὲν  ἀπειργετο τῆς κοινωνίας ὡς αἱ πρὸς γάμον ὥριμοι, καὶ ἀπελαυε σχετικῆς τίνος  ἐλευθερίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὁ μικρὸς Λαμπράκης εἶχε πέσει ἐπὶ τὸν τράχηλον τῆς μητρός του.&lt;br /&gt;«Θὰ μὲ πάρετε κι ἔμενα μαζί, μάννα;» ἐψιθυρισε περιπτυσσομενος τὸν λαιμόν  της.&lt;br /&gt;«Τί λές, χαδουλη μ᾿! Τί λές, πιδι μ᾿» ἀπήντησε φιλοῦσα αὐτὸν ἡ παπαδιά. «Ἐγώ,  ἂν πάω, γιὰ σενα θὰ πάω, γυιὲ μ᾿, κι ἂν ἀπομείνω, γιὰ σενα θ᾿ ἀπομείνω, γυιοκα  μ᾿, γιὰ νὰ μὴν κρυώσης. Ὅπως ἀποφασίση ὁ παππας σ᾿, μικρὸ μ᾿. Τώρα, σύρ᾿ νὰ πῇς  τὴν προσευχὴ σ᾿ καὶ νὰ κάμῃς μετάνοια τ᾿ παππᾶσ᾿, νὰ πλαγιάσῃς, γιὰ νὰ μὴ  μαργώνῃς, κανάρι μ᾿!» «Ναί, θὰ πᾷς, ἀμ᾿ δὲ θὰ πᾷς!» ἔκραξε τὸ Μυγδαλιώ, ἀπαντῶσα  εἰς ἓν ρῆμᾳ τῆς μητρός της.&lt;br /&gt;«Σιωπᾶτε! Ἀκόμα δὲν ἀποφασίσαμε τίποτε, κι ἐσηκωσατ᾿ ἐπανάσταση» εἶπεν ὁ  παπάς. «Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ μᾶς πῇ κι ὁ μπαρμπα-Στεφανης».&lt;br /&gt;Εἰτα στραφεὶς πρὸς τὴν παπαδιά: «Μᾶς φέρανε τίποτε λειτουργίες, μπαριμ]» Ἡ  παπαδιὰ ἔδειξε διὰ τοῦ βλέμματος, σκεπασμενας μὲ ραβδωτὴν διχρουν σινδονα, τὰς  ὀλιγας προσφορᾶς, ὄσας εἲ᾿ χᾶν φέρει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἱερέως τινὲς τῶν  ἐνοριτισσῶν, μελλουσαι νὰ μεταλαβωσι τὴ ἐπαύριον, παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ  θειὰ τὸ Μαλαμὼ τὰς εἰχεν ἰδεῖ πρὸ πολλοῦ, καὶ προσεπαθει νὰ τὰς ξεσκεπάση οἰονει  μὲ τὰς ἀκτῖνας τοῦ βλέμματος, νὰ μαντευσῃ ὡς πόσαι νὰ ἦσαν.&lt;br /&gt;«Μᾶς βρίσκεται καὶ τίποτε παξιμάδι;» ἠρωτησε πάλιν ὁ ἱερεύς.&lt;br /&gt;«Θὰ ἔμεινε κάτι ὀλίγο ἀπ᾿ τῆς Παναγίας. Ὅλο τὸ Σαρανταήμερο ζυμώνομε κι τρῶμε  ἀπ᾿ τὰ βλογούδια» εἶπεν ἡ πρεσβύτερα.&lt;br /&gt;Βλογούδια ἦσαν οἱ μικροὶ σταυροσφράγιστοι ἀρτίσκοι, οἱ προσφερόμενοι ὑπὸ τῶν  ἐνοριτῶν εἰς τοὺς οἴκους τῶν ἱερέων κατὰ τὸ Σαρανταήμερον. Ἀντὶ ὅμως ἀρτισκων,  αἱ περισσοτεραι* ἐνοριτισσαι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπροτιμων νὰ  προσφερωσιν ἁπλουν ἄλευρον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ παπαδιὰ εἶπεν ὅτι «ἐζυμωναν ἀπ᾿ τὰ  βλογούδια».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βῆμα ἠκουσθη εἰς τὸν πρόδομον. Ἠνοιχθη ἡ θύρα καὶ εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς  ὁ Μπέρκας, ὑψηλός, στιβαρός, σχεδὸν ἑξηκοντούτης, μὲ παχὺν φαιὸν μύστακα, μὲ  σκληρὸν καὶ ἠλιοκαὲς δέρμα, φορῶν πλατὺν κοῦκκον καὶ καμιζόλαν μάλλινην  βαθυκυανον, μὲ τὸ ζωνάρι κόκκινον, δυὸ πιθαμὲς πλατύ. Κατόπιν τούτου ἐφανη καὶ  ἄλλη μορφή, ὀρθὴ ἱστάμενη παρὰ τὴν θύραν. Ἦτο ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, ὅστις, ἂν  καὶ εἰχεν ἀφήσει τὴν καλὴν νύκτα, εἰπὼν ὅτι θὰ μετέβαινεν οἴκαδε νὰ δειπνήσῃ,  οὐχ ἧττον, κεντηθείσης, φαίνεται, τῆς περιεργείας του νὰ μάθῃ τί τὸν ἤθελαν τὸν  μπαρμπα-Στεφανὴ τὸν Μπέρκαν, ἀνέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παπά.&lt;br /&gt;«Καπετὰν Στεφανή» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «τί λές, μ᾿ αὐτὸν τὸν καιρὸ μπορεῖ κανεὶς  νὰ πάῃ στὸ Κάστρο μὲ τ᾿ βάρκα, ἀπὸ στχβετ;»&lt;br /&gt;«Ἀπὸ στχβετ; Μὲ τ᾿ βάρκα; Στὸ Κάστρο;» ἠκούσθη ἀπὸ τῆς θύρας ὡς καινή τις  πρωθύστερος καὶ ἀνάστροφος ἐρωτηματικὴ ἠχώ.&lt;br /&gt;Ἦτο ὁ μαστρο-Πανάγος ὁ μαραγκός, μὲ τὴν κεφαλὴν προέχουσαν εἰς τὸ ἀνώφλιον,  μὲ τὴν μίαν πλευρὰ οἰονεὶ κολλημένην ἐπὶ τοῦ παραστάτου.&lt;br /&gt;Ἀλλ᾿ ὁ μπαρμπα-Στεφανης, μόλις ἠκουσε τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἱερέως, καὶ χωρὶς νὰ  σκεφθῆ πλέον τοῦ δευτερολέπτου, μὲ τὴν χονδρήν, ταχεῖαν κι ἐμπερδεμενην προφοράν  του, ἀνέκραξε:&lt;br /&gt;«Μπράβο, μπράβο! Ἀκοῦς, ἀκοῦς! Στὸ Κάστρο; μετὰ χαρᾶς! Ὄρεξη νὰ ᾿χης, ὄρεξη  νὰ ᾿χης, παπά!»&lt;br /&gt;«Νὰ ἄνθρωπος!» εἶπεν ὁ παπάς. «Ἔτσι σὲ θέλω, Στεφάνη! Τί λές, εἶναι  κίνδυνος;»&lt;br /&gt;«Κίντυνος, λέει; Ντὶπ καταντίπ, καθολ᾿! Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, παπά.  Μοναχὰ πὼς μπορεῖ νὰ κρυώσετε, τίποτε ἄλλο. Θὰ ᾿ρθῆ κι ἡ παπαδιά, θὰ ᾿ρθῆ κι  ἄλλος κόσμος, πολὺς κόσμος; Ἡ βάρκα εἶναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα  νοματοι, κι σαράντα νοματοι, κι μ᾿ οὐλὲς τὶς κουμπχνιές σᾶς, μὲ τὰ σεγίχ σας, μὲ  τὰ πράματά σας. Κι ἡ φουρτοῦνα τώρα, κατάλαβες, ὅσο πάει κι πεφτ᾿. Ταχιὰ θὰ  ᾿χουμε καλωσυνη, μπονάτσα, κάλμα. Ὅλο κι καλωσ᾿νεύει, νά, τώρα καλωσυνεψε!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὡς διὰ νὰ ψευσῃ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ γέροντος πορθμέως, ὀξὺς συρριγμος  παγεροῦ βορρᾶ ἠκουσθη, σείων τὰ δένδρα τοῦ κήπου καὶ τοὺς ξυλοτοίχους τοῦ  μαγειρείου ἐπὶ τοῦ σκεπαστοῦ ἐξωστου τῆς οἰκίας, αἱ ὕελοι δὲ καὶ τὰ παράθυρα  ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ.&lt;br /&gt;«Νά, ἀκοῦς; Καλωσύνεψε!» εἶπε καγχάζων θριαμβευτικως ὁ μαστροΠανάγος.&lt;br /&gt;«Σιωπᾷ ἐσύ, δὲν ξερ᾿ς ἐσύ» ἀνεκραξεν ὁ Στεφάνης. «Ἐσὺ ξερ᾿ς νὰ πελεκᾷς  στραβόξυλα καὶ νὰ καρφώνῃς μαδέρια. Αὕτη εἶναι ἡ στερνὴ δύναμη τῆς φουρτούνας,  εἶναι ἀέρας ποὺ ψ᾿χομαχαει. Αὔριο θὰ μαλακωσ᾿ ὁ καιρός, σᾶς λέω ἐγώ. Μπορεῖ νὰ  ᾿χουμε ἀκόμα καὶ καμμία μικρὴ χιόνια, δέ σας λέω, μὰ ἠμεις, ἀπὸ στχβετ, ἀνάγκη  δὲν ἔχουμε».&lt;br /&gt;«Καὶ σὰν τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο;» ἐπεμεινεν ὁ μαραγκός.&lt;br /&gt;«Κι χωρὶς νὰ τόνε γυρίση στὸ μαΐστρο, ἐγὼ σ᾿ λέω πὼς ἀπ᾿ τὴν Κεχριὰ κι ἐκεῖ  θεν᾿ ἔχουμε θχλχσσιτσχ» εἶπε τριβῶν τὰς χεῖρας ὁ Στεφάνης. «Αὐτὰ εἶναι  χποθσχλχσιες καὶ δὲ λείπουν, κατάλαβες, κι ὁ κόρφος μπουκάρει ὁλοένα, κι οὖλο  στρίβει. Μὰ δέ μας πειραζ᾿ ἠμας αὐτό. Ἐγώ σας παίρνω ἀπάνου μ᾿, ὁ Στεφάνης σας  παίρνει ἀπαν᾿ τ᾿!»&lt;br /&gt;«Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ᾿ ἔκαμες ν᾿ ἀποφασίσω. Ἤπιες ρακί; Τράβα κι ἄλλο ἕνα»  εἶπεν ὁ παπάς.&lt;br /&gt;«Ἔχω πιεῖ πέντ᾿ ἓξ ὡς τώρα, ἔτσι νὰ ᾿χω τὴν εὐχὴ σ᾿, παπά».·&lt;br /&gt;«Πιὲ κι ἄλλο ἕνα νὰ γίνουν ἑφτά».&lt;br /&gt;Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἐρρόφησε γενναίαν δόσιν ἐκ τῆς μικρᾶς φιάλης, τῆς πάντοτε  κενουμένης καὶ οὐδέποτε στειρευούσης, τοῦ ἱερατικοῦ μελάθρου.&lt;br /&gt;«Εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι, εἴσαστ᾿ ἕτοιμοι;» εἶπεν ἀκολούθως. «Πῆρες τὰ ἱερά σ᾿, παπά,  τὰ χαρτιά σ᾿ οὖλα, τὰ ᾿χεις ἕτοιμα; Ἔχετε τίποτε πράματα νὰ σᾶς κουβαλήσω, γιὰ  νά ᾿μαστ᾿ ἀσένιο;»&lt;br /&gt;«Ἀπὸ τώρα;» εἶπεν ὁ παπα-Φραγκούλης. «Ἀπὸ τώρα! Τί λές; Νὰ εἴμαστ᾿ ἀπρόντο,  παπά. Ἐγὼ στὲς δυὸ θὰ ᾿ρθω νὰ σᾶς φωνάξω, κι ἐσεῖς νὰ εἴσαστ᾿ ἀλέστα. Διάβασε τί  θὰ διαβάσῃς, παπά, κι στὲς τρεῖς νὰ μπαρκάρουμε».&lt;br /&gt;«Ἐγὼ θὰ εἶμαι ξυπνητὸς ἀπ᾿ τὴ μία» εἶπεν ὁ ἱερεύς, «γιατί ἔχω τὸ ξυπνητήρι  μου... Κι ἔπειτα, εἶμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μὰ στὲς τρεῖς, εἶναι πολὺ νωρίς.  Νὰ χαράξη, Στεφάνη, καὶ νὰ μπαρκάρουμε».&lt;br /&gt;«Στὲς τρεῖς, στὲς τεσσερες, παπά, γιὰ νὰ μὴν πέση ὁ ἀέρας, νὰ τὸν ἔχουμε  πρύμα ὡς τὲς Κουκ᾿ναριές, νά ᾿χουμε μέρα μπροστά μας. Ἀπὸ ᾿κεῖ ὡς τὸ Μανδράκι κι  ὡς τὸν Ἀσέληνο, τραβοῦμε σιγὰ σιγὰ μὲ τὸ κουπί. Ἀπὸ ᾿κεί ὡς τὶς Κεχρεὲς κι ὡς  τὴν Ἅγια Ἑλένη, θὰ μᾶς παίρνῃ ἀγάλι ἀγάλια μὲ τὸ πανάκι. Κι ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Ἑλένη  κι ἐκεῖ, ἂν δὲν μπορέσουμε νὰ μ᾿ντάρουμε...»&lt;br /&gt;«Ἔ, ὕστερα;»&lt;br /&gt;«Ἐγὼ θαλασσώνω καὶ βγαίνω στὴ στεριά, καὶ σᾶς τραβῶ μὲ τὴν μπαρούμα ὡς τὸν Ἅη  Σώστη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἐκάγχασαν ὅλοι πρὸς τὸν ἀστεϊσμὸν τοῦ ἁπλοϊκοῦ ναύτου, ὁ δὲ παπ~[ας, ὅστις  ἐφοβεῖτο καὶ αὐτὸς τὴν τροπὴν τοῦ ἀνέμου εἰς τὸ μέρος περὶ οὗ ὁ λόγος,  παρετηρησε πρὸς παραμυθίαν τῶν ἀκροατῶν:&lt;br /&gt;«Μὰ ἐγὼ λέω ὅτι θὰ μπορέσουμε στεριὰ νὰ τραβήξουμε στὴν ἀκρογιάλια, τὸν  κρεμνα τὸν ἀνήφορο. Ὅσο ψηλὰ κι ἂν τὸ στοίβαξε τὸ χιόνι στὰ βουνά, στὲς  ἀκρογιαλιὲς ὁ τόπος πατιέται».&lt;br /&gt;Ἔμειναν σύμφωνοι, νὰ ἔλθῃ ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς διὰ  νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τεσσάρας νὰ ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα Φραγκούλης διέταξε  νὰ τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραί, ὅσας εἶχε, καὶ τινὰ δίπυρα, καὶ εἰς δυὸ  μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καὶ χαβιάρι. Ἐγέμισε δυὸ ἑπταοκάδους φλάσκας  μὲ οἶνον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν του. Ἐτυλιξεν εἰς χαρτιὰ δυὸ ἢ τρία ξηροχτάποδα, καὶ  μικρὸν κυτίον τὸ ἐγέμισεν ἰσχάδας καὶ μεγαλορράγας σταφίδας. Τὰ δύο  παπαδοκόριτσα, μὲ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμούς της ἡ μία, μὲ τοὺς κρυφίους  γέλωτας καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς τοῦ ταξιδιοῦ ἡ ἄλλη, ἔβρασαν ὅσα αὐγὰ  εἶχαν, ἕως τεσσάρας δωδεκάδας, καὶ τὰ ἔθεσαν εἰς τὸν πάτον ἑνὸς καλαθιοῦ, τὸ  ὁποῖον ἀπεγέμισαν εἶτα μὲ δυὸ πρόσφορα τυλιγμένα εἰς ὀθόνας, μὲ κηρία καὶ μὲ  λίβανον. Προσέτι ὁ παπα-Φραγκούλης εἶχε παρακαλέσει τὸν μπαρμπα-Στεφανῆν νὰ  περάσῃ ἀπὸ τὰ σπίτια δυὸ ἐμποροπλοιάρχων φίλων του, ἐκ τῶν παραχειμαζόντων μὲ τὰ  πλοῖα των εἰς τὸν λιμένα, νὰ τοὺς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νὰ τοῦ στείλουν, ἂν  τοὺς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σάλαθο, ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τὰ  πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς. Ἐκεῖνοι φιλοτιμηθέντες ἔστειλαν δυὸ μεγάλα  τεμάχια, ἕως πέντε ὀκάδας τὰ δύο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὅλας ταύτας τὰς προμηθείας ἔκαμνεν ὁ παπᾶς προβλεπτικῶς διὰ τοὺς  ἀποκλεισθέντας εἰς τὸ βουνὸν ἀπὸ τὴν χιονα, περὶ ὧν ἔγινε λόγος ἐν ἀρχῇ, καθὼς  καὶ δι᾿ ἑαυτὸν καὶ τοὺς μεθ᾿ ἐαυτοῦ συνεκδημήσοντας προσκυνητάς, καθ᾿ ὅσον  ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ θυμώσῃ καὶ πάλιν ὁ καιρὸς καὶ νὰ τοὺς κλείσῃ ὁ χειμὼν εἰς τὸ  Κάστρον, ἂν ἐν τοσούτῳ ἐμελλον νὰ φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον σῶοι καὶ ὑγιεῖς.&lt;br /&gt;Πρὶν κατακλιθῇ, ὁ παπα-Φραγκούλης ἔστειλε μήνυμα εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸν  παπα-Ἀλέξην, ὅστις ἄλλως ἦτο καὶ ὁ ἐφημέριος τῆς ἑβδομάδος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο  συλλειτουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν, παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ,  καθ᾿ ὅσον ἀπεφάσισε, σὺν Θεῷ βοηθῷ, νὰ ὑπάγῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ  εἰς τὸ Κάστρον.&lt;br /&gt;Εἶχαν πάρει εἴδησιν ἀφ᾿ ἑσπέρας δυὸ τρεῖς ἐνοριτισσαι, γειτόνισσαι τοῦ παπᾶ,  διότι ὁ Πανάγος ἐξελθὼν ἀνεκοίνωσε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν γυναῖκα του, καὶ αὕτη τὸ  διηγήθη εἰς τὰς γειτόνισσας. Ἐπίσης καὶ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἐστάλη νὰ φέρῃ εἴδησιν  εἰς τὸν κὺρ Ἀλεξανδρὴν τὸν ψαλτην, μεθ᾿ ὃ ἐξελθοῦσα ἔσπευσε νὰ προσηλυτίσῃ δυὸ ἢ  τρεῖς πανηγυριστὰς καὶ ἄλλας τόσας προσκυνητρίας.&lt;br /&gt;Ὅταν ἔμελλον νὰ ἐπιβιβασθῶσιν, εὑρέθησαν δεκαπέντε ἄτομα. Ἡ ἀπόφασις τοῦ παπᾶ  καὶ ἡ γενναιότης τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ, μετὰ τὴν πρώτην ἔκπληξιν, ἐνέβαλε θάρρος  εἰς ἄνδρας καὶ γυναικάς. Ἦσαν δὲ ὅλοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνὰ τρέχουσιν,  ἄρρητον εὑρίσκοντες ἡδονήν, εἰς πανηγύρια καὶ εἰς ἐξωκκλήσια. Ἦσαν ὁ  παπα-Φραγκούλης μετὰ τῆς παπαδιᾶς, τῆς Βάσως καὶ τοῦ Σπύρου, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς  μετὰ τοῦ δεκαεπταετοῦς υἱοῦ, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ναύτης του, ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ὁ κὺρ  Ἀλεξανδρὴς ὁ ψάλτης, τρεῖς ἄλλοι πανηγυρισταὶ καὶ τέσσαρες προσκυνήτριαι. Τὴν  τελευταίαν στιγμὴν προσετέθη καὶ δέκατος ἕκτος.&lt;br /&gt;Οὗτος ἦτο ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀργύρη, τοῦ ἀποκλεισμένου ἀπὸ  τὰς χιόνας. Ἦλθεν εἰς τὴν ἀποβάθραν μὲ σάκκον πλήρη τροφίμων καὶ μὲ ἄλλα τινα  ἐφόδια διὰ τὴν ἐκδρομήν. Ἰδὼν αὐτὸν ὁ ἱερεύς:&lt;br /&gt;«Πῶς τὸ ἔμαθες, Βασίλη;» τοῦ λέγει.&lt;br /&gt;«Τὸ ἔμαθα, παπᾶ, ἀπ᾿ τὸ μαστρο-Πανάγο τὸ μαραγκό».&lt;br /&gt;«Τί ὥρα καὶ ποῦ τὸν εἶδες;»&lt;br /&gt;«Κατὰ τὰς δέκα τὸν ηὗρα εἰς τὸ καπηλειὸ τοῦ Γιάννη τοῦ Μπουμπούνα. Εἶχε φάει  ψωμὶ κι ἐβγῆκε νὰ πιῇ δυὸ τρία κρασιὰ μὲ τὸ ἰσνάφι. Ἔλεγε πὼς ἀποφασίσατε νὰ  πᾶτε στὸ Κάστρο, καὶ σᾶς ἐκατάκρινε γιὰ τὴν τόλμη. Μὰ ἐγὼ τὸ χάρηκα, γιατὶ  ἀνησυχῶ γιὰ κεῖνον τὸν ἀδερφό μου, καὶ θέλω νὰ ᾿ρθῶ μαζί σας, ἂν μὲ  παίρνετε».&lt;br /&gt;«Ἂς εἶναι, καλῶς νά ᾿ρθῃς» εἶπεν ὁ ἱερεύς.&lt;br /&gt;Ἐξέπλευσαν. Ἐστράφησαν πρὸς τὸ μεσημβρινοδυτικὸν τοῦ λιμένος, κι ἔβαλαν πλώρη  τὸ ἀκρωτήριον Καλαμάκι. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς καὶ ὁ πλοῦς εὐοίωνος ἤρχιζε. Ναὶ  μὲν ἐκρύωναν πολύ, ἀλλ᾿ ἦσαν ὅλοι βαρεως ἐνδεδυμε·νοι. Ὁ παπᾶς ἐκάθισεν εἰς τὸ  πηδάλιον φορῶν τὴν γούναν του. Ἡ πρεσβύτερα εἶχε τὸ σάλι της τὸ διπλό, ἡ θειὰ τὸ  Μαλαμὼ εἶχε τὸ βαρὺ γουνάκι καὶ τὴν κουζουκά της. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς ἦτο μὲ τὴν  νιτσεράδα του, μὲ τὸν κηρωτὸν πῖλον του, μὲ τὸν ἱμάντα δεδεμένον ὑπὸ τὸν πώγωνα,  μὲ τὰ μακρὰ πτερύγια σκεπάζοντα τὰ ὦτα, καὶ ὁ υἱός του Σπῦρος, ὁ καλούμενος  κοινῶς τὸ Μπερκάκι, μὲ τὰς πρεκνάδας καὶ μὲ τὰς βούλλας εἰς τὸ πρόσωπον, ἦτο μὲ  τὰ μανίκια τῆς μάλλινης καμιζόλας του ἀνασφουγγωμένος ὡς τοὺς ἀγκῶνας.&lt;br /&gt;Εὐτυχῶς δὲν ἐχιόνιζεν, ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός,  σταυρωμένος ἀπὸ τὸν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τὸ πρώτον τέταρτον καὶ εἶχε δύσει  πρὸ πολλοῦ. Τὰ ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τὸ στερέωμα, ἡ πουλιὰ ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας  ἔζωνε τὸν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καὶ ἡ ἄρκτος καὶ ὁ ἀστὴρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μὲ βαθεῖαν  λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἐφρισσεν ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ βορρᾶ, καὶ ἠκούοντο τὰ  κύματα πλήττοντα μετὰ ρόχθου τὴν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικως ἀπηντα ὁ φλοῖσβος  τοῦ ὕδατος περὶ τὴν πρῷραν τῆς μεγάλης καὶ δυνατῆς βάρκας.&lt;br /&gt;Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε χαράξει. Ἤρχισε μόλις νὰ γλυκοχαράζῃ  πέραν τῆς ἀγκάλης τοῦ Πλατάνια. Ἔφεξαν εἰς τὸν Στρουφλια, ἀντίκρυ τοῦ τερπνοῦ  καὶ συνηρεφοὺς δάσους τῶν πιτυων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ὀνομάζεται Κουκ᾿ναριες. Τότε οἱ  ἐπιβαται εἰδον ἀλληλους ὑπὸ τὸ πρώτον λυκόφως τῆς ἡμέρας, ὡς νὰ ἔβλεπαν ἀλληλους  πρώτην φορᾶν. Πρόσωπα ὤχρα καὶ χείλη μελανά, ρῖνες ἐρυθραι καὶ χεῖρες  κοκκαλιασμεναι. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ εἰχεν ἀποκοιμηθῆ δὶς ἤδη ὑπὸ τὴν πρύμνην, ὅπου  ἐσκεπε τὸ πρόσωπόν της μὲ τὴν μαύρην μανδηλαν ὡς τὴν ρῖνα, μὲ τὴν ρῖνα σχεδὸν ὡς  τὰ γόνατα. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς εἶχε πάρει δυὸ τροπάρια παραπλεύρως αὐτῆς,  ὀνειρευόμενος ὅτι ἦτο ἀκόμη εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἀπορῶν πώς, αὕτη ἐκινεῖτο  εὐρυθμως ὡς βρεφικὸν λίκνον. Ὁ υἱὸς τοῦ παπά, ὁ Σπυρος, ἔκαμνε συχνὲς μετάνοιες,  καὶ ὅσον αἷμα εἶχεν, εἶχε συρρεύσει ὅλον εἰς τὴν ρῖνα του, ἥτις ἦτο καὶ τὸ μόνον  ὅρατον μέλος τοῦ σώματός του. Ἡ παπαδιά, ἐν τῇ εὐσεβεῖ φιλοστοργία της, εἶχε  κρίνει ὅτι ὠφειλε νὰ τὸν πάρη μαζί, ἀφοῦ δι᾿ αὐτὸν ἦτο τὸ ταξιμον. Τὸν ἀπεσπασεν  ἀποτομως τῆς κλίνης, τὸν ἔνιψε καὶ τὸν ἐνέδυσε μὲ δίπλα ὑποκάμισα, δυὸ φανελλας,  χονδρὸν μάλλινον γελεκιον, διπλοῦν σακκακι κι ἐπανωφόρι, καὶ περιετυλιξε τὸν  λαιμόν του μὲ χνοωδες ὅλομαλλινον μανδήλιον, ποικιλοχρουν καὶ ραβδωτόν, μακρὸν  καταπῖπτον ἐπὶ τὸ στερνὸν καὶ τὰ νῶτα. Τώρα, παρὰ τὴν πρύμνην, ἀριστεροθεν τοῦ  παπά καθημενη, ἀριστερά της εἶχε τὸν Σπυρον, καὶ ζητοῦσα αὐτομάτως νὰ ψηλαφήση  τοὺς βραχίονας καὶ τὸ στῆθος του, δὲν εὕρισκε σχεδὸν σάρκα ὑπὸ τὴν βαρεῖαν  σκευήν, δι᾿ ἧς εἶχε περιχαρακώσει τὸν υἱόν της. Ὁ παπάς, ὅστις δὲν εἶχεν  ἀποβάλει τὴν φαιδρότητά του, οὐδ᾿ ἔπαυε ν᾿ ἀνταλλάσσῃ ἀστείσμους καὶ σκώμματα μὲ  τὸν μπαρμπα-Στεφανην, στρεφόμενος πρὸς αὐτὴν ἐνίοτε τῆς ἔλεγε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Νά, γι᾿ αὐτονε τὸ Λαμπράκη, τὸ γυιό σου, τὰ παθαίνουμε αὐτά, παπαδιά».&lt;br /&gt;«Καὶ τί πάθαμε, μὲ τ᾿ δυναμ᾿ τ᾿ Θεοῦ;» ἀπηντα ἡ παπαδιά, ἥτις, κατὰ βάθος,  πολὺ ἀνησυχεῖ μὲ αὐτὸ τὸ παράτολμον ταξιδιον. Εὐτυχῶς, ἡ παρουσία τοῦ παπά τῆς  ἔδιδε θάρρος.&lt;br /&gt;«Δὲ μ᾿ λές, παπαδιά» εἶπε μὲ τὴν τραχείαν φωνὴν τοῦ ὁ μπαρμπα-Στεφανης,  θελησας ν᾿ ἀστείσθη καὶ μὲ τὴν πρεσβυτέραν, «δὲ μ᾿ λές, γιατί λένε: Κυρι᾿  ἐλέησον, παπαδιά! πέντε μῆνες δυὸ παιδιά»;&lt;br /&gt;«Γιατί, μαθές, τὸ λένε;» ἀπήντησε χωρὶς νὰ πειραχθῆ ἡ πρεσβύτερα. «Πάρε  παράδειγμα ἀπὸ μενα. Ὀχτὼ γέννες, δέκα παιδιά».&lt;br /&gt;«Θὰ πῇ, τὸ λοιπόν, πὼς οἱ παπαδιὲς εἶναι πολὺ καρπερές. Μὰ γιατί;»&lt;br /&gt;«Γιατί οἱ παπάδες δὲ λείπουν χρονοχρονικης ἀπὸ κοντὰ τοὺς» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ  Μαλαμῶ.&lt;br /&gt;«Νά, τὸ Μαλαμῶ πάλι τὸ κατάλαβε» εἶπεν ὁ παπάς, «δὲν σᾶς τὸ ᾿λεγα ἐγώ; Ἐσὺ κι  ὁ ἐξάδερφός σου ὁ Ἀλεξανδρης» — ἐννοῶν τὸν ψαλτην — «ἔχετε μεγάλον νοῦ».&lt;br /&gt;Ὁ παπάς δὲν ἔπαυε ν᾿ ἀστεΐζεται μὲ ὅλας τὰς ἐν τῷ πλοιαρίου ἐνορίτισσάς του.  Εἰς τὴν μίαν ἔλεγε: «Μὰ κεῖνος ὁ Θοδωρής» —ἐννοῶν τὸν ἄνδρα της— «κοιμᾶται ὅταν  τὰ φτιάνῃ αὐτὰ τὰ παιδιά;» Εἰς τὴν ἄλλην: «Μὰ δὲν εἶναι καμμία ποὺ νὰ μὴ θέλῃ  παντρειά! Ἐγὼ ἔχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπαν᾿ ἀπὸ διακόσια  ἀνδρόγυνα, καὶ καμμία δὲν εὑρεθῆ νὰ πῇ πὼς δὲν θέλει!»&lt;br /&gt;Ἀλλὰ τὸ κυριωτερον θῦμα τοῦ παπα-Φραγκούλη ἦτον ὁ Ἀλεξανδρῆς ὁ ψάλτης. Ἔξαφνα  τὸν ἠρώτα:&lt;br /&gt;«Δὲ μοῦ λές, Ἀλεξανδρῆ, τί θὰ πῇ, τώρα, στὴν καταβασία τῶν Χριστουγέννων, 'ὁ  ἀνυψώσας τὸ κέρας ἡμῶν'; Ποιὸς εἰν᾿ αὐτὸς ὁ ἀνυψώσας;»&lt;br /&gt;«Νά, ὁ ἀνιψιός σας» ἀπήντα ὁ κὺρ Ἀλεξανδρῆς, μὴ ἐννοῶν ἄλλως τὴν λέξιν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καὶ τί θὰ πῇ 'σκῦλα Βαβυλὼν τῆς βασιλίδος Σιών;» ἠρωτα πάλιν ὁ παπάς.&lt;br /&gt;«Νά, σκύλα Βαβυλών» ἀπήντα ὁ ψάλτης, νομίζων ὅτι περὶ σκύλας πράγματι  ἐπρόκειτο.&lt;br /&gt;Ταῦτα ἐλεγοντο ἐνόσω ἦτο ὑπήνεμος ἡ βάρκα, μὲ τὰς κῶπας βραδυποροῦσα,  δεξιόθεν παραπλέουσα τὸν Ἀναγυρον καὶ τὸν Ἀσέληνον, ἀριστεροθεν πελαγωμένη  ἀντίκρυ τῶν Τρίκερων καὶ τοῦ Ἀρτεμισίου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐκάθητο κυβερνῶν εἰς  τὸ πηδάλιον, οἱ ἄλλοι ἐβοήθουν εἰς τὴν κωπηλασίαν. Καὶ αὐτὸς ὁ κὺρ Ἀλεξανδρής,  ἂν καὶ ἀτζαμὴς περὶ τὰ ναυτικὰ πράγματα, ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ κωπηλατήση διὰ  νὰ ζεσταθῇ. Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ ἐκωπηλάτησε σχεδὸν ἐπὶ ἠμισείαν ὥραν. Εὐτυχῶς,  ἂν καὶ ἐκρύωναν ὅλοι, καὶ αἱ ψυχραὶ ριπαὶ αἱ κατερχομεναι ἀπὸ τῶν χιονοφόρτων  ὀρέων ἐξύριζον τὰ ὦτα καὶ τοὺς λαιμούς των, εἶχον ὅμως τοὺς πόδας θερμούς, τὸ  εὐεργετικὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς γειτνιάσεως τοῦ πόντου. Ὁ ἥλιος εἶχε προβάλει  ἀπὸ τὰ σύννεφα ἐπ᾿ ὀλίγας στιγμάς («ἥλιος μὲ τὰ δόντια γριὰ μὲ τὰ χταπόδια!»  ἀνεκραξεν ὁ Λαμπράκης) διότι, ἐνῷ τὴν νύκτα ἠθρίαζε κι ἐγίνετο «ὁ οὐρανὸς  καντῆλι», τὴν ἡμέραν συνηγοντο πάλιν τὰ νέφη, καὶ ὁ βορρᾶς ἐφαινετο ὑποχωρῶν εἰς  τὸν ἀπηλιωτην, ὡς νὰ ἠπειλεῖτο βροχή· ἀλλὰ μόλις ἐπροβαλε, κι ἐφάνη ὡς νὰ ἔβλεπε  ποιὰ ἦτο ἡ ὑψηλότερα καὶ ἐγγύτερα κορυφὴ ἐκ τῶν κατάλευκων ὀρεων ὁλόγυρα, ἡ τοῦ  Πηλίου ἢ ἡ τοῦ Ὄθρυος, διὰ νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ κρυφθῆ. Ἀλλὰ τὰ νέφη  σωρευθέντα πάλιν τὸν ἀπήλλαξαν τοῦ κόπου τούτου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ ἀκριβὴς ἀπόστασις ἀπὸ τοῦ μεσηβρινοῦ λιμένος ἕως τὸ βορεινότερον ἄκρον τῆς  νήσου, ὅπου ἐπλεον, θὰ ἦτο ὡς δέκα ναυτικῶν μιλίων. Ὁ παπὰς ἔβλεπεν ὅτι ἠθελον  νυκτώσει, πρὶν φθασωσιν εἰς τὸ Κάστρον. Ἦτο μεσημβρία ἤδη, καὶ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη  εἰς τὴν Κεγχρεὰν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα μὲ τὰς ἐλαιοφύτους κλιτύς, μὲ  τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν πυκνὸν ὀρυμῶνά της, μὲ τὸ ρεῦμα καὶ τὰς πλατάνους καὶ τοὺς  νερομύλους της. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Κεχρεάν, συνέβη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ μὲν  κακομάντις Πανάγος προέλεγεν, ὁ δὲ Στεφανὴς δὲν ἠγνὀει, καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης  προέβλεπεν. Εἴτε τροπὴ εἰς τὸν μαΐστρον ἦτο, εἴτε ἀποθαλασσια καὶ μπουκάρισμα  τοῦ κόρφου, τὰ κύματα ἤρχισαν νὰ ὀγκοῦνται κατάπρωρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καὶ ἡ  βάρκα μὲ τὸ λευκὸν πανίον της, καὶ μὲ τὸν φλόκκον καὶ τὴν ἀντέννα της, ἤρχισε νὰ  σκιρτᾷ ἐπὶ τῶν κυμάτων, ὅμοια μὲ Ἑλληναλβανὸν χορεύοντα ἡρωικοὺς χορούς, μὲ τὸν  λευκὸν χιτῶνα ἀνεμίζοντα, μὲ τὸν ἕνα βραχίονα τριγωνοειδὴ εἰς τὴν μέσην, μὲ τὸν  ἄλλον ὑψιτενὴ καὶ παίζοντα τὰ δάκτυλα. Αἱ γυναῖκες ἤρχισαν νὰ δειλιῶσιν. Ἡ θειὰ  τὸ Μαλαμὼ ἠρώτα τὸν παπά ἂν δὲν ἦτο καλὸν ν᾿ ἀποβιβασθῶσι καὶ ἀνελθωσιν εἰς τὴν  Παναγίαν τὴν Κεχρεὰν νὰ λειτουργήσωσιν, ὅπως ἑορτάσωσιν ἐκεῖ τὰ Χριστούγεννα. Ὁ  κὺρ Ἀλεξανδρής, ζαλισθείς, ἐζαρωσεν εἰς μίαν γωνίαν, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιβάται  μεγάλως ἀνησυχοῦν. Μόνον δυὸ ἄνδρες δὲν ἐδειλίασαν, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ  παπα-Φραγκούλης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εἷς τῶν ἐπιβατῶν ἐπροτεινε ν᾿ ἀράξωσι προσωρινῶς εἰς τὴν Κεχρεάν, ἕως ὅτου  κοπάσῃ ὁ ἄνεμος. Ὁ Στεφάνης καὶ ὁ ἱερεὺς συνεννοοῦντο διὰ νευμάτων. Ἀπεῖχον  ἀκόμη ἀπὸ τὸ Κάστρον ὑπὲρ τὰ τρία μίλια. Δυὸ μέσα ἠδυναντο νὰ δοκιμασωσιν, ἂν τὰ  εὕρισκον τελεσφόρα· ἡ νὰ συστειλωσι τὰ ἱστία καὶ νὰ προχωρησωσι μὲ τὰς κωπας,  καταφρονοῦντες τὸν ἀφόρητον, διὰ τὰς γυναίκας μάλιστα, σάλον, περιβρεχόμενοι ἀπὸ  τὰ θραυόμενα καὶ εἰσπηδωντα εἰς τὸ σκάφος κύματα, ριγοῦντες καὶ δεινως  πάσχοντες, ἡ ν᾿ ἀποβιβασθωσιν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ νὰ δοκιμασωσιν ἂν θὰ εὕρισκον  ὄρομισκον τινά, δχὶ πολὺ πλακωμένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ εἶναι βάτος εἰς  ἀνθρώπους. Πτυαρια καὶ ἀξίνας δυὸ τρεῖς εἶχε πάρει μαζί του ὁ Βασίλης τῆς  Μυλωνούς, προβλέπων ὅτι ἴσως θὰ ἐχρησιμευον διὰ ν᾿ ἄνοιξη ὄρομον πρὸς ἀνεύρεσιν  τοῦ ἀποκλεισμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἀπεφανθη ὅτι, ἀφοῦ ἐξ ἅπαντος  θὰ ἐνυχτωναν, καλλιον θὰ ἦτο νὰ δοκιμασωσι τὸ πρώτον, διότι κέρδος θὰ ἦτο,  εἶπεν, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ἠδυναντο νὰ προχωρησωσι διὰ θαλασσής, καὶ ὕστερον θὰ  εἶχον καιρὸν νὰ καταφυγωσι καὶ εἰς τὴν δευτεραν μέθοδον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἤδη ὁ ἥλιος, ἐπιφανεὶς ἀκόμη μίαν φοράν, ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν. Ἦτο τρίτη καὶ  ἡμίσεια ὥρα. Καὶ ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα τοῦ  μπαρμπα-Στεφανῆ, μὲ τὸ ἀνθρώπινον φορτίον της, ἐχορευεν, ἐχορευεν ἐπάνω εἰς τὸ  κῦμα, πότε ἀνερχόμενη εἰς ὑγρὰ ὅρη, πότε κατερχόμενη εἰς ρευστας κοιλάδας, νῦν  μὲν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ καταποντισθῆ εἰς τὴν ἄβυσσον, νῦν δὲ ἑτοίμη νὰ κατασυντριβῇ  κατὰ τῆς κρημνώδους ἀκτῆς. Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα τοῦ τὴν παράκλησιν ὅλην, ἀπὸ  τὸ «Πολλοις συνεχόμενος» ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς  ἐστενοχωρεῖτο, μὴ δυνάμενος ἐπὶ παρουσία τοῦ παπά νὰ ἔκχυση ἐλευθερως τὰς  ἀφελεῖς βλασφημίας του, τὰς ὁποίας ἔμασα κι ἔπνιγε μέσα του, ὑποτονθορυζων:  «Σκύλιασε ὁ διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσης, ἀντίχριστε, Τοῦρκο! Τὸ Μουχαμέτή  σου, μέσα!» Κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ἔλεγε τὸ  «Θεοτόκε Παρθένε», κι ἐπανελαμβανεν: «Ἔλα, Κ᾿στέ μ᾿! Βοήθα, Παναΐα μ᾿!» Καὶ τὰ  κύματα ἔπληττον τὴν πρῷραν, ἐπληττον τὰ πλευρὰ τοῦ σκάφους, καὶ εἰσορμωντα εἰς  τὸ κύτος ἔκτυπων τὰ νῶτα, ἔκτυπών τους βραχίονας τῶν ἐπιβατῶν. Καὶ ὁ ἥλιος  ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνε. Καὶ ἡ βαρκούλα ἐκινδύνευε ν᾿ ἀφανισθῇ. Καὶ ἡ ἀπόρρωξ  βραχώδης ἀκτὴ ἐφαινετο διαφιλονεικοῦσα τὴν λείαν πρὸς τὸν βυθὸν τῆς  θαλάσσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος, ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. Ἐνύκτωσεν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν θὰ  ἐβλεπον ἀντίκρυ τὸ Κάστρον, οὗ ἀπεῖχον τώρα δυὸ ἀκόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα  πρὸς ἀνατολὰς ἠμπόδιζον νὰ φανῇ τὸ παρήγορον φέγγος τῆς σελήνης. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος,  ἀντὶ νὰ πέσῃ, ἐδυνάμωνε καὶ ἀγρίευε καὶ ἐθεριευε, καὶ ὁ πλοῦς κατέστη ἀδύνατός  του λοιποῦ. Δὲν ἔβλεπον πλέον οὔτε ἐμπρὸς οὔτε δεξιὰ τίποτε, εἰμη δυὸ δγκοὺς  φαιούς, ἀμαυρούς. Εὐτυχῶς, ὁ μπαρμπα-Στεφανης ἐγνώριζε καλὰ τὸ μέρος.&lt;br /&gt;«Ἐδῶ, ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα λιμανάκι, παπά, κατ᾿ ἀπ᾿ τὸ Πρυΐ, ἀποκατ᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια  Ἀναστασία, στὰ Μποστάνια».&lt;br /&gt;«Θυμᾶσαι καλά, Στεφανῆ;»&lt;br /&gt;«Ὅπως ξερ᾿ς ἡ ἁγιωσύνη σ᾿ τὰ γράμματα τσ᾿ ἐκκλησιᾶς ἀπ᾿ ὀξου, παπά, ἔτσι κι  ἐγὼ τὰ ξέρω ἀπ᾿ ὀξου ὅλα τὰ λιμανάκια, τοὺς κάβους, κι τ᾿ς ἀμμουδιές, ὅλες τὶς  ξέρες κι τὰ γκριφια κι τὰ θαλάμια».&lt;br /&gt;Καὶ προσηγγισαν μὲ πολὺν κόπον καὶ ἀγῶνα καὶ βάσανον, βρεγμένοι,  θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Ἐκεῖ, ἐκεῖ διανασταει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὑπῆρχεν ἓν θαλάσσιον μάρμαρον, ὡς φυσικὴ ἀποβάθρα, πότε καλυπτόμενον ἀπὸ τὸ  κῦμα, πότε ἀνέχον ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Τὴν φορᾶν ταύτην τὸ ἐκάλυπτε καὶ δὲν τὸ  ἐκάλυπτε τὸ κῦμα. Ἐπλησίασαν καὶ ἠσθανθησαν πάραυτα τὸ εὐάρεστον αἴσθημα τῆς  παύσεως τοῦ σάλου καὶ τῆς προσεγγίσεως εἰς σκεπαστὸν καὶ εὐλίμενον μέρος.&lt;br /&gt;«Πάντα κατευόδιο!» εἶπε ποιῶν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, ὅστις  τότε ἐξεζαλίσθη κι ἐσταθη εἰς τοὺς πόδας του.&lt;br /&gt;Ἐπηδησαν εἰς εἰς ἐξω· ἐξεφορτωσαν τὰς ἀποσκευὰς καὶ ἠλάφρυναν τὴν βαρκαν.  Ἀνάμεσα εἰς τὸ μάρμαρον καὶ εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν ἐσχηματιζετο μικρὰ ἀμμουδιά,  ὅση θὰ ἠρκει διὰ νὰ σύρῃ ἁλιεὺς τὴν ψαροπούλαν του, γυρμενην ἀπὸ τὴν μίαν  πλευρὰν ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ νὰ ἐξαπλωθῆ καὶ αὐτὸς ὑπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νὰ  κοιμηθῆ θεωρῶν τοὺς ἀστέρας.&lt;br /&gt;«Τώρα νὰ σύρουμε τὴ βάρκα, παπά» εἶπεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής, «κι ὕστερα οἱ  ἄνδρες νὰ φορτωθοῦμε ὅλα τὰ πράγματα καὶ ν᾿ ἀρχίσουμε σιγὰ σιγὰ ν᾿ ἀνεβαίνουμε.  Ἂς πάρουν κι οἱ.γυναῖκες δ,τι μποροῦν».&lt;br /&gt;«Νὰ τώρα τί ἄξιζε νὰ ᾿χα τὸ μ᾿λαρι μαζὶ μ᾿» εἶπεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς.  «Σοῦ εἶπα, μπαρμπα-Στεφανη, νὰ τὸ μπαρκάρουμε, δὲ θέλησες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἔσυραν τὴν λέμβον. Ἤναψαν τὰ δυὸ φανάρια ποὺ εἶχαν. Ὁ Βασίλης ἔλαβε τὰ  πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας του, καὶ ἀπομακρυνθεῖς προσωρινῶς ἤρχισε νὰ κατοπτεύῃ ποὺ  θὰ εὕρισκε μονοπάτι ὄχι πολὺ πατημένον ἀπὸ τὴν χιονα, ὥστε νὰ δύνανται ἄνθρωποι  νὰ βαδισωσιν. Ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο ὡς τὸ Κάστρον, τὸ ὁποῖον διεκρινετο ὡς  πελώριος ἀμαυρὸς ὄγκος ὑψηλὰ πρὸς βορρᾶν, ἡ ὁδὸς δὲν θὰ ἦτο πλέον τῆς ὥρας, ἀλλ᾿  εἰς ἣν κατάστασιν ἦτο τώρα ὁ ὄρομος ἀπὸ τὰς χιονας, τὶς οἶδεν ἂν θὰ ἠρκει καὶ τὸ  τριπλάσιόν του χρόνου ὅπως φθασωσιν. Ἐδείπνησαν ὅλοι ἐπὶ ποδὸς μὲ διπυρα καὶ μὲ  ἐλαίας καὶ ἐπιον ὀλίγον οἶνον ἡ ρακήν.&lt;br /&gt;Ὁ Βασίλης ἐπανελθὼν ἀνηγγειλεν ὅτι ἄνευρε τὸ μονοπάτι, πλακωμένον πολὺ ἀπὸ  τὴν χιονα, ἀλλ᾿ ὅτι μὲ πολὺν κόπον, ἂν προπορευωνται δυὸ ἄνθρωποι καὶ  ξεχιονιζουν, ἐλπίζει νὰ φθάσουν εἰς τὸ Κάστρον τὸ γρηγορωτερον... ἕως τὰ  μεσανυκτα. Ἐφορτωθησαν τὰς ἀποσκευας. Ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἔλαβε τὸ ἕνα φανάρι καὶ  μία τῶν γυναικῶν τὸ ἄλλο. Ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνοῦς, ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός  του ἔλαβον τὰ πτυάρια καὶ τὰς ἀξίνας καὶ προπορευόμενοι ἤρχισαν νὰ ξεχιονιζωσιν.  Ὁ ὁρμίσκος ἀνήρχετο ἕρπων εἰς τὸν κρημνὸν κατ᾿ ἀρχάς, εἰτα κατηρχετο εἰς ἐν  παραθαλάσσιον κοίλωμα. Ἐπατουν προσεκτικως, ὡς νὰ ἐμετροῦσαν τὰ βήματα τῶν. Ἡ  σελήνη εἰχεν ἀπαλλαγῆ τῶν νεφῶν καὶ προσεπαθει νὰ φέξη τὸν ὄρομον μὲ τὸ κρυερον  φῶς της. Ἐνίοτε ἔχαναν τὸ χάραγμα τοῦ ὄρομου, ἀπεπλανωντο κι εὑρίσκοντο αἴφνης  ἐπὶ τῆς κορυφῆς πελώριων βράχων, κάτω τῶν ὁποίων ἄβυσσος ἠνοιγε τὸ στόμα της,  καὶ πάλιν κατεβαῖνον μὲ τρεμουλιαστὰ γόνατα, κρατούμενοι ἐκ τῶν πετρῶν καὶ τῶν  θάμνων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀνεῖρπον εἰς τὸν κρημνὸν ὡς μικρὸν κοπαδιον αἰγῶν ἀποπλανηθὲν καὶ  ἀπαγόμενον ὀπίσω εἰς τὴν μάνδραν ἀπὸ τοὺς δυὸ βοσκούς του, οἵτινες τὸ ἀνεζητησαν  κρατοῦντες φανάρια, καὶ μακροθεν ἂν τοὺς ἔβλεπε τίς, ἠδυνατο νὰ τοὺς ἐκλάβη ὡς  συστρεφόμενον κρικωτον τέρας, φωσφορίζον τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν οὐράν, μὲ τοὺς δυὸ  φανούς. Μὲ ὅλον τὸ ξεχιονισμα, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὶς ποσὸν ἀτελῶς ἐνηργεῖτο,  ἐπατουν ἐνίοτε σφαλερῶς κι ἐχωνοντο ὡς τὸ γόνυ καὶ ὡς τὸν μηρὸν εἰς τὴν  χιονα.&lt;br /&gt;Ἐπλησίαζε μεσάνυκτα ὅταν ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμενοι,  παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιονα, μελανιασμένοι τὰ χείλη,  ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν.&lt;br /&gt;Ἐκεῖ ἐπάνω, πρὶν διελθωσι τὴν γέφυραν, ἀπὸ τὴν σιδερόπορταν τοῦ Κάστρου  ἠκουσθησαν φωναίι:&lt;br /&gt;«Ποιοὶ εἶστε; Ποιοὶ εἶστε;»&lt;br /&gt;Καὶ ἀντήχησε βαρὺς ὁ τριγμὸς τῶν ἐσκωριασμενων στροφέων, ὡς νὰ ἐδοκίμαζε τὶς  νὰ κλείση ἔσωθεν τὴν σιδηρᾶν πύλην. Ἠκουσθη δὲ καὶ μικρὸς κρότος, ὡς ὁ τῆς  ὑψώσεως σκανδάλης τουφεκιοῦ.&lt;br /&gt;«Καλοί! Καλοί! Πατριῶτες!» ἀπηντησεν ὁ μπαρμπα-Στεφανής. «Μὰ ἐσεῖς ποιοὶ  εἶστε;»&lt;br /&gt;«Πέστε μας τὰ ὀνόματά σας!»&lt;br /&gt;«Ἡμεῖς εἴμαστε...» ἤρχισεν ὁ μπαρμπα-Στεφανῆς, καὶ συγχρόνως διὰ τοῦ  βλέμματος ἐσυμβουλευετο τὸν παπάν.&lt;br /&gt;«Μπά! αὕτη εἶναι ἡ φωνὴ τ᾿ ἀδερφοῦ μου» ἀνεκραξεν ὁ Βασίλης τῆς Μυλωνούς.&lt;br /&gt;Καὶ εἶτα ἐντεινας τὴν φωνήν:&lt;br /&gt;«Ἀργύρη, ἐγὼ εἶμαι!» ἐφώναξε.&lt;br /&gt;«Τόσο καλύτερα... μᾶς ἔβγαλαν κι ἀπὸ ἕναν κόπο» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀνέβησαν εἰς τὸ Κάστρον, ὅπου συνηντησαν τὸν Ἀργύρην τῆς Μυλωνοῦς καὶ τὸν  σύντροφόν του, τὸν Γιάννην τὸν Νυφιωτην. Οὗτοι ἐν ὀλιγοις διηγήθησαν πὼς τοὺς  εἶχε κλείσει τὸ χιόνι ἐπάνω στὸ Στοιβωτό, ὅπου ἐτρυπωσαν δυὸ νύκτας εἰς μίαν  σπηλιάν, καὶ πὼς τὴν προχθές, ἤτοι εἰς τὰς 22 τοῦ μηνός, ἐλθόντες τοὺς  ἀπηλευθέρωσαν ἐκεῖθεν, ἐκτοπίσαντες μεγάλους ὄγκους χιόνος, δυὸ αἰγοβοσκοί, ὁ  Γιαλῆς ὁ Κονιζᾶς καὶ ὁ Γιώργης ὁ Μπάντας, οἵτινες καὶ εὑρίσκοντο τὴν στιγμὴν  ταύτην μὲ ὅλον τὸ αἰπόλιόν των εἰς τὸ φρούριον.&lt;br /&gt;Τὸ φρούριον τοῦτο, ὅπερ ἀλλαχοῦ περιεγραψαμεν, ἦτο γιγαντιαῖος βράχος,  φυτρωμένος ἐκεῖ παρὰ τὸ πέλαγος, προεκβολὴ τῆς γῆς πρὸς τὸν πόντον, ὡς νὰ  ἔδειχνεν ἡ ξηρὰ τὸν γρόνθον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ τὴν προεκάλει· φοβερός,  μονοκόμματος γρανίτης, ἁλίκτυπος, ὅπου γλαῦκες καὶ λάροι ἠριζον περὶ κατοχῆς,  διαφιλονεικουντες ποὺ ἀρχίζει ἡ κυριότης τοῦ ἑνὸς καὶ ποὺ σταματᾷ ἡ δικαιοδοσία  τοῦ ἄλλου. Προσφιλὴς σκοπὸς τοῦ βορρᾶ καὶ τῶν γειτόνων του, τοῦ καικιου καὶ τοῦ  ἀργεστου, ὧν τὸ στάδιον εὐρὺ ἐκτείνεται ἀναμεσον τῆς Χαλκιδικης, τοῦ Θερμαίκου,  τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Πηλίου μεμονωμένος ὑψιτενης βράχος, ἐφ᾿ οὗ οἱ κάτοικοι ἐξ  ἀνάγκης εἶχον κλεισθῆ διὰ φύλαξιν κατὰ τῶν πειρατῶν καὶ τῶν βάρβαρων,  ἐγκαταλιποντες αὐτὸν ἔρημον μετὰ τὸ 1821, ὅτε ἐκτίσθη ἡ σημερινὴ μεσημβρινὴ  πολίχνη. Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐσωζοντο ἀκόμη οἰκιαι τινὲς μὲ τὰς στεγας καὶ τὰ  πατωματὰ τῶν ἐντὸς τοῦ φρουρίου, ἀλλὰ τελευταῖον, ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν  ἄρχων, ὁ ὀκνὸς τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ νὰ ἐπισκεπτωνται τὸ Κάστρον συχνοτερα, καὶ ἡ  ἀσυνειδησία ὀλίγων τίνων συλαγωγων, πλεονεκτῶν ἡ οἰκοδομῶν, εἶχε καταστήσει  ἐρειπιὼν σωρὸν τὸ Κάστρον. Ἐντεῦθεν ἀμελησαντες καὶ οἱ ἐφημέριοί της σημερινῆς  πολίχνης, ἄφηναν ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἀλειτούργητον τὸν ναὸν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, κατ᾿  αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὁ ναὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἦτο ἡ παλαιὰ μητρόπολις τοῦ φρουρίου. Ὁ ναΐσκος,  πρὸ ἑκατονταετηρίδων κτισθείς, ἵστατο ἀκόμη εὐπρεπὴς καὶ δχὶ πολὺ ἐφθαρμένος. Ὁ  παπα-Φραγκούλης καὶ ἡ συνοδεία τοῦ φθασαντες εἰσηλθον τέλος εἰς τὸν ναὸν τοῦ  Χριστοῦ, καὶ ἡ καρδία τῶν ἠσθανθη θάλπος καὶ γλυκύτητα ἄφατον. Ὁ ἱερεὺς  ἐψιθυρισε μετ᾿ ἐνδομύχου συγκινήσεως τὸ «Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκον σου», κι ἡ  θειὰ τὸ Μαλαμῶ, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν φ᾿στάνα της τὴν βρεγμενην κι ἐφόρεσεν ἄλλην,  στεγνήν, καὶ τὸ γ᾿νάκι της τὸ καλό, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἰχεν εἰς ἀβασταγὴν καλῶς  φυλαγμένα ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας, ἔδεσε μέγα σάρωθρον ἐκ στοιβῶν καὶ  χαμόκλαδων καὶ ἤρχισε νὰ σαρώνῃ τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἐνῷ αἱ γυναῖκες αἱ ἄλλαι  ἤναπταν ἐπιμελῶς τὰ κανδηλια, καὶ ἤναψαν μέγα πλῆθος κηρίων εἰς δυὸ μανουάλια,  καὶ παρεσκεύασαν μεγάλην πυρὰν μὲ ξηρὰ ξύλα καὶ κλάδους εἰς τὸ προαύλιον τοῦ  ναοῦ, ὅπου ἐσχηματίζετο μακρὸν στένωμα παράλληλον τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου,  κλειόμενον ὑπὸ σῳζόμενου ὀρθοῦ τοιχίου γείτονος οἰκοδομῇς, κι ἐγέμισαν ἄνθρακας  τὸ μέγα πύραυνον, τὸ σῳζόμενον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ ἔθεσαν τὸ πύραυνον  ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ρίψασαι ἄφθονον λίβανον εἰς τοὺς ἄνθρακας. Καὶ ὠσφράνθη  Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας.&lt;br /&gt;Ἔλαμψε δὲ τότε ὁ ναὸς ὅλος, καὶ ἤστραψεν ἐπάνω εἰς τὸν θόλον ὁ Παντοκράτωρ μὲ  τὴν μεγάλην κι ἐπιβλητικὴν μορφήν, καὶ ἠκτινοβόλησε τὸ ἐπίχρυσον καὶ  λεπτουργημενον μὲ μυρίας γλυφὰς τέμπλον, μὲ τὰς περικαλλεῖς τῆς ἀρίστης  Βυζαντινῆς τέχνης εἰκόνας του, μὲ τὴν μεγάλην εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ὅπου  «Παρθένος καθέζεται τὰ Χερουβεὶμ μιμουμένη», ὅπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αἱ  μορφαὶ τοῦ Θείου Βρέφους καὶ τῆς ἀμώμου Λεχοῦς, ὅπου ζωνταναι παρίστανται αἱ  ὄψεις τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων, ὅπου νομίζει τὶς ὅτι στιλβει ὁ  χρυσός, εὐωδιάζει ὁ λίβανος καὶ βαλσαμώνει ἡ σμύρνα, καὶ ὅπου, ὡς ἐὰν ἡ γραφικὴ  ἐλαλει, φαντάζεται τὶς ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι ἀκούει τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις  Θεῷ»!&lt;br /&gt;Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρεμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολυκλαδος πολυέλεος, καὶ  ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾿ ὃν  ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ  μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσιων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες,  ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι  καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ &lt;b&gt;Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν  περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημίδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται  ὀλίγόν τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ ὁρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ του ναοῦ, ἐκεῖ  ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς  ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ  ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας  βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του.&lt;/b&gt; Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς  παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδιον,  κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἅγιας Ἰουλιττης. Δία δώρων καὶ  θυσιῶν ἐζητει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύση τὸ παιδιον, καὶ διὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν  μητέρα. Ἀλλ᾿ ὁ παῖς, καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα,  ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, καὶ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον  ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους  πλασθὲν κρανίον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καὶ εἰς τὴν χηβαδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὑψηλά, ἐφαινετο στεφανουμενη ὑπὸ  ἀγγέλων ἡ τῶν Οὐρανῶν Πλατυτέρα. Καὶ κατωτερω, περὶ τὸ θυσιαστήριον, ἵσταντο,  ἄρρητον.σεμνότητα ἀποπνεουσαι, αἱ μορφαι τῶν μεγάλων Πατέρων, τοῦ Ἀδελφοθεου,  τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Θεολόγου, καὶ ἐφαινοντο ὡς νὰ ἐχαιρον  διότι ἐμελλον ν᾿ ἀκούσωσι καὶ πάλιν τὰς εὐχας καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Εὐχαριστίας,  οὖς αὐτοὶ ἐν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτός, εἰκονιζετο  περιτεχνως ὅλον τὸ Δωδεκαορτον καὶ τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, καὶ ἡ βρεφοκτονία,  καὶ οἱ κόλποι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ λῃστὴς ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὁμολογήσας.&lt;br /&gt;Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσηλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον  θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε, ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, ἂν καὶ ἐνυσταζον  τινὲς αὐτῶν, ἠσθανθησαν τόσον τὴν χαράν του νὰ ζωσι καὶ τοῦ νὰ ἐχωσι φθάσει  αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κύριου, ὥστε τοὺς ἔφυγε  πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις. Οἱ αἰπόλοι, εὑρόντες ἐνασχόλησιν καὶ πρόφασιν ὅπως  καπνιζωσι καθήμενοι, καὶ ἐνίοτε ὅπως ἐξαπλωνωνται καὶ κλεπτωσιν ἀπὸ κανέναν  ὕπνον τυλιγμένοι μὲ τὲς καππες τῶν παρὰ τὸ πῦρ, εἶχον ἀνάψει ἔξω δυὸ πυρσούς,  τὸν ἕνα ἔμπροσθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ βόρειον μέρος. Ἐντὸς τοῦ  ναοῦ ἡ θερμότης ἦτο λίαν εὐάρεστος, τὴ βοήθεια τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν πυρῶν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καὶ  εἶχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρῶν ξύλων καὶ κλάδων οἱ ἐκεῖ καταφυγοντες  αἰπόλοι, μὲ τὰς ὀλιγας αἶγας καὶ τὰ ἐρίφιά των, ὅσα δὲν εἶχον ψοφήσει ἀκόμη ἀπὸ  τὸν βαρὺν χειμῶνα τοῦ ἔτους ἐκεινοῦ, οἱ τραχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες εἶχον σώσει καὶ  τοὺς δυὸ ὑλοτόμους ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς χιονος. Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν  εὐλογητὸν καὶ ἐψάλη ἡ λιτὴ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἑορτῆς, μεθ᾿ ὃ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς  ἤρχισε τὰς ἀναγνώσεις, καὶ ὅσοι ἦσαν νυστασμενοι, ἀπεκοιμήθησαν σιγὰ εἰς τὰ  στασίδιά των (ἄ! ἐμελλον ἄρα τοῦ Προφητάνακτος οἱ θεσπέσιοι ὕμνοι ἀπὸ ψαλμῶν νὰ  καταντήσωσιν ἀνάγνωσις νυστακτική, καὶ ὡς ἀνάγνωσις νὰ παραλείπωνται ὅλως, ὡς  φορτικόν τι καὶ παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι ἀπὸ τὴν ἔρρινον καὶ μονότονον  ἀπαγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀλεξανδρῆ. Ὁ ἀγαθὸς γέρων ἦτο ἐκ τοῦ ἀμίμητου ἐκείνου τύπου  τῶν ψαλτῶν, ὧν τὸ γένος ἐξελιπε δυστυχῶς σήμερον. Ἔψαλλε κακῶς μέν, ἀλλ᾿ εὐλαβῶς  καὶ μετ᾿ αἰσθήματος. Κανὲν σχεδὸν κῶλον δὲν ἔλεγεν ὀρθῶς, οὔτε μουσικῶς, οὔτε  γραμματικῶς. Πότε ἣν καὶ ἥμισυ κῶλον τὰ ἥνου εἰς ἕν, πότε δυὸ καὶ ἥμισυ τὰ  διήρει εἰς τέσσαρα. Ἀλλὰ προκριτωτέρα ἡ ἀμάθεια τῆς δοκησισοφίας...&lt;br /&gt;Ἀλλ᾿ ὀτε ὁ ἱερεὺς ἐξελθων ἔψαλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποὺ ἐγεννηθη ὁ  Χριστός», τότε αἱ μορφαὶ τῶν Ἅγίων ἐφανησαν ὡς νὰ ἐφαιδρυνθησαν εἰς τοὺς  τοίχους. «Ἀκολουθησωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς  ἐνθουσιῶν ἔλαβε τὴν ὑψηλὴν καλάμην καὶ ἔσεισε τὸν πολυέλεον μὲ τὰς λαμπάδας ὅλας  ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», καὶ ἐσεισθη ὁ ναὸς ὅλος ἀπὸ τὴν  βροντώδη φωνὴν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετὰ πάθους ψάλλοντος: «Δόξα ἐν ὑψιστοις  λέγοντες τῷ σήμερον ἐν σπηλαιῳ τεχθεντι», καὶ οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ  περικυκλοῦντες τὸν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τὸν θόλον, ἔτειναν τὸ οὖς,  ἀναγνωρισαντες οἰκεῖον αὐτοὶς τὸν ὕμνον.&lt;br /&gt;Καὶ εἰτα ὁ ἱερεὺς ἐπῆρε καιρὸν καὶ ἤρχισε νὰ προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν  αἰνέσεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αἴφνης ἠκούσθησαν φωναὶ ἔξωθεν τοῦ ναοῦ. Ἐξηλθον τινὲς τῶν ἀνδρῶν νὰ ἴδωσι τί  τρέχει. Ἐξῆλθε κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαμῶ, κι ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης ἔμεινε μὲ τὰ γυαλιὰ εἰς  τὰ ὄμματα, βλέπων πρὸς τὴν θύραν ἀριστερά του, καὶ διέκοψε τὴν ψαλμῳδίαν του. Ὁ  παπὰς ἔρριψεν αὐστηρὸν βλέμμα πρὸς τὸν ψαλτην καὶ τὸν ἐκαρφωσεν εἰς τὴν θέσιν  του.&lt;br /&gt;τὰς φωνας εἶχον ρηξει ὁ εἷς τῶν αἰπόλων καὶ ὁ εἷς τῶν ὑλοτόμων, οἵτινες  ἔτυχον καθήμενοι παρὰ τὸν πυρσόν, ἀνατολικως τοῦ ναισκου. Δία τῶν φωνῶν τούτων  εἶχον ἀπαντήσει εἰς τίνας κραυγὰς ἐλθούσας ἀπ᾿ ἀντίκρυ, ἐκ τῆς θαλάσσης.&lt;br /&gt;Ἐκεῖ, ἐν μέσῳ τοῦ Κάστρου καὶ τῆς βραχώδους ἀκτῆς τοῦ Κουρουπη, ἐσχηματίζετο  ἐπισφαλὴς ὅρμος, ὁ Μικρὸς Γιαλός. Αἱ κραυγαι ἠρχοντο ἀκριβῶς ἐκ τῆς γειτονιᾶς  τῶν ἀπεσπασμένων βράχων καὶ σκοπέλων, ὑπὸ τὴν φοβερὰν ἀκτὴν τοῦ Κουρουπῆ.&lt;br /&gt;Παρῆλθε πολλὴ ὥρα ἕως οὐ ἐννοησωσι τί τρέχει. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐκκλησιαζόμενοι  εἶχον ἐξέλθει τοῦ ναοῦ. Ἔμειναν μόνοι ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐκρατεῖτο ἀκλόνητος εἰς τὸ  χρέος του, φορεμενος ἤδη τὰ ἱερὰ ἄμφια, ἑτοιμαζόμενος νὰ προσέλθη εἰς τὴν  προσκομιδήν, καὶ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρης, τὸν ὁποῖον ἐκρατει τὸ βλέμμα τοῦ ἱερέως.&lt;br /&gt;Ἐν τουτοις, κατ᾿ εἰκασίαν μᾶλλον ἡ ἐκ βεβαιας πληροφορίας, ἐνοησαν ὅτι ἐκεῖ,  ὑπὸ τὸν Κουρουπη, εἶχε προσαράξει πλοῖον ἀπὸ τοῦ πελάγους ἐρχόμενον. Ἡ σελήνη  εἶχε δύσει καὶ ὁ πυρσὸς δὲν ἐρριπτε πόρρω τὸ φῶς. Ἐβλεπον ἀμυδρῶς ἐκεῖ ἀπέναντι,  εἰς ἀπόστασιν μιλιοῦ σχεδόν, ἐπὶ τοῦ μαυρισμένου ὄγκου τῶν ἁλικτυπων βράχων,  ἐβλεπον σῶμα τί ἀμυδρῶς κινούμενον, μελανωτερον τῶν βράχων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀντηχοῦν ἐν τῇ σιγῇ  τῆς νυκτός, μεγεθυνομεναι ἀπὸ τὰς ἠχοῦς, κραυγαι ἀγωνιᾷς καὶ ταραχῆς, ὅμοιαι μ᾿  ἐκεινας τὰς ὁποίας ἐκχυνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἡ ναυαγοὶ σαστισμένοι.&lt;br /&gt;Οἱ ἄνδρες ἔσπευσαν νὰ ῥίψωσιν ἐπὶ τῆς πυρᾶς ὅσα κλαδιὰ εἶχον πρόχειρα ἀκόμη,  σχηματίζοντες ὀγκωδεστέραν τὴν φλόγα. Ἄλλο μέσον βοήθειας δὲν εἶχον ταχύ.&lt;br /&gt;Ἐν τουτοις, ὁ Στεφάνης ὁ πορθμεὺς καὶ ὁ Μπάντας καὶ ὁ Νυφιωτης ὁ Γιάννης καὶ  ὁ Ἀργυρῆς καὶ ὁ ἀδελφός του ἔλαβον ἀνὰ ἕνα δαυλὸν καὶ τὰ δυὸ φανάρια, καὶ  ἀπεφασισαν νὰ κατελθωσι τρέχοντες εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ κρημνώδης  ὀρμίσκος δὲν ἦτο χιονισμένος, θὰ ἐχρειαζετο σχεδὸν ἠμίσεια ὥρα διὰ νὰ κατέλθῃ  τις ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Κάστρον, καὶ τώρα ὅπου ἦτο χιονισμένος, καὶ ἦτο νύξ, τρίτη ὥρα  μετὰ τὰ μεσανυκτα, οὔτε μία ὥρα δὲν θὰ ἤρκει. Εἰς μίαν δὲ ὥραν ἠδύναντο νὰ  κατασυντριβῶσι δεκάδες πλοίων καὶ νὰ πνιγῶσιν ἑκατοντάδες ἀνθρώπων.&lt;br /&gt;Οὐχ ἧττον οἱ ἄξεστοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ἐκ τῆς αὐθορμήτου ἐκεινῆς  φιλανθρωπίας, ἥτις εἶναι οἰονεὶ φυσικὴ ὁρμή, ὡς συμπάθεια τῆς σαρκὸς πρὸς τὴν  σάρκα, καὶ εἶναι τὸ πρώτον καὶ τελευταῖον αἴσθημα τὸ συγκινοῦν τὴν καρδίαν, μετὰ  τὴν πρώτην ἔκπληξιν, καὶ πρὶν προφθασασα πνεύση ἡ παγερὰ πνοὴ τῆς φιλαυτίας καὶ  ἀδιαφορίας, οἱ ἄνθρωποι, λέγω, ἐκεῖνοι ἔλαβον τοὺς δαυλούς των καὶ ἔτρεξαν ἔξω  τῆς πύλης καὶ τῆς γέφυρας, καὶ ἤρχισαν νὰ τρέχωσι τὸν κατήφορον.&lt;br /&gt;Οἱ λοιποί, μειναντες ἐπάνω, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀνανέωσιν ὁλονεν τὴν φλόγα, μὴ  παύοντες νὰ ριπτωσι ξηρὰ κλαδιὰ εἰς τὸ πῦρ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ὁ ἱερεὺς ἐβραδυνεν ἐπίτηδες εἰς τὴν πρόθεσιν, κι ἐμνημόνευσε τὴν πρωίαν  ἐκείνην ὅσα ὀνόματα εἶχεν ἀαθᾳμένα, οὗ μόνον τὰ ἰδικά του καὶ τῶν ἐλθόντων  πανηγυριστῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐνοριτῶν του, οὗ μόνον ὅσα εἶχε γραπτά, ἀλλὰ καὶ  ὅσα ἐκ μνήμης ἐγνωριζεν ἐγνώριζε δ᾿ ἐκ μνήμης ὅλα τὰ ὀνόματα τῆς πολίχνης,  ἀαθᾳμένα καὶ ζωντανά. Ἐδεήθη καὶ ὑπὲρ διασώσεως τοῦ κινδυνεύοντος πλοίου, περὶ  οὔ, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἐξήγησιν, ἀμέσως εἶχεν ἐννοήσει τὰ συμβάντα.&lt;br /&gt;Τέλος, αἱ κραυγαι μικρὸν κατὰ μικρὸν ἔπαυσαν, ἡσυχία ἐπῆλθεν. Ἐφάνη ὅτι βωβὴ  συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ ὅτι ἡ δυσχέρεια ἔλαβε πέρας. Δυὸ ἄλλοι ἄνδρες  ἀνησυχησαντες ἐξηλθον ἕως τὴν Ἅγιαν Κυριακήν, πέραν τῆς ξύλινης γέφυρας, μὲ δυὸ  πυρσοὺς εἰς τὰς χεῖρας.&lt;br /&gt;Παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα· ὁ ἱερεὺς ἀργὰ ἀργὰ ἐμβῆκεν εἰς τὴν λειτουργίαν, ἐλπίζων  νὰ ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ ἀπόντες. Ἀλλ᾿ ἡ λειτουργία προυχώρει καὶ ψυχὴ δὲν  ἐφαινετο. Τέλος, εἰς τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», ἐπέστρεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι  ἐξελθοντες πρὸς ἐπισκόπησιν, εἶτα εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ  καταβάντες εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ μετ᾿ αὐτὸν τρεῖς ἄγνωστοι μὲ ναυτικὰ ἐνδύματα  καὶ μὲ κηρωτοὺς ἐπενδύτας. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς ὅπως ἀσπασθῶσι τὰς εἰκόνας καὶ  λάβωσι τὸ ἀντίδωρον.&lt;br /&gt;Ἐνῷ ὁ κυρ-Ἀλεξανδρὴς ἀνεγίνωσκε τὸ «Εὐλογήσω τὸν Κύριον», οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο  ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὰ συμβάντα. Τὸ ἐξοκεῖλαν πλοῖον ἦτο τὸ γολεττὶ τοῦ καπετὰν  Κωσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου, αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος, ἀνὴρ μεσῆλιξ,  βραχὺς τὸ σῶμα, μὲ ἁδρὸν μύστακα, διηγεῖτο τὰ ἑξῆς: Πρὸ δυὸ ἡμερῶν ἦτο  προσορμισμένος εἰς τὴν Δάφνην, τὸν μεσημβρινὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ᾿ ὁ  βορειᾶς τὸν ἐζούριασε, αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν του ἐκόπησαν ὑπὸ τῆς βίας τοῦ  ἀνέμου, καὶ παρεσύρθη διὰ μιᾶς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε μὲ ὅλας τὰς  δυνάμεις του νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸν Κωφόν, τὸν γνωστὸν ὅρμον τῆς Συκιᾶς, τοῦ  μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικης, ὅπου ἅμα εἰσπλεύσῃ τις, δὲν βλέπει πλέον πόθεν  εἰσέπλευσεν, ἀλλ᾿ ὅπου δυσκολως εἰσπλέει τις. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μὲ λίμνην  μεσόγειον, μὴ ἔχουσαν ὁρατὸν στόμιον, τόσον εἶναι ἀσφαλής. Καὶ τὸ γολεττι,  ζυλαρμενον, μετὰ ματαιας προσπαθείας, παρεσύρθη ὑπὸ τῆς τρικυμίας πρὸς τὰς  νήσους, ὅπου, τὴν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων, οἱ ἀγωνιῶντες ναυβαται εἶδον  ἔξαφνα φῶς, ὡς φάρον ὁδηγοῦντα αὐτούς, τοὺς πυρσούς, οὖς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν  τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς  ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες  ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τὸ «Δόξα ἐν ὑψιστοις». Ἐπλησίασαν, φερόμενοι μᾶλλον ἡ  πλέοντες, πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, καὶ τότε ἐκινδύνευσαν νὰ κατασυντριβωσιν εἰς τοὺς  βράχους τοῦ Κουρουπη. Εὐτυχῶς, δι᾿ ἐπιτήδειου χειρισμοῦ ἀπεφυγον τὴν καταστροφὴν  κι ἐκαθισαν τὸ σκάφος εἰς τὰ ρηχά, ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅπου τόσον καλὰ ἦτο  ἐξησφαλισμενον, ὅσον δὲν ἠδυνατο νὰ εἶναι μὲ τὰς δυὸ ἄγκυράς του, τὰς μεινασας  ὡς ὁμήρους εἰς τὸν βυθὸν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμηθησαν νὰ σφαξωσι  καὶ ψησωσι δυὸ τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δυὸ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν  πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἀλατισμένα· καὶ ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ  γολεττί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διετρεχεν ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε  νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπώθηση πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβιβασε δυὸ ἀσκοὺς γενναίου  οἴνου καὶ ἐν καλαθῶν μὲ αὐγὰ καὶ κχσκχβαλι τῆς Αἴνου, καὶ ἡμισείαν δωδεκάδα  Ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. Καὶ ἐφαγον πάντες καὶ ηὐφρανθησαν,  ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρέπειας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου  βράχου. Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ  καπποτες, ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισται εἶχαν φέρει μεθ᾿ ἑαυτῶν, καὶ  οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχαν εἰς τὸ Κάστρον, καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης  ἐκομισεν ἀπὸ τὸ πλοῖον του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τὸ ψῦχος ἠλαττώθη πολύ, καὶ ἐπωφελούμενοι τὴν  ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος, ἀπεφασισαν ν᾿ ἀπέλθωσιν. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός  του μετὰ δυὸ ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν μικρὰν ἀμμουδιὰν ὑπὸ τὰ Μποστάνια,  καθείλκυσαν τὴν λέμβον, ἐπέβησαν αὐτῆς, καὶ κάμψαντες τὸ Κάστρον, τὴν ἔφεραν ἀπὸ  σοφρὰν εἰς τὸ βορειοανατολικὸν μέρος. Τὴ βοήθεια τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ  μπαρμπα-Στεφανῆ καὶ τῆς μικρᾶς φελούκας τοῦ Λήμνιου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες  συμπονήσαντες, δὲν ἐβραδυναν νὰ ξεκαθισωσιν ἀπὸ τὴν ἄμμον τὸ γολέττι, τὸ ὁποῖον  δὲν εἶχε πάθει τίποτε, ἀλλ᾿ ἐφαινετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καὶ ἀναπαυόμενον  κατόπιν πολλῶν κοπῶν. Καὶ ἀποχαιρετισαντες τοὺς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν  εἰς τὸ γολεττι, οἱ δὲ εἰς τὴν βαρκαν, πότε ρυμουλκούμενην, πότε ρυμουλκοῦσαν,  καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κωπας πλέοντες, διὰ τῆς βορειανατολικης ὁδοῦ τὴν φορᾶν  ταύτην, ὡς συντομωτερας καὶ εὐπλοώτερας εἰς τὴν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν  πολίχνην.&lt;br /&gt;&lt;hr /&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7462573334768371621-8392435618062234124?l=viotiareader.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://viotiareader.blogspot.com/feeds/8392435618062234124/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7462573334768371621&amp;postID=8392435618062234124' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/8392435618062234124'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/8392435618062234124'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://viotiareader.blogspot.com/2010/12/blog-post_20.html' title='Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο'/><author><name>βοιωτός</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14703601147435393659</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7462573334768371621.post-5997520193871060187</id><published>2010-12-01T22:52:00.000+02:00</published><updated>2010-12-01T22:52:23.654+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Γεώργιος Βιζυηνός'/><title type='text'>Το μόνον της ζωής του ταξείδιον</title><content type='html'>&lt;span style="font-size: large;"&gt;Το μόνον της ζωής του ταξείδιον&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size: large;"&gt;Γεώργιος Βιζυηνός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ότε μ' εστρατολόγουν δια το έντιμον των ραπτών επάγγελμα, ουδεμία υπόσχεσίς των ενεποίησεν επί της παιδικής μου φαντασίας τόσον γοητευτικήν εντύπωσιν, όσον η διαβεβαίωσις, ότι εν Κωνσταντινουπόλει έμελλον να ράπτω τα φορέματα της θυγατρός του Βασιλέως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγνώριζον πολύ καλά ότι “οι βασιλοπούλαις” έχουν εξαιρετικήν τινα αδυναμίαν εις τα ραφτόπουλα, μάλιστα, όταν αυτά ηξεύρουν να τραγουδούν τους επαίνους των θελγήτρων αυτών, ενώ ράπτουν τα “βλατιά”, με τα οποία στολίζουσι τα κάλλη των.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγνώριζον, πως όταν ερωτευθή καμμία βασιλοπούλα με το ραφτάκι της, δεν χορατεύει· μόνον ερωτεύεται εις τα γερά· και αρρωστά· και πέφτει στο κρεββάτι· και γίνεται του θανατά· και κανείς ιατρός δεν ημπορεί να την ιατρεύση, καμμία μάγισσα να την φέρη στα καλά της. ― Ώς που φωνάζει επί τέλους τον πατέρα της η βασιλοπούλα και του το λέγει παστρικά παστρικά: «Πατεράκι μου, ή το ραφτόπουλο, που τραγουδά τόσον εύμορφα, ή θα πεθάνω!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο βασιλεύς άλλο παιδί δεν έχει. Τί να κάμη; Φορεί την κορώνα του στο κεφάλι, και πηγαίνει στα πόδια του ραφτόπουλου και «Στον Θεό και στα χέρια σου!» του κράζει! «Κάμε μου την χάρι να πάρης την κόρη μου. Κάμε μου την χάρι να γενής γαμβρός μου. Αλλά δείξε δα προτήτερα και καμμιά παλληκαριά, δια να μην πέσω από την υπόληψί μου, ωσάν βασιλέας όπου είμαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ραφτόπουλο, του φαίνεται, πως έχει σκαλώσει στον λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο και δεν ημπορεί να καταπιή. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχει να καταπιή τίποτε, γιατί ώς και το σάλιο του εξεράθη μέσ' στον λάρυγγά του. Τόσο πολύ εφοβήθηκε σαν είδε τον βασιλέα με την κορώνα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο βασιλεύς με την κορώνα τού “παπαρίζει” τον ώμο, και το ρωτά να του ειπή και καλά: τί είναι άξιο το ραφτόπουλο να κάμη. Περιμένει δε με ενδόμυχον χαράν ν' ακούση, ότι ο επίδοξος γαμβρός του είναι άξιος να καταιβάση κανένα ζωντανό λεοντάρι από τα βουνά, ή να σκοτώση κανένα δράκοντα, ή να κυριεύση κανένα βασίλειο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ραφτόπουλο εις το μεταξύ επήρε θάρρος, αλλά δι' αυτό δεν έχασε και τον νου του να πα να “πετσοκόβεται” με τα θηρία δια να γείνη γαμβρός της Μεγαλειότητός του. Το ραφτόπουλο είναι εν γένει ειρηνικός άνθρωπος. Και επειδή τα καταφέρει καλλίτερα όταν ψάλλη, παρά όταν ομιλή, αποκρίνεται προς τον βασιλέα τραγουδιστά τραγουδιστά και του λέγει, πως είναι άξιο και δυνατό ― να ράψη τα νυφιάτικα χωρίς ραφή και ράμμα». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλά, βρε άτιμε!» βάλλει με το νου του ο βασιλεύς ο οποίος δεν συγκινείται πολύ πολύ από τραγούδια. «Θα σου δείξω εγώ πώς ξεμυαλίζεις το παιδί μου, αφού δεν έχεις ενός λεπτού παλληκαριά μέσ' τα στήθη σου!» Έπειτα βλέπει το ραφτόπουλο με κάτι άσχημαις ματιαίς, και ― «Πολύ καλά, του λέγει, κυρ γαμβρέ! Ράψε μου λοιπόν σαράντα φορεσιαίς νυφιάτικαις, καθώς ταιριάζουν εις μίαν βασιλοπούλαν και πρόσεξε να μην τύχη και διακρίνω καμμίαν ραφήν, και καμμίαν κλωστήν πουθενά! Φρόντισε όμως να τας έχης ετοίμους αύριον πρωί πρωί, πριν εβγή ο ήλιος, γιατί αλλοιώς ― Σου κόβω το κεφάλι!».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ο βασιλεύς με την κορώνα δεν χορατεύει αυτήν την στιγμήν. Το έχει πάρει απόφασιν ο φιλόδοξος άνθρωπος, να σκοτώση το ραφτόπουλο για να δώση την κόρη του εις κανένα μεγαλοσιάνο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ' ευτυχίαν το ραφτόπουλο έχει σίγουρη την δουλειά του και δεν σκοτίζεται πολύ πολύ. Διότι είναι ― άλλοι μεν λέγουν υιός, άλλοι δε λέγουν εγγονός της Νεράιδας. Και έχει μίαν δακτυλήθραν με πάτο, την οποίαν ποτέ δεν αφαιρεί από το δάκτυλόν του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλην εκείνην την εσπέραν τρώγει και πίνει και διασκεδάζει. Επάνω εις τα μεσάνυκτα που κοιμούνται ο “μάστορης” και οι “καλφάδες”, εβγάλλει την δακτυλήθραν από το δάκτυλόν του, παίρνει μίαν χρυσήν τρίχαν που έχει αυτού μέσα φυλαγμένην, και καίει την ακρίτσα της εις την φλόγαν του λυχναρίου. Εκεί παρουσιάζεται εμπρός του η χρυσόμαλλη Νεράιδα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Τί στενοχωρία έχεις, αγάπη μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Το και το, αποκρίνεται το ραφτόπουλο, λέγοντας την ιστορία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χρυσόμαλλη Νεράιδα, που του έχει τάξει να το γλυτώνη οσάκις κινδυνεύει, χτυπά τα λευκά της χεράκια τρεις φοραίς, και ―διες εσύ!― Σαράντα λευκονδυμένα Νεραϊδόπουλα, τώνα ευμορφότερο απ' το άλλο, με κάτι γλυκά τραγούδια, με κάτι μαργιόλικα λυγίσματα εις τον αέρα, θέτουν κάθε μία εμπρός εις το ραφτάκι τα πολυτιμότερα υφάσματα της οικουμένης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ραφτόπουλο κόφτει και η νεράιδες ράφτουν· και ράφτουν και τραγουδούν και αστεΐζονται και πειράζουν το ραφτόπουλο καμμιά φορά τόσον ερωτότροπα, τόσον γαργαλιστικά, που αν δεν ήτον η μητέρα τους εκεί κοντά, θα του έπαιρναν τον νου του χωρίς άλλο. Μα η χρυσόμαλλη Νεράιδα ταις προσέχει, ταις οδηγεί και ταις παρακινεί, και τελειώνουν τα νυφιάτικα, πριν ή λαλήσ' ο πετεινός, πριν έβγ' ο ήλιος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις προφθάνουν να φύγουν οι Νεράιδες, νά και ο βασιλέας που εμβαίνει με την κορώνα στο κεφάλι και με τους δημίους καταπόδι του: Έρχεται να σφάξη το ραφτόπουλο! Αλλά εκεί που εμβαίνει βλέπει ταις σαράντα νυφιάτικαις φορεσιαίς κρεμασμέναις εις το σχοινί χωρίς ραφή και ράμμα, και θαμβώνουνται τα μάτια του: Το χρυσάφι και το μαργαριτάρι, που έχουν επάνω κεντημένο, αξίζει όλο του το ψωροβασίλειο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο βασιλεύς με την κορώνα δαγκάνει τα χείλη του. Παίρνει το ραφτόπουλο από το χέρι, το πηγαίνει στο παλάτι και του δίδει την κόρην του, και τελειώνει η ιστορία. ―&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ταύτα πάντα μοι τα διηγείτο ο πάππος μου, και μοι τα διηγείτο ωσάν να είχον συμβή χθες ακόμη, ωσάν να συνέβαινον ανά πάσαν στιγμήν εις τον κόσμον. Ενθυμούμαι δ' έτι και σήμερον με πόσην παιδικήν υπερηφάνειαν εισήλθον πρώτην φοράν εις την πόλιν ως νεοσύλλεκτος του “εσναφίου” των ραπτών, αναλογιζόμενος, ότι μετά τινας ημέρας θα εξήλαυνον εκ της δι' ης επεζοπόρουν τώρα πύλης, εν θριάμβω συνοδεύων την ωραιοτέραν βασιλοπούλαν εις το χωρίον μου. Και τούτο μοι το υπέδειξεν ο παππούς. Και επειδή ο παππούς ήτο δι' εμέ ο πλέον κοσμογυρισμένος και κοσμομαθής άνθρωπος, επίστευον τους λόγους του μέχρι κεραίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν τούτοις είχον παρέλθει αρκετοί μήνες από της αφίξεώς μας και τίποτ' ακόμη δεν κατωρθώθη. Είναι αληθές ότι ο μάστορής μου ήτον αρχιρράπτης της Βαλιδέ-Σουλτάνας, και επειδή εγώ ήμην ο μικρότερος των συμμαθητών μου, με έστελλε τακτικά εις το παρά τον Βόσπορον παλάτιον αυτής πότε φέροντα μέγαν “μπόγον” επί κεφαλής, πότε δε υπό μάλης την μεταξίνην και χρυσόκροσσον “σακκούλαν”, με τα κατάστιχά του εν αυτή. Πολλάκις λοιπόν διήλθον δια πολυτελών στοών, και δια σκιερών διόδων εισέδυσα εις τους μαγικούς και μυροβόλους “δαερέδες” του χαρεμίου της Βαλιδέ-Σουλτάνας. Αλλά αι υπάρξεις, προς ας ηρχόμην εις σχέσεις εν αυτώ ήσαν κυρίως οι μαύροι ευνούχοι, με το πλατύτατον αυτών στόμα, με τους μεγάλους οδόντας απαισίως λευκάζοντας μεταξύ των χονδροειδών χειλέων των, και με κάτι άγρια βλέμματα, που με έκαμναν να τρέμω από την φρίκην μου. Ενίοτε ήθελον ― οι βασιλοπούλαις αναμφιβόλως― να εκφράσουν ιδιαιτέραν τινά ευαρέσκειαν προς το ραφτόπουλό των. Τότε ο πλέον φοβερός μαύρος έπιανε το πλέον φοβερό “καμτσίκι”, ένευε προς εμέ και έμβαινεν εμπρός. Εγώ τον ηκολούθουν, με το βλέμμα επί του εδάφου. Ένας δεύτερος μαύρος με ένα δεύτερο “καμτσίκι” με ηκολούθει κατά πόδας. Τοιουτοτρόπως, μεταξύ των δύο εκείνων δημίων, προεχώρουν εις τα ενδοτέρω του χαρεμίου, εν τω οποίω όμως δεν έβλεπον τίποτε άλλο, πλην του εδάφους, πού μεν στιλπνού όπως αι άρισται των χορών αίθουσαι, πού δε κεκαλυμμένου υπό βαρυτίμων ταπήτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλ' εάν δεν έβλεπον, ήκουον τουλάχιστον. Ήκουον γυναικείας φωνάς και γέλωτας και αστεϊσμούς βαναύσους και ύβρεις ασέμνους απευθυνομένας προς τον προ εμού βαδίζοντα “Κισλαραγάν”, ο οποίος εφώναζε πάσαις δυνάμεσι να κρυβώσι φεύγουσαι κατά την προσέγγισίν μου αι αμφίπολοι και οδαλίσκαι της Σουλτάνας, τύπτων ανηλεώς δια της μάστιγός του τας τολμώσας να παρακύψωσιν όπισθεν των θυρών και των παραπετασμάτων όπως ίδωσι τόσον πλησίον των ένα αρσενικόν άνθρωπον. Ο μετ' εμέ ακολουθών Αιθίοψ τούτο μεν με προεφύλαττεν από του να γείνω ανάρπαστος υπό των όπισθεν λαθραίως και αψοφητί ακολουθουσών, τούτο δε με παραμόνευε μη τολμήσω και υψώσω τους οφθαλμούς από του εδάφους και βεβηλώσω δια του “γκιαουρικού” μου βλέμματος τα ιερά θύματα τα προωρισμένα να θυσιασθώσι ποτε εις στιγμιαίαν τινά ιδιοτροπίαν του μεγάλου των Κυρίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν τω μέσω τοιούτων συγκινήσεων έφθανον τέλος εις τον προς ον όρον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλ' εκεί, εις το τελευταίον δωμάτιον, εν ώ με άφινον οι μαύροι κλείοντες όπισθέν μου την θύραν, τί νομίζετε ότι μ' επερίμενε; Καμμία ροδανθής, ξανθόκομος βασιλοπούλα ετοίμη να πετάξη από την χαράν της ― εις την αγκάλην μου; Τίποτε, απολύτως τίποτε, εντός του δωματίου. Εντός του τοίχου όμως, δι' ού το δωμάτιον τούτο συνεκοινώνει προς άλλο, μ' επερίμενε να τον θωπεύσω, παπαρίζων αυτόν, ωσάν να ήτο η ερωμένη μου, σανίδινος κύλινδρος, κατεσκευασμένος ούτως, ώστε να περιστρέφεται εν τη θέσει του περί κάθετον άξονα, χωρίς να σε αφίνη να ιδής εκ των πλαγίων εις το παρακείμενον δωμάτιον. Μόλις τον εθώπευον, ως ανωτέρω, και μία λεπτή πολύ λεπτή φωνή ηκούετο έσωθεν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ήλθες, αρνί μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Μάλιστα, “Σουλτανήμ”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο σανίδινος κύλινδρος εστρέφετο περί εαυτόν, παρουσιάζων τώρα προς εμέ εις το αντίθετον μέρος του μικράν θυρίδα, ήτις τον έκαμνε να φαίνεται, ως ερμάριον. “Πατσουλή”, μόσχος, άμβρα και όλα των Ινδιών τα αρώματα εμοσχοβόλουν όπισθεν της θυρίδος εκείνης. Βεβαίως θα ήτον αυτού μέσα η βασιλοπούλα μου! ― Ήνοιγον την θύραν εναγωνίως και εντός του περιστρεφομένου τούτου μικρού ερμαρίου με υπεδέχετο μυροβόλον και ορεκτικόν κανένα “μοχαλεμπί”, κανένα “μπουρέκι”, ή “μπακλαβάς” ή άλλο τι γλυκύτατον πράγμα από εκείνα, τα οποία δεν έχουν μεν γλώσσαν, αισθάνεσαι όμως άμα τα ιδής, ότι σοι λέγουν επανειλημμένως «φάγε με». Τούθ' όπερ και έπραττον εγώ, εννοείται, χωρίς πολλών διατυπώσεων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μίαν ημέραν μόλις ετελείωσα την ευχάριστον ταύτην ενασχόλησίν μου, και η λεπτή εκείνη φωνή με ερωτά εάν θέλω και άλλο τίποτε καλλίτερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, Σουλτανήμ, άλλο τίποτε καλλίτερο από σένα δεν θέλω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― “Αφερήμ”, αρνί μου! Μεγάλος είσαι, μεγάλος;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ετοιμαζόμην να της είπω ότι είμαι τόσος, ώστε ειμπορούσα να έμβω εις το ερμαράκι εκείνο, να κλείσω την θυρίδα, να δώσω ένα γύρον εις τον κύλινδρον και να ευρεθώ ωσάν “μπουρέκι” εμπρός εις τους οφθαλμούς της. Αλλά ο μαύρος ευνούχος, ο οποίος εις το μεταξύ είχεν εισέλθει χωρίς να τον εννοήσω, εξεστόμισεν ύπερθεν της κεφαλής μου άσεμνον ύβριν, αποπνίξας την φωνήν εις τον λάρυγγά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καϋμένη μου η βασιλοπούλα έπρεπε να λάβη την απάντησιν από το άγριον, το φοβερόν του στόμα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Μεγάλος, ε; χα, χα, χα! έκραξεν ο Κισλάρ αγάς γελών σαρδώνιον γέλωτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι τόσο μικρός ακόμα, που για να τον κρεμάσω αψηλά, στα μάτια σου, επαράγγειλα καινούριο σκαμνί να πατήση πάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπειτα μοι ένευσε να τον ακολουθήσω...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, εάν συνέβαινε να έχη η Βαλιδέ-Σουλτάνα, όπως άλλοτε βασιλείς τινες της Ασίας, εις κάθε θύραν του παλατίου της ένα σοφόν γραμματέα, διατεταγμένον να εκθέτη εις λιπαρότατον ύφος λόγου παν ό,τι συνέβαινε περί εαυτόν, δεν αμφιβάλλω, ότι έκαστος αυτών ανεξαιρέτως θα εσημείωνεν εις το χρονικόν του, ότι εγώ και κατ' εκείνην την ημέραν εξήλθον εκ του χαρεμίου, όπως πάντοτε, με τον ένα ευνούχον εμπρός, εκσοβούντα τας οδαλίσκας μακράν της όψεώς μου, με τον έτερον ευνούχον κατόπιν, αμυνόμενον τας όπισθεν προσπαθούσας να με σύρωσιν από του φορέματος. Εγώ όμως διαβεβαιώ, ότι αφ' ης στιγμής ο φοβερός εκείνος “αράπης” είπεν, ότι παρήγγειλε “καινούριο σκαμνί” δια να με κρεμάση, απ' εκείνης της στιγμής το έδαφος του δωματίου, εν ώ ευρισκόμην, υπεχώρησεν αίφνης υπό τους πόδας μου και εγώ κατεκρημνίσθην εις άψοφον σκοτεινόν χάος με τον ίλιγγα της κεφαλής, με την λιποθυμίαν της καρδίας, ην αισθανόμεθα ονειρευόμενοι ότι πίπτομεν από αμετρήτου ύψους αποτόμου βραχώματος ίνα διεκφύγωμεν τον επαπειλούντα την ζωήν ημών κίνδυνον εκ μέρους τερατώδους τινός καταδιώκτου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς ευρέθην πάλιν εις το εργαστήριόν μας, περί τούτου αδυνατώ να δώσω ακριβείς πληροφορίας. Τινές των συμμαθητών μου έλεγον, ότι έχασα τον δρόμον από την φοβέραν μου, τινές, ότι έχασα και το μυαλό μου. Εγώ τους άφινα να αστεΐζωνται. Μόνον όταν εσηκώθησαν οι προ εμού κομίσαντες και αυτοί “μπόγους” εις το παλάτι, και ήρχισαν να φλυαρούν πως τάχα και αυτοί έφαγαν γλυκίσματα από το στρογγυλόν, το περί τον άξονά του κινητόν εκείνο ερμάριον, και ότι το δωμάτιον μεθ' ού συνεκοινώνει στρεφόμενον δεν ήτο η αίθουσα ή ο κοιτών της βασιλοπούλας, αλλά το “κελάρι” του χαρεμίου, και ότι η γλυκεία, η πολύ γλυκεία εκείνη φωνή, δεν ήτο της αγάπης μου της βασιλοπούλας, αλλά του γηραλεωτάτου ευνούχου του παλατίου ― μόνον τότε κατεξανέστη το αίσθημα της φιλοτιμίας μου και εμάλωσα με όλους, και περιήλθον εις τοιαύτην προς αυτούς διάστασιν ώστε ούτε τους ωμίλησα καν έκτοτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ότι δεν εξαναπάτησα εις το χαρέμι εννοείται αφ' εαυτού. Διότι όσον και αν εθλιβόμην, αναλογιζόμενος, ότι η βασιλοπούλα μου τήκεται όπισθεν του στρογγυλού ερμαρίου παρά τας όχθας του Βοσπόρου, άλλο τόσον δεν εκαταλάμβανα, διατί δεν έστελνε τέλος πάντων τον πατέρα να με ζητήση δια σύζυγόν της, όπως έκαμαν όλαις οι βασιλοπούλαις που εγνώρισεν ο πάππος μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά την θλιβεράν εκείνην απογοήτευσιν, η αηδής και ανιαρά μονοτονία του πρακτικού βίου, αι δυσχέριαι του αρχαρίου περί τα στοιχεία της τέχνης, μοι εφαίνοντο δύο και τρεις φοράς βαρύτεραι. Υπό το βάρος αυτών ήρχισα να καχεκτώ και να μαραίνωμαι καθειργμένος εκεί, εντός του Τσαρσίου της Σταμπούλ όπισθεν των σιδηρών πυλών του Κεμπετσή-Χανίου, προς τους μολυβδοσκεπείς του οποίου θόλους ανέπεμπον ο δυστυχής τώρα ουχί πλέον θελκτικούς ήχους ερωτικών ασμάτων αλλά τους κλαυθμούς και οδυρμούς παιδικής, καρδιοβόρου νοσταλγίας!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προ πάντων ήρχησα ν' απεχθάνωμαι τον μάστορή μου, μικρόσωμον, καχεκτικόν γερόντιον, το οποίον, ενώ συνώδευε δια των γελοίων κινήσεων της νωδής του σιαγόνος τα τραγανά μασσήματα του ψαλιδίου του, του αδηφάγου, δεν έπαυεν επιτηρών με ύπερθεν των μεγάλων και στρογγυλών αυτού διόπτρων μη τυχόν εκτείνω ολίγον τον μαργωμένον πόδα, ή ορθώσω επί μικρόν την κατάκοπον σπονδυλικήν μου στήλην.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μίαν ημέραν είτε εξ αδυναμίας, είτε εκ πείσματος, επέμενον παραβαίνων τον ιερόν τούτον κανόνα ραπτικής ευπρεπείας τόσον συνεχώς, ώστε έσχον την τιμήν να γνωρισθώ τότε πρώτον και με την “βουβήν μαστόρισσαν”, δηλαδή την παρά το πλευρόν του μαστόρου μου κειμένην πήχην. Αυτό εξήψε την αγανάκτησίν μου μέχρις ασεβείας. Διότι ενθυμούμαι πολύ καλά, ότι κατά το ενδόμυχον εκείνο πείσμα μου ήρχισα να μεμψιμοιρώ και να ελέγχω πικρότατα αυτόν τον Θεόν, διότι έσχε την πρωτοβουλίαν να ράψη ιδίαις χερσίν τον περίφημον εκείνον δερμάτινον χιτώνα περί την γυμνότητα της Εύας και να δώση τοιουτοτρόπως αρχήν και γένεσιν εις το των ραπτών επάγγελμα. Εάν ήμην εγώ Θεός, έλεγον κατ' εμαυτόν, θα την άφινα την Εύα μου καθώς την είχα πλάσει. Τί θα μ' έβλαπτεν τάχατες η καϋμένη, γυμνή καθώς ήτο; Θαρρώ μάλιστα, πως θα ήτο και ωραιοτέρα. Έπειτα, ενόσω είχε την γυναίκα εις τον Παράδεισον, ήγουν εις το σπίτι του ο “μαστρο-θεός”, την άφινε γυμνήν· όταν όμως απεφάσισε να την φορτώση δια παντός εις τον “γιακάν” του δυστυχούς Αδάμ, να την εβγάλη εις τον κόσμον, τότε την επροίκισε και μ' ένα στολίδι. Δεν βλέπεις τί κακόν έχει κάμει; Ίδρυσε με τα ίδιά του χέρια το κακοδαιμονέστατον “εσνάφι” των ραπτών, καταδικάσας με να κάθημαι εδώ σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωΐας μέχρι βαθυτάτης νυκτός, και ίδρυσε την κακίστην συνήθειαν, να προικίζουν οι πατέρες τας θυγατέρας των, όχι μ' εσωτερικάς αρετάς, ενόσω τας έχουν εις τους οίκους των, αλλά μ' εξωτερικήν πολυτέλειαν, όταν τας φορτώνουν εις την ράχην των γαμβρών των.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τας τελευταίας ταύτας σχολαστικότητας, είμαι βέβαιος ότι ήθελον τας διατυπώσει αφελέστερον τότε, εάν γνωστή τις φωνή δεν εκάλει κάτωθεν το όνομά μου, διακόψασα αίφνης το ρεύμα των ελεγειακών μου σκέψεων, πριν ή λάβωσι τελειωτικώς την λογικήν αυτών διατύπωσιν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μ' όλας τας επανειλημμένας νουθεσίας, τας αναγγελλούσας μοι εκ μέρους της μητρός, ότι η τέχνη είναι χρυσούν βραχιόλιον, το οποίον ώφειλον να κατακτήσω αντί πάσης θυσίας ―ότι η πέτρα που κυλά δεν κάμνει δια θεμέλιον, και τα τοιαύτα― εγώ επέμενον μηνύων (τότε δεν ήξευρον ακόμη να γράφω) και παρακαλών αυτήν να με ανακαλέση ή να με βάλη να μάθω ανθρωπινωτέραν τινά τέχνην. Και δεν είχον μεν πολλάς πιθανότητας επιτυχίας, ήλπιζον όμως ν' απαλλαγώ καν από τον μάστορην εκείνον, δια να αναπνεύσω τον εκτός του “Τσαρσίου” και των “χανίων” καθαρότερον, ελεύθερον αέρα. Προ πάντων είχον κρυφήν επιθυμίαν να στοιχήσω εις τον αρχιρράπτην, του εν Ντολμά-μπαχτσέ σουλτανικού χαρεμίου, ο οποίος κατώκει εις την ασιατικήν του Βοσπόρου όχθην, απέναντι του ανωτέρου παλατίου. Εκεί, εσκεπτόμην κατ' εμαυτόν, θα με ακούουν οι βασιλοπούλαις, όταν τραγουδώ, και ή θα εμβαίνουν εις τον “πιαντέ” να έρχωνται, ή θα με γνεύουν από το παράθυρον να πηγαίνω κολυμβώντας να τας ευρίσκω. ― Βλέπετε, με όλα τα παθήματά μου, την βασιλοπούλαν δεν την έβγαλα ακόμη από το κεφάλι· και τούτο, διότι, ως είπον, είχον απόλυτον εμπιστοσύνην εις τους λόγους του παππού. Αυτός ήτο δι' εμέ ο πλέον κοσμογυρισμένος, ο πλέον πολύπειρος άνθρωπος. Και εάν δεν έβαζα καμμίαν βασιλοπούλα εις το χέρι εδώ, εντός της Πόλεως, ο παππούς θα με ωδήγει επί τέλους, πού ευρίσκονται αυταίς οι βασιλοπούλαις, πού ερωτεύονται τόσον εύκολα με τα ραφτάκια. Διότι, δεν είναι δυνατόν, ο παππούς πρέπει να ταις είδε, πρέπει να ταις ηξεύρη· ίσως ίσως και θα ερωτεύθηκε ο ίδιος με καμμιάν, αν και δεν ήτο ο καϋμένος ούτε ράπτης, ούτε τραγουδιστής περίφημος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν ήκουσα την φωνήν εκείνην να καλή το όνομά μου, εσκίρτησα εξ αγαλλιάσεως, διότι ήτον η φωνή του Θύμιου, του υπηρέτου του παππού μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δωμάτιον, εν ώ ειργαζόμεθα, ήτο “τζαμεκιάνιον”, τουτέστι μικρόν ανώγεων εκτισμένον, ως φωλεά χελιδόνος, υψηλά μεταξύ δύο θολοσκεπών αψίδων, εις ας απολήγουν αι περί την κεντρικήν αυλήν των χανίων λιθόκτιστοι στοαί. Εις το ανώγεων τούτο ανέβαινέ τις από της στοάς δια στενής κλίμακος στηριζομένης κατά το άνω άκρον εις αυτό το δάπεδον, εφ' ού και εκαθήμεθα εργαζόμενοι. Μόλις λοιπόν παρήλθε μία στιγμή, αφ' ης ήκουσα το όνομά μου, και, όπισθεν των σαθρών κιγκλίδων της κλίμακος ταύτης προέβαλε πρώτα πρώτα η κεφαλή του αναβαίνοντος Θύμιου. Το προαίσθημά μου επηλήθευσεν, οι σοβαροί του Θύμιου οφθαλμοί ανεζήτουν τινά μεταξύ των συμμαθητών μου. Δεν επερίμενα να με καλέση· δεν επερίμενα ν' αναβή την κλίμακα ολόκληρος, όπως πεισθώ, ότι δεν με απατώσιν αι αισθήσεις μου. Ετινάχθην από της θέσεώς μου ως αιχμάλωτον πτηνόν, το οποίον ευρίσκει απροσδοκήτως ανοικτήν την θύραν του κλωβίου του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― «O παππούς παλεύει με τον άγγελο! είπεν ο Θύμιος, ενώ ανέβαινεν ακόμη και χωρίς τινος εισαγωγικής διατυπώσεως. Ο παππούς ψυχομαχά και σε γυρεύει· έλα, πάμε γρήγορα. Γιατί, διες, αν δεν προφθάξης, θ' αποθάνη και θα μείνουν ανοικτά τα μάτια του».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και στηριχθείς επί του “κεφαλοσκάλου” ο Θύμιος έδωκεν εις τους λόγους του μίαν πρόσθετον βαρύτητα, νεύσας προς εμέ, ως άνθρωπος όστις δεν είχε καιρόν να περιμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ηξεύρω εάν ήτον ο τόνος της φωνής, το σοβαρόν του βλέμματος, ή το περιεχόμενον των λόγων του το συντελέσαν περισσότερον εις την ταραχήν μου. Ενθυμούμαι μόνον, ότι πολλήν ώραν αφού εσιώπησεν ο Θύμιος, εγώ ιστάμην ακόμη ακίνητος και ενεός, εις ην θέσιν ευρέθην καθ' ην στιγμήν επρόφερε τας πρώτας του λέξεις, και, ενθυμούμαι ότι υπό την επήρειαν αυτών αλλεπάλληλοι ριγηλαί φρικιάσεις εκλόνισαν τα νεύρα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς παλεύει με τον άγγελον! ― Αυτό βεβαίως δεν ήτο καλή δουλειά. Αλλ' ο παππούς γυρεύει και μένα ― Αυτό ήτον ακόμη χειρότερο! Αυτό θα ειπή πως ο παππούς μοναχός του δεν ειμπορεί να τα βγάλη πέρα με τον άγγελο και με καλεί να τον βοηθήσω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παιδική αύτη σκέψις μοι επήλθε, διότι άλλοτε εσυνήθιζον να παλαίω με τον παππούν, αναρριχώμενος επί της ράχεως και των υψηλών αυτού ώμων προ πάντων οσάκις τον κατελάμβανον καθήμενον επί του “μεντερίου” του παρά την εστίαν. Ο παππούς κατά τους θορυβώδεις εκείνους αγώνας εκηρύττετο πάντοτε ηττημένος και πάντοτε με ανεγνώριζεν ως ισχυρότερον, συνιστών με εις τους παρατυγχάνοντας επισήμως, ως τον “πεχληβάνην” του, δηλαδή τον εξ επαγγέλματος παλαιστήν, ον οι πασσάδες τρέφουν συνήθως έτοιμον να παλαίση προς τον όστις ήθελε καυχηθή, ότι είναι ο δυνατότερος της χώρας και, ή να τον καταβάλη, ή να υποχωρήση εις τον νικητήν την θέσιν του. Αφού λοιπόν μετά τοσούτου κόμπου έφερον άλλοτε τον τίτλον εκείνον, μοι εφάνη πολύ φυσικόν, εάν ο παππούς, μη ηξεύρων τώρα πώς να “ξεκάμη” μόνος του με τον άγγελον, προσεκάλει εμέ τον “πεχληβάνην” του δια να τον βοηθήσω να βροντήξη τον αντίπαλόν του χαμαί, δια ν' αναλάβω, ίσως ίσως εγώ αυτός τον φοβερόν εκείνον αγώνα περί ζωής και θανάτου!...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πώς θα το καταφέρω; Και πού θα παλαίσω με τον άγγελον; επάνω εις το μεντέρι του παππού, ή μέσ' στο μαρμαρόστρωτο τ' αλώνι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι, όχι, όχι! Φοβούμαι! Δεν βαστώ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και συνεκρούοντο τα γόνατά μου εκ τρόμου, και έκλινον να καθήσω επιστραφείς εις την θέσιν μου. Αλλ' εκεί εσυλλογίσθην εξαίφνης, ότι αυτή ήτον η μόνη ευνοϊκή περίστασις, όχι μόνον ν' απαλλαγώ από τας χείρας του μαστόρου μου, αλλά και να προφθάξω, ενόσω ήτο ακόμη καιρός, να ερωτήσω τον παππού, εις ποίον μέρος του κόσμου συνήντησε τας βασιλοπούλας, περί ων ωμίλει, ωσάν να έφαγε και έπιε και εκουβέντιασε μαζί των.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλ' ο μάστορης; Να ιδούμεν τί λέγει και ο μάστορης! Θα με αφήση άρα γε να υπάγω; Καλέ, αυτός προ μιας ώρας μάς διεβεβαίου, ότι όλοι οι μαθηταί είμεθα αναπαλλοτρίωτα κτήματά του, και τώρα θα με αφήση να του ξεφύγω; Ω, συμφορά μου! Αυτό έπρεπε να σκεφθώ πρώτα πρώτα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μάστορης, αφ' ης στιγμής ανήλθεν ο Θύμιος εις το δωμάτιόν μας, αφήκε το ψαλίδιον αυτού μετά κρότου επί του προ αυτού “τεζιαχίου” και υψώσας τας μεγάλας αυτού διόπτρας από των οφθαλμών επί του ρυτιδωμένου μετώπου του, εστήριξε τας χείρας προκλητικώς επί των λαγόνων και διετέλει εξακοντίζων απειλητικώτατα βλέμματα κατά του τολμήσαντος να εισχωρήση ούτως εις το τυραννοκρατικόν αυτού βασίλειον, χωρίς τινος προηγουμένης διατυπώσεως. Οι συμμαθηταί μου ήσαν πάντες συγκεκινημένοι, ουδείς όμως ετόλμησε να κινηθή, ή ν' ανακύψη. Ταύτα πάντα ήσαν κακοί οιωνοί: Βεβαίως δεν θα με αφήση ν' αναχωρήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ο παππούς του παλεύει με τον άγγελο! είπεν ο Θύμιος τώρα προς αυτόν κρεμών έτι μάλλον τα καταιβασμένα του “μούτρα” ― Ο παππούς του μας αφίνει χρόνια, κ' εγύρεψε να διη το παιδί ―Ξέρεις, είναι η υστερινή του θέλησι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μάστορης, του οποίου η οργή εφαίνετο εις το έπακρον κορυφωμένη, ήνοιγεν ήδη τα σπασμωδικώς κινούμενα χείλη δια να βλασφημήση, ως εσυνείθιζε κατά τας βιαίας εκρήξεις του θυμού του. Αλλ' η τελευταία φράσις του Θύμιου, προφερθείσα μετά τινος μυστηριώδους ευλαβείας και με παρηλλαγμένον τόνον φωνής, ενήργησεν ως μαγία επί του σκληρού, του απανθρώπου εκείνου γέροντος. Το εξημμένον αυτού πρόσωπον ημέρωσεν ευθύς, το προκλητικόν του σώματος παράστημα κατέπεσεν εν ακαιρεί, και, μετ' αγαθότητος, ην πρώτην φοράν έβλεπα παρ' αυτώ, έτινε προς εμέ την χείρα του να την ασπασθώ. Τούτο ήτο άδεια προς αναχώρησίν μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σύγχυσις και η απειρία με έκαμαν να πιστεύσω εκείνην την στιγμήν ότι ο Θύμιος, όπως ήξευρε να δαμάζη τους ατιθάσσους του πάππου μου ταύρους δια της στεντορείας φωνής και των χαλυβδίνων χειρών του, ούτως είχε την μυστηριώδη δύναμιν να επάδη μακρόθεν εξημερών την θηριωδίαν του αγριωτέρου μαστόρου. Εξ όσων όμως συμπεραίνω σήμερον την απροσδόκητον εκείνην μεταβολήν προεκάλεσεν η κοινήι οφειλομένη προς τους αποθνήσκοντας θρησκευτική ευλάβεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι αληθώς θαυμαστή η προθυμότης και η ευσέβεια, μεθ' ης και ο δυστροπώτερος των ανθρώπων υπακούει παρ' ημίν εις την τελευταίαν επιθυμίαν των αποθνησκόντων. Δεν ηξεύρω εάν πιστεύεται, ότι οι μη συντείναντες προς εκπλήρωσιν αυτής προκαλούσιν εφ' εαυτών των την του ουρανού δυσμένειαν. Ίσως ―κατά την φιλοσοφικωτάτην ηθικήν του λαού― αποφεύγει έκαστος να πράξη ό,τι δεν επιθυμεί να συμβή εις αυτόν. Το βέβαιον είναι, ότι η αποδημούσα ψυχή εφ' όσον έχει ακόμη επιθυμίαν τινά ανεκπλήρωτον, δεν δύναται ν' αποσπασθή του ξένου πλέον αυτή σώματος και αναχωρήση, αλλά τριγυρίζει γογγύζουσα και παραπονουμένη επί των χειλέων του ψυχορραγούντος· φρικτόν δε θεωρείται και στιγματίζεται ως ασέβεια, εάν οι συγγενείς και οικείοι δεν σπεύδουν να πράξωσι παν το επ' αυτοίς, όπως ετοιμάσωσιν ήσυχον και ευχαριστημένην την αναχώρησιν της ψυχής από ένα κόσμον, εις τον οποίον δεν ανήκει μεν πλέον, μετά του οποίου όμως την συνδέει ακόμη η τελευταία της επιθυμία. Εκ της εκφράσεως μάλιστα, ην λαμβάνει το πρόσωπον του νεκρού, αφού εκπνεύση, δύναται ν' αποφανθή τις αλανθάστως, εάν τούτο εγένετο ή όχι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκ τούτου συμβαίνει, να λαμβάνωσι χώραν παρά την κλίνην των θανατιώντων σκηναί συγκινητικώταται, σπαραξικάρδιοι ενίοτε. Εδώ ο άσωτος υιός, η απερίσκεπτος κόρη, ων η ελαφρά διαγωγή εξοργίσασα τον αυστηρόν πατέρα, απέκλεισεν αυτούς από της ολομελείας του οίκου, συνιστώνται υπό της ολιγοδρανούς πλέον μητρός των εις την επιείκειαν του πατρός, όστις ολολύζων τοίς ανοίγει πάλιν φιλοστόργως τας αγκάλας, εν μέσω των θαλερών δακρύων των παρισταμένων. Εδώ η ανέκαθεν μισητοτάτη παρά τοις Έλλησι μητρυιά εμπιστευομένη παρά του ψυχορραγούντος πατρός εις την στοργήν του εκ της προτέρας συζύγου τέκνου του, ευρίσκει παρ' αυτώ την θερμοτέραν, την μάλλον αφωσιωμένην περίθαλψιν. Εδώ συμβιβάζονται μακραί οικογενειακαί διχόνοιαι· εξαλείφονται ύπουλα μεταξύ αδελφών μίση· διαλύονται έχθραι και αυταί αι θανασιμώτεραι μεταξύ συγγενών και οικείων. Εδώ τέλος πάντων, τα μέλη της οικογενείας, μέχρι και αυτών των απωτάτων, συνέρχονται από των περάτων της χώρας επί το αυτό, ουχί εκ χαιρεκάκου, εξ ασεβούς προσδοκίας υλικής κληρονομίας, αλλά διότι αι ψυχαί αυτών συνδεδεμέναι υπό της φύσεως στενότερον προς την αποδημούσαν ύπαρξιν, έλκονται ορμεμφύτως να συναντηθώσιν έτι άπαξ μετ' αυτής, ενόσω ευρίσκεται ακόμη πλησίον των, εν των επιγείω κόσμω, ν' ανταλλάξωσι μυστηριωδώς το τελευταίον πνευματικόν αυτών φίλημα. Διότι ―ποίος δεν το βλέπει; Η ψυχή, η ανιπταμένη εν μέσω των ευχών και των ευλογιών των, υπάγει εκεί, όπου ευρίσκονται τα προαποθανόντα μέλη της οικογενείας. Ο αποχωρισμός λοιπόν ούτος ο μερικός, είναι γενική συνάντησις μετά των ψυχών εκείνων, είναι έμμεσος προς τους νεκρούς συγκοινωνία των ζώντων. Η αποδημούσα ψυχή θα ευρεθή μετ' ολίγον εν τω μέσω των φιλτάτων αυτών εις τας υπερκοσμίους χώρας, και θα περικυκλωθή υπ' αυτών ερωτωμένη, εάν είδε, και πώς είδε τους επί γης αγαπητούς των. Δεν πρέπει λοιπόν να λείπη από της κλίνης του αποθνήσκοντος οικείου ο μη ών άμοιρος και της εσχάτης προς τους νεκρούς του ευσεβείας και στοργής. Εάν τις εκ των οικείων, ή ασθενών βαρέως, ή ευρισκόμενος πολύ μακράν εις τα ξένα, δεν ειμπορεί να παρευρεθή κατά την τελευταίαν εκείνην συνάντησιν, οι παρόντες αποφεύγουσιν επιμελώς να κάμωσι μνείαν του ονόματός του, μη τυχόν ακούσας επιθυμήση ο ασθενής να τον ίδη. Διότι τότε, εάν ο ποθούμενος δεν προφθάση να έλθη, θα μείνουν οι οφθαλμοί του νεκρού ημίκλειστοι προσδοκώντες την άφιξίν του, και όταν ακόμη η εν αυτοίς ζωή προ πολλού απεσβέσθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ιδού τί εννόει κυρίως ο Θύμιος λέγων προς εμέ ότι, εάν δεν προφθάξω, θ' αποθάνη ο παππούς, και θα μείνουν ανοικτά τα μάτια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δια τούτο, όταν παρήλθεν η πρώτη εκείνη σύγχυσίς μου, ότε, λαβών την άδειαν προς αναχώρησιν, εξήλαυνον, εκ του “Εδιρνέ-Καπουσού” της Κωνσταντινουπόλεως, όχι επί χρυσοχαλίνου “ατίου”, αλλ' “οπισωκάπουλα” επί του αυτού μετά του Θύμιου καμηλοϋψούς ίππου του παππού μου, και σφίγγων αμφοτέραις ταις χερσίν αντί της ξανθής βασιλοπούλας, ην έμελλον να οδηγήσω εις την καλύβην του πατρός μου, την ερυθράν του Θύμιου ζώνην, εκ φόβου μήπως ολισθήσας κατακρημνισθώ από των ισχνοτάτων οπισθίων του ζώου ―περί ουδενός εφρόντιζον, περί ουδενός ανησύχουν τόσον, όσον περί του μήπως δεν προφθάσωμεν εγκαίρως εις το χωρίον, και αποθάνη ο καϋμένος ο παππούς, και απομείνουν ανοικτά τα μάτια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μακροσκελέστατος εκείνος ίππος έτρεχεν όσον επέτρεπεν εις τα γηρατεία του το διπλούν αυτού φορτίον αφ' ενός, η ελεεινή των οδών κατάστασις αφ' ετέρου. Εν τούτοις ο δρόμος ον έπρεπε να διανύσωμεν ήτο μακρός και ο Θύμιος αφήκε τον παππούν, από της προχθές ήδη, ετοιμοθάνατον. Καθ' όλον αυτό το διάστημα ο παππούς δεν ειμπορούσε βεβαίως ν' αντέχη παλαίων με τον άγγελον. Τα εννενήκοντα οκτώ χρονάκια του είχον κυρτώσει προ πολλού ήδη το λεβέντικόν του ανάστημα. Βέβαια, βέβαια! Ο άγγελος θα μου τον εξαπλώση τον καϋμένον χαμαί, πριν τον προφθάξω, και θ' αποθάνη ο παππούς και θα μείνουν ανοικτά τα μάτια του!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Θύμιος, όστις δεν μοι απέτεινε τον λόγον, ει μη οσάκις ενθυμείτο να μ' ερωτήση εάν κάθημαι ακόμη εις τα οπίσθια του ίππου, φαίνεται ότι κατείχετο υπό των αυτών μετ' εμού σκέψεων, διότι δεν έπαυε μαστίζων τον ίππον δια να τρέχη όσον το δυνατόν ταχύτερον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπό τοιαύτας περιστάσεις δεν ήτο απίθανον να ερωτήση μετ' ολίγον, χωρίς να υπάρχη πλέον κανείς επί των οπισθίων του ίππου να τω απαντήση. Ο Θύμιος το υπωπτεύθη εγκαίρως κατ' ευτυχίαν. Εξεζώσθη λοιπόν έν μέρος της πολυγύρου ερυθράς του ζώνης και το ετύλιξε δύο τρεις φοράς περί εμέ και περί την μέσην του συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως προσηρτημένος πλέον ασφαλώς εις αυτόν, ως εάν ήμην κανέν άψυχον παράρτημα, εξ όσων φέρουν οι χωρικοί συνήθως εσφιγμένα περί την ζώνην των, εξηκολούθησα το φανταστικόν εκείνο ταξείδιον, του οποίου τας εντυπώσεις ποτέ δεν ελησμόνησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήτο φθινόπωρον και ήρχιζεν ήδη να καλονυκτώνη· ψυχροί πλέον οι άνεμοι εσύριζον δια των αραιών του δάσους δένδρων, ταράσσοντες τον ριγηλόν ύπνον των ημιγύμνων αυτών κλαδίων, αφ' ων, κλαυθμηρώς γογγύζοντα, εστροβιλίζοντο επί του εδάφους αναρίθμητα φύλλα. Κατά τοιαύτας νύκτας, ηή εκ διαλειμμάτων όπισθεν θολερών συννέφων προφαίνουσα σελήνη, αυξάνουσα την αγρίαν μελαγχολίαν της Φύσεως δια των ωχρών, των “νεκροχλώμων” αυτής επιχρώσεων, αντί να παρηγορήση, πληροί την καρδίαν του οδοιπόρου αορίστων φόβων και επανειλημμένων φρικιάσεων. Την αγριότητα του ημετέρου ταξειδίου επηύξανεν η ανώμαλος ταχύτης, μεθ' ης ο υψηλός ημών ίππος παρήλαυνεν έμπροσθεν των εκατέρωθεν της οδού αντικειμένων, πριν ή προφθάσω να διακρίνω τα αμφίβολά των σχήματα προς καθησύχασιν της υπόπτου καρδίας μου. Η διαρκής και επίσημος σιγή του Θύμιου, το απρομελέτητον της οδοιπορίας, ο σκοπός, δι' ον αύτη εγίνετο, ο τρόπος της φανταστικής εκείνης ιππασίας, εν η κατά μεν το ήμισυ εκρεμάμην από της ζώνης του Θύμιου κατά δε το ήμισυ ελικνιζόμην επί των οπισθίων του ίππου ―ταύτα πάντα ενώ εκράτουν την παιδικήν μου καρδίαν εν διαρκή ανησυχίαν, εξήπτον την φαντασίαν μου μέχρι παραισθησίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν νομίζω να ητένισα κατά την νύκτα εκείνην παραδόξους συμπτώσεις νεφών, των μεν επί των δε φερομένων υπό του ανέμου, χωρίς να τα συμπληρώσω τη βοηθεία του σεληνιακού φωτός και της προκατειλημμένης φαντασίας εις πελώριον σύμπλεγμα παλαιστών αγωνιζομένων τον υπέρ των όλων κίνδυνον. Ο είς με το λευκόν και πολύπτυχον αυτού εσώβρακον ανεμιζόμενον εις τον αέρα, με τα ευρέα, τα κεντητά “μανίκια” του υποκαμίσου του ήτον αναμφιβόλως ο παππούς μου. Ο έτερος με την μακράν και λυτήν αυτού κόμην κυμαινομένην, με τας λευκάς επί των ώμων πτέρυγας, με τον φολιδωτόν του θώρακα περί το στήθος και την φλογίνην ρομφαίαν εις την γυμνήν δεξιάν του, αυτός ήτο βεβαίως ο άγγελος. ― Τόσας φοράς τον είχον ιδεί επί της αριστεράς θύρας του αγίου βήματος εν τη εκκλησία του χωρίου μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καϋμένος ο παππούς! Πώς θα τα βγάλη πέρα με τόσον φοβερόν αντίπαλον!..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οσάκις, απηυδημένος πλέον εκ τε του κόπου και της υπερβολικής εντάσεως των νεύρων, έκλινον την κεφαλήν επί του ώμου και έκλειον τους οφθαλμούς, ωνειρευόμην τον παππούν μακρύν μακρύν εξηπλωμένον χαμαί εις την “σάλαν” της γιαγιάς, μέσα εις το ζωγραφημένον σάβανον, το οποίον τω είχε φέρει εξ Ιερουσαλήμ, με την εικόνα του Σωτήρος επί του στήθους αυτού, με τα κίτρινα κηρία κολλημένα εις τα κοκκαλιασμένα δάκτυλα των εσταυρωμένων χειρών του. Βασιλικός, θρύμβος, ελίχρυσος, μυροφόροι και όσα άλλα άνθη είναι έθος να κοσμώσι τους γέροντας νεκρούς, εκάλυπτον τον παππούν από της μέσης και κάτω· τα θυμιατά και δύο λαμπάδες έκαιον εστημέναι υψηλά εκατέρωθεν της κεφαλής του και μεταξύ των λαμπάδων τούτων έκυπτεν, επί σκαμνίου καθήμενον παιδίον του σχολείου, αναγινώσκον μεγαλοφώνως το ψαλτήριον και φέρον επιδεικτικώς την προκαταβεβλημένην αυτώ αμοιβήν επί του ώμου: κόκκινον κεντητόν μανδήλιον με ένα κόμβον εις την άκραν. Το προσκεφάλαιον του παππού ήτο το ήμισυ του μεταξωτού εκείνου προσκεφαλαίου, το οποίον τόσας φοράς μάς έδειξεν υπερηφάνως η γιαγιά, λέγουσα, ότι αυτό ήτο το μαξιλάρι, επί του οποίου προ εννενήκοντα περίπου χρόνων επάτησεν αυτή και ο νοικοκύρης της, όταν εστεφανόνοντο εν τη εκκλησία. Τα πράγματα με τα οποία ήτο γεμισμένο το προσκεφάλαιον του παππού, ήσαν το ήμισυ αυτών εκείνων, των αγνωρίστων πλέον τώρα, ανθέων και λουλουδίων, με τα οποία τους έρρανον οι παρευρεθέντες ως νεονύμφους κατά την έξοδον αυτών από της εκκλησίας. Τα οξέα των θρηνωδών μοιρολόγια, ικανά να κινήσωσιν εις δάκρυα και αυτόν τον απαθέστατον άνθρωπον, παρίστων τον πάππον μου, ως τον μάλλον αγαθόν, τον μάλλον ενάρετον άνθρωπον. ― Διατί λοιπόν η κεφαλή του δεν αναπαύεται επί του προσκεφαλαίου εν ησυχία; Επί της μορφής αυτού διατί δεν βασιλεύει η αγία ημερότης, η βαθέως ονειρευτική εκείνη έκφρασις η συνήθης επί των εν ειρήνη δια παντός κεκοιμημένων γερόντων; Επί των πελιδνών αυτού χειλέων ψιθυρίζει, νομίζεις, θλιβερώτατον παράπονον! Υπό τας λευκάς και πυκνάς αυτούς οφρύς οι οφθαλμοί του χύνουσι λάμψιν θαμβού κρυστάλλου, ανοικτοί, ατενείς προς την θύραν της οικίας! Ποίον περιμένει; Ποίον εκ των αγαπητών του επεθύμει λοιπόν έτι να ιδή, και απέθανεν ο καϋμένος ο παππούς και έμειναν ανοικτά τα μάτια του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και εξύπνων τεταραγμένος εκ της φρίκης του ονείρου, και ώρθωνα ολίγον τον μαργωμένον μου λαιμόν και έκλινον την κεφαλήν προς το αντίθετον μέρος αποκοιμώμενος εκ νέου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί μοι εφαίνετο, ωσάν να επέρασε πολύ καιρός, αφ' ότου απέθανεν ο παππούς, ωσάν να τον είχον θάψει πλέον εις ένα τάφον έμπροσθεν της εκκλησίας. Ο τάφος ήτον αυτού νεοσκαφής, αλλ' ο παππούς δεν έκειτο μέσα εις το “κιβούρι” του· εκάθητο επί του χώματος, ακουμβημένος εις τον λευκόν, τον λίθινον σταυρόν, υπό το φως της σελήνης. Εις τον πόδα του σταυρού έκαιε μικρός λύχνος και εκάπνιζε θυμιατήριον· παρέκει υπήρχε μικρόν μελίχριστον “τσουρέκιοv” και πήλινον αγγείον γεμάτον εκ μαύρου παλαιού οίνου. Αλλ' ο παππούς με την κουλοροειδή αυτού “σερβέταν” χαμηλά περί το μέτωπον, με τα λευκά του οφρύδια καταιβασμένα, δεν εφαίνετο ευχαριστημένος απ' αυτά, δεν είχεν όρεξιν να τα εγγίση· αλλ' εκράτει το θλιβερόν του βλέμμα προσηλωμένον εις τον δρόμον και έβλεπεν, έβλεπεν, έβλεπεν, ωσάν να επερίμενε κανένα να έλθη μεθ' ολονέν αυξούσης ανυπομονησίας. Εκεί έξαφνα, ωσάν να εξηντλήθη πλέον η υπομονή του, ο παππούς ετινάχθη εκ της θέσεώς του, υψηλός υψηλός, και μαζί με αυτόν εσηκώθη και ο σταυρός, εφ' ού εστηρίζετο, ο οποίος όμως δεν ήτο πλέον ο σταυρός αλλ' αυτό εκείνο το λευκόν, το καμηλοϋψές του παππού άλογον, επί του οποίου επέστρεφον εγώ εις το χωρίον, ασέλωτον, αχαλίνωτον, υπέρ ποτε ισχνόν και αγριωμένον. Ο παππούς επήδησεν επί της ράχεώς του, και ο ίππος ερρίφθη μανιώδης εις τον αέρα, με φλογώδεις οφθαλμούς, με τεταμένους αχνίζοντας ρώθωνας, με την χαίτην ατάκτως κυμαινομένην. Ίππος και αναβάτης εφαίνοντο τρέχοντες προς εμέ μετ' απεριγράπτου εκφράσεως οργής και εκδικήσεως. Αλλ' ενώ αμφότεροι εφέροντο εις τον αέρα, εγώ ήκουον τους κρότους του καλπάζοντος ίππου και υφιστάμην τους εκ των βημάτων αυτού κλονισμούς, ως εάν εκαθήμην εγώ επί των νώτων του. Η μεγάλη του παππού “σερβέτα”, ξεσφιχθείσα κατά το έν άκρον και εκτυλιχθείσα, εσείετο αναπεπταμένη εις τους ανέμους και καθιστώσα την εμφάνισίν του τόσον φανταστικώς φρικώδη, ώστε εφ' όσον με προσήγγιζεν, ούτως έφιππος, επί τοσούτον ηύξανεν η στενοχωρία μου, συνεσφίγγετο η καρδία, ιλιγγία ο νους, εξέλιπον αι αισθήσεις μου. Δύο τρεις φοράς εδοκίμασα να φωνάξω βοήθειαν, να ζητήσω έλεος, αλλ' η φωνή μου ήτο κρατημένη. Ότε δε υπό το κράτος καταπληκτικής αγωνίας εξέβαλον ισχυράν κραυγήν φρίκης, τότε μοι εφάνη, ότι εσηκώθη από το στήθος μου μία μεγάλη μυλόπετρα. Διότι ― εξύπνησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιττόν να είπω ότι μετά τοιαύτας συγκινήσεις δεν ετόλμησα να νυστάξω εκ νέου. Άλλως τε ήτον ήδη περί τα εξημερώματα και ενόμιζον να εισέλθωμεν μετ' ολίγον εις το χωρίον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν τούτοις, όταν εξεπεζεύσαμεν προ της οικίας του παππού, είχε παρέλθει και η μεσημβρία. Ο Θύμιος, χωρίς να προφέρει λέξιν, διηυθύνθη προς τους σταύλους δια να περιποιηθή τον αποκαμόντα ίππον. Εγώ εισήλθον εις το πλακόστρωτον κατώγειον, ανοίξας αθορύβως την θύραν. Βαθεία σιωπή επεκράτει ανά την οικίαν. Αλλά τα πάντα περί εμέ ήσαν αμετάβλητα· η αυτή, ως και άλλοτε, καθαριότης παντού, η αυτή τάξις, η αυτή ακρίβεια περί την τοποθέτησιν ενός εκάστου οικιακού σκεύους, μέχρι και αυτού του δια ποικιλοχρόων τσοχίνων λωρίδων κεκοσμημένου σαρώθρου. Μόνον τα υποδήματα του παππού, τα πάντοτε ξεσκονισμένα και “γλαμπερά”, μόνον αυτά δεν ευρίσκοντο με τας μύτας αυτών εστραμμένας προς την έξοδον, προ της θύρας του δωματίου, εν ώ συνήθως διημέρευεν ο γέρων. Η έλλειψις αύτη έκαμε την οικία να φανή εις τους οφθαλμούς μου κενή, έρημος, εγκαταλελειμμένη. Ο παππούς έλειπεν! Και επειδή δεν ηδυνάμην να υποθέσω, ότι έλειπεν εις κανέν ταξείδιον, θλιβερόν προαίσθημα ανεβίβασε τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έξαφνα εκ του βάθους του κατωγείου προς τα δεξιά, όπου ήτον η θύρα του κελλαρίου ανοικτή, ήκουσα γογγίζουσαν την φωνήν της γιαγιάς μου. Παρέβαλον το ούς και ηκροάσθην. Η γιαγιά εγόγγιζεν, ως συνήθως, καλοθέτουσα τα σκεύη και μαλόνουσα εν τω μεταξύ πρός τινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ε; Θέλεις να σε θρέφω; Θέλεις να θρέφω “μούχτη”, μωρέ “τεμπέλη”; Αμ' τα κουλά σου γιατί σε τάδωσ' ο Θεός; Για να λογυρνάς καταπόδι μου; Άιντε, πάνε να δουλέψης “χαϋμανά”, γιατί τώρα σε τινάζω την γούνα σου α!―&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και εκ του κρότου, τον οποίον έκαμνον οι “χαλέντζαις” (υψηλότατα τσόκαρα) αυτής επί των πλακών του εδάφους, εσυμπέραινα ότι έτρεχε κυνηγούσα τινα προς πραγματοποίησιν της απειλής εκείνης. Εκεί εξώρμησε της θύρας του κελλαρίου τρέχων πάσαις δυνάμεσιν ο γάτος της οικίας, με την ουράν υψηλά σηκωμένην και με μίαν έκφρασιν των οφθαλμών, ως εάν ήθελε να είπη και εις εμέ «ο σώζων σωζέτω την εαυτού ψυχήν!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ω! ―εσκέφθην κατ' εμαυτόν― ο καϋμένος ο παππούς απέθανε, και η γιαγιά, αφού δεν έχει πλέον με ποίον να τα βάλη, μαλοκοπιέται με τον γάτο της!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί προέβαλε και η γιαγιά, γογγίζουσα μεν όπως πάντοτε, αλλά με τον βραχίονα υψωμένον και με το “γλιτήρι”[1] εις την χείρα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν θα λησμονήσω ποτέ την έκφρασιν του προσώπου και την στάσιν του σώματος αυτής, όταν με είδεν ούτως απροσδοκήτως εν τη οικία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Εγού! ανεφώνησεν η γιαγιά, μετά τινας στιγμάς αφώνου εκπλήξεως, και αφήκε το γλιτήρι να πέση χαμαί, και εκτύπησε δι' αμφοτέρων των χειρών τα γόνατά της. Έπειτα, ούτω προκεκλιμένη με τας χείρας επί των γονάτων, με ητένισεν εκ νέου διαπορούσα και, ―ως εάν εκοινολόγει το πράγμα προς την καρδίαν αυτής― Ήλθε το Ξειδερό μας! είπε μετ' αληθούς αγαλλιάσεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ ώρμησα να χυθώ εις τας αγκάλας της. Αλλ' η γιαγιά, συνοφρυωθείσα αίφνης και παρατηρούσα προς εμέ, ως εάν αμφέβαλλε τώρα περί της ταυτότητός μου,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ' από πού έρχεσαι μωρέ πολλακαμένε; είπεν επιπληκτικώς προσβλέπουσα. Ε; από πού έρχεσαι! Από το φεγγάρι έρχεσαι; Ή μήπως έφαγες όλο το θειάφι των Εβραίων και ήλθες να μου φέρης τέτοια κίτρινα μούτρα; Εγού στην ντροπή! Εγού που να κατακάγεσαι, φόνισσα! Εγού, εγού, εγού! Μωρ' τί στέκεις αυτού σαν κρεμασμένος; Ε; τί στέκεις αυτού! Πιάσε να φέρης λίγο νερό γρήγορα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και λαβούσα η γιαγιά μου, μοι ενεχείρισε μίαν λαγήναν εις εκατέραν των αδρανώς κρεμαμένων χειρών μου. Τας έλαβον μηχανικώς αλλά δεν εκινήθην.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγνώριζον, ότι ουδείς ποτε υπερέβη το κατώφλοιον της γιαγιάς χωρίς ν' αγγαρευθή, παρ' αυτής είς τινα υπηρεσίαν. Ηξίουν όμως, ύστερον από τον τρόπον καθ' ον, και τον σκοπόν δι' ον ανεκαλούμην εκ Κωνσταντινουπόλεως, να πληροφορηθώ τί απέγεινεν ο καϋμένος ο παππούς κατά τον μεταξύ του αγγέλου και αυτού αγώνα. Ιστάμην λοιπόν αυτού, κρατών τας λαγήνους ακουσίως και απορών πώς να θίξω το ζήτημα τούτο, μετά την συμπεριφοράν της συζύγου του και την υποδοχήν, ήτις εγένετο εις εμέ τον επίκουρον. Αλλ' η γιαγιά, μη συνηθισμένη εις τοιαύτας αναβολάς των προσταγών της,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Τί στέκεις έτσι, μωρέ “Σαψάλη"; Ε; τί στέκεις έτσι! εφώναξεν. Φοβάσαι να μην πέσουνε τα νεφρά σου; Ου! που να κατακάγεσαι, που μου ήθελες και πουκάμισο με κολάρο! Αχρημάτιστε! Πολλακαμένε! Ακαμάτη!...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά, εις τοιαύτας περιστάσεις, ωμοίαζε με τους μηχανισμούς εκείνους, οι οποίοι, όταν άπαξ χορδισθώσι, πρέπει να παίξωσι πλέον την μουσικήν αυτών μέχρι και του τελευταίου τόνου. Διαφορά υπήρχε μόνον εν τούτω, ότι την μουσικήν της γιαγιάς ουδείς υπέμεινε να την ακούση ποτέ μέχρι τέλους. Μόλις λοιπόν προελόγισεν εκείνη ως ανωτέρω, εγώ έσφιγξα τας λαγήνους και έσπευσα ν' απέλθω διευθυνόμενος προς την βρύσιν. Η υπακοή μου εν τούτοις δεν ίσχυσε να την διακόψη. Η γλώσσα της γιαγιάς εξηκολούθησε τον σκοπόν αυτής τίς οίδε πόσην ώραν και μετά την αναχώρησίν μου, διότι, όταν επέστρεψα εγώ, εκείνη εγόγγιζεν ακόμη πολύ ισχυρότερον, παρ' ότι έκαμνε συνήθως χωρίς τινος αιτίας. Δια τούτο, όταν λαβούσα τας γεμάτας λαγήνους εκ των χειρών μου, αντικατέστησεν αυτάς δια δύο κενών, δεν εσκέφθην να διστάσω ποσώς, αλλ' έδραμον προς την βρύσιν προθυμότατα τώρα, ίνα την εξιλεώσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πού είναι ο παππούς, γιαγιά; Ηρώτησα ευλαβώς, επιστρέψας μετ' ολίγον και ευρών αυτήν εις τα καλά της, πιθανώς διότι δεν υπήρχεν άλλη τις εργασία πρόχειρος δι' εμέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ' πούν' τος γιά; πούν' τος! ανέκραξεν εκείνη, χορδισθείσα τώρα επί άλλου τόνου: Επήγε και με άφηκε! Ο “χαϊμανάς”! Ο “τεμπέλαρος”! Ο αχρημάτιστος! ο ακαμάτης! και ούτω καθεξής ο... ο... ο... μέχρι τέλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά ― εσκέφθην κατ' εμαυτόν ― θα έχη την απαίτησιν να βγαίνη ο παππούς από τον τάφον να κάμνη τας εργασίας μ' όσας τον επεφόρτιζεν εν όσω έζη, και το εσπέρας να γυρίζη πάλιν οπίσω εις τον λάκκον του!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Τώρα που δεν έχει δουλειά, τί να κάμνη άρα γε ο καϋμένος ο παππούς; είπον έπειτα χαμηλοφώνως και τρόπον τινά προς εμαυτόν διαλεγόμενος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ' λιάζεται! Υπέλαβεν η γιαγιά χορδιζομένη εις υψηλότερον τόνον. Λιάζει την κοιλιά του! Ο ψωμοκαταλύτης. Ο χαραμοφάς. Ο ανάξιος! ο... ο... ο... πάλιν μέχρι τέλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίεργον πράγμα! εσκέφθην εγώ. Ώς και στον άλλον κόσμο τον παραφυλάγει τον άνθρωπο, για να ξεύρει τί κάμνει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και πού την λιάζει την κοιλιά του, γιαγιά; Ηρώτησα τώρα μετά δειλίας, διότι την υπέθεσα ικανήν να ηξεύρη και αν ο παππούς λιάζεται εις το θάλπος του Παραδείσου ή εις τον καύσωνα της Κολάσεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ πάνου στην “Μπαήρα”! ― Εφώναξεν εκείνη εξαφθείσα και πάλιν. Πάνου στην Μπαήρα! Δεν τον ξεύρεις; Τον σαχλιό! Τον “σουρτούκη”! Τον “χουλούζη”... Τον... Τον... Τον... ― Ταύτην την φοράν δεν επερίμενα να τελειώση. Εξέδραμον της οικίας χωρίς να είπω λέξιν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η “Μπαήρα” είναι το προς βορράν της οικίας του παππού μέγα βραχώδες ύψωμα, εφ' ού άλλοτε ήτον εκτισμένη η ακρόπολις του τόπου, νυν δε υψούται επί των πελασγικών αυτής τειχών το τουρκικόν διοικητήριον και οικίαι τινές των εγκρίτων οθωμανών, γραφικώτατον παρέχουσαι θέαμα εν τη ποικιλία των χρωμάτων και τη ανωμαλία του ρυθμού αυτών. Τα οικοδομήματα ταύτα προστατεύοντα την μεσημβρινήν του υψώματος πλευράν από των βορείων και των ανατολικών ανέμων και συγκεντρούντα και αντανακλώντα τας ελευθέρας του ηλιακού φωτός ακτίνας, παρέχουσι θαλπερόν προ αυτών καταφύγιον και κατ' αυτόν ακόμη τον χειμώνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς, οσάκις εβαρύνετο πλέον τα συναξάρια της γιαγιάς υπεξέκλεπτεν εαυτόν επιτηδείως και ανερριχάτο το άναντες εκείνο βράχωμα, όπως καθήση επί τινας ώρας υψηλά εις τον ήλιον. Την εκλογήν της θέσεως την εδικαιολόγει διαβεβαιών ο παππούς ότι μαζί με το θάλπος εκεί επάνω απελάμβανε και το μαγευτικόν θέαμα του πανοράματος της χώρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλος ο κόσμος εν τούτοις εγνώριζεν ότι ο παππούς ανέβαινε τόσον υψηλά, διότι ένεκα των ρευματισμών της η γιαγιά μόνον αυτού επάνω δεν ειμπορούσε να αναβή δια να τον περιμαζεύση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί επάνω λοιπόν, εις το υψηλότατον μέρος της ακροπόλεως, έσπευσα ν' αναβώ, κ' εκεί, επί της συνήθους, της γνωστής αυτού θέσεως, είδον τον παππούν καθήμενον εις τον ήλιον με την κουλοροειδή αυτού “σερβέταν” περί την κεφαλήν, με το λευκότατον αυτού εσώβρακον. ― Το τσόχινόν του σαλιβάριον, δεν τω επέτρεπε η γιαγιά να το φορέση ει μη μόνον κατά τας εορτάς και την ημέραν του ονόματός της. ― Εις τας χείρας του εκράτει ο παππούς μίαν κάλτσαν ―της γιαγιάς υποθέτω― πλέκων αυτήν με μεγάλας πυξίνας βελόνας, τας οποίας τόσον επιτηδείως ήξευρε να κατασκευάζη και να χειρίζηται. Επί μίαν στιγμήν ενόμισα ότι ονειρεύομαι ακόμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλ' υπό τους σπεύδοντας πόδας μου κυλιόμενα τα χαλίκια και τα χώματα του ανωφερούς εδάφους προεκάλεσαν την προσοχήν του γέροντος. Μόλις εσήκωσε το βλέμμα από του εργοχείρου του και με ανεγνώρισε:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γεωργάκη μου, ποιάν αγαπάς&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;κ' ολημερής την τραγουδάς;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό ήτο το δίστιχον, δι' ού με υπεδέχετο πάντοτε με ανοικτάς τας αγκάλας ο αγαθώτατος γέρων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό δεν ήτο πλέον απάτη. Δεν ήτο φάντασμα. Ο παππούλης εβρόντηξε τον άγγελον χαμαί και την “εσκαπούλισεν”! ― εσκέφθην κατ' εμαυτόν. ― Τί χαρά! Τί αγαλλίασις!...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Επήγες εις την Πόλη, ψυχή μου, είπεν ο παππούς, όταν ετελείωσαν αι περιπτύξεις και τα φιλήματα, και εστέγνωσαν τα δάκρυά μου. ― Επήγες εις την Πόλη. ― Είδες πολύν κόσμον!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ναι, παππού. Είδα την Συληβριά με το Παραπόρτι αψηλά αψηλά και με κάτι μύλους που έχουν φτερά και γυρίζουν με τον άνεμο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Άς τ' αυτά! Είπεν ο παππούς. Επέρασες από την χώρα, που ψήv' ο ήλιος το ψωμί; Και είδες τους Σκυλοκεφάλους;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, παππού! Δεν τους είδα. Πού είναι αυτοί οι Σκυλοκέφαλοι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Νά, κομμάτι παρ' εδώ από την χώρα, που ψήν' ο ήλιος το ψωμί. Είπεν ο παππούς, σημειών το “παρ' εδώ” εις τον ορίζοντα δια δεικτικής χειρονομίας, ως κάμνουν οι γεωγράφοι, όσοι επεσκέφθησαν τα μέρη περί ων διδάσκουσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Απ' εμπρός είναι άνθρωποι ―εξηκολούθησεν ο παππούς― και από πίσω σκύλοι. Απ' εμπρός μιλούν και από πίσω γαυγίζουνε. Απ' εμπρός σε καλοπιάνουν και από πίσω σε τρώνε! Γι' αυτό, ψυχή μου, καλλίτερα που δεν επήγες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ω! βέβαια καλλίτερα! είπον εγώ. Καλλίτερα που δεν μ' έφαγαν κ' επήγα στην Πόλη με το καΐκι. Να ιδής δα, παππού, και την θάλασσα! Έτσι ώς πάνου γεμάτη νερό! και μέσα στο νερό τα καΐκια. ― Φσσσσσσσ! Φσσσσσσσ περπατούν με τα πανιά φουσκωμένα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Άς τ' αυτά! Είπεν ο παππούς πάλιν. Επέρασες από της θάλασσας τον αφαλό και είδες το νερό που γυρίζει γύρω, γύρω, γύρω, σαν που γυρίζ' η γιαγιά σου η Χατζίδενα την άρμη στην “μπακήρα”, και γίνεται μια τρύπα μέσ' στην μέση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, παππού, δεν το είδα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ωχ! ψυχή μου! Δεν είδες τίποτε λοιπόν!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και πού είναι αυτό, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αυτό είναι, έτσι κομμάτι παρ' εδώ, είπεν ο παππούς δεικνύων εις τον ορίζοντα δια της χειρός ―εκεί όπου ευρίσκεται και η Φώκια, η μάνα τ' Αλεξάνδρου. Αυτήν την είδες καν την είδες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, παππού! δεν την είδα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αχ! ψυχή μου, ανεστέναξε βαθύτερον ο παππούς, τίποτε δεν είδες! τίποτε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και πώς είναι η Φώκια, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Νά έτσι ―είπεν ο παππούς χειρονομών ούτως, ως εάν είχεν την Φώκιαν ενώπιόν του και μοι ώριζεν ανατομικώς τα μέλη της.― Από τον αφαλό και πάνου είναι η εμορφότερη γυναίκα, από τον αφαλό και κάτω είναι το φοβερώτερο ψάρι. Κάθεται στον πάτο της θάλασσας. Μα κεί που σκιαχθή κανένα καράβι που περνά από πάνω, κάμνει μία χοπ! και βγαίνει στην επιφάνεια· κάμνει μια χαπ! και αρπάζει το καράβι με το χέρι της και το σταματά. Απαί, φωνάζει τον καπετάνο και τον ερωτά: Αλεξανδρος ο Βασιλεύς ζη και βασιλεύει; Τρεις φοραίς τον ερωτά, ψυχή μου, και τρεις φοραίς ο καπετάνος σαν της ειπή πως ζη και βασιλεύει, τον αφήνει και πάγει στην δουλειά του. Σαν της ειπή πως δεν ζη, τον βουλά και τον πνίγει!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και αναποδίσας την κάλτσαν της γιαγιάς και σείσας αυτήν ούτως, ώστε να πέση το εντός αυτής κουβάριον, μοι έδειξε πώς ναυαγούν τα πλοία ο παππούς, και ―Γιαυτό επρόσθεσε― καλλίτερα, ψυχή μου, που δεν την είδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ω βέβαια καλλίτερα, παππού! Γιατί, διες, πώς θα επήγαινα στην Πόλη σαν ιπνίγομουν; Να ιδής δα παππού, τί μεγάλη που είναι η Πόλη, και τί λογής λογής άνθρωποι που είν' αυτού και χανούμισσαις και βασιλοπούλ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Άς τ' αυτά!!! διέκοψεν ο παππούς πάλιν, ως εάν ωμίλουν περί πραγμάτων κοινών και τετριμμένων. Είδες τον τόπο, που είναι οι άνθρωποι οι μαρμαρωμένοι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, παππού! Δεν τον είδα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αάχ! ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες, στην ζωή σου, τίποτε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και πού είν' αυτό παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αυτό, είπεν ο παππούς ως άνθρωπος συγκεντρών την μνήμην του, αυτό είναι βαθειά μέσα σ' ένα δάσος. Μέσα σ' ένα σπήλαιο. Έτσι καθώς έμβης απ' αυτήν την μεριά, βλέπεις όλους τους ανθρώπους που έγειναν μάρμαρο. Γιατί αυτού μέσα είναι μια μάγισσα, που όποιον διη πως περνά, και τον αγαπήση, τον παραπλανά να έμβη αυτού μέσα και τον κάμνει μάρμαρο και τον έχει αυτού πέρα στημένο, για να μη της φύγη. Όποτε θέλει αυτή, παίρνει το αθάνατο νερό και του στάζει τρεις κόμβους επάνω στην κορφή, και εκεί στην στιγμή το μάρμαρο μαλακόνει και γίνεται άνθρωπος εμμορφότερος από πρώτα. Τότε κάθεται και τρώγει και πίνει και διασκεδάζει μαζί του· σαν διασκεδάση κ' ύστερα, μια τον βλέπει καλά καλά στα μάτια και τον κάμνει πάλι μάρμαρο. Γιαυτό, ψυχή μου, καλλίτερα που δεν την είδες! ―&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποτέ δεν αμφέβαλον ότι ο παππούς μου ήτο πολύπειρος, κοσμογυρισμένος άνθρωπος. Αλλ' οπωσδήποτε επέστρεφον και εγώ από το μακρότερον ―μετά τον Άγιον Τάφον― ταξείδιον, από την Πόλιν. Είχον ιδεί τόσα και τόσα πράγματα. Ενόμιζον λοιπόν, ότι έφερον μετ' εμαυτού αφηγητικήν ύλην, ικανήν να ενασχολήση επί τινας τουλάχιστον ημέρας την προσοχήν, αν ουχί τον θαυμασμόν του γέροντος. Αλλ' ότε τον ήκουσα να προφέρη ούτως ακαταδέκτως και περιφρονητικώς εκείνο το «Άς τ' αυτά!», να διακόπτη τα σπουδαιότερά μου θέματα, ως εάν ήσαν μηδέν δι' αυτόν, και να αντικαθιστά ταύτα δι' ιδίων τόσον θαυμαστών, τόσον αγνώστων εις εμέ διηγημάτων, έπαιξα κατησχυμένος υπό το μέγεθος της ανεξαντλήτου κοσμογνωσίας αυτού και δεν ετόλμησα πλέον να είπω τίποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά πολλήν ώραν σιωπής, καθ' ην ησθανόμην τον παππούν θριαμβεύοντα επί της απειρίας μου, ύψωσα εκ νέου τους οφθαλμούς προς αυτόν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πολλά ταξείδια θα έκαμες εις την ζωήν σου! τω είπον. Και επρόφερα τας λέξεις μετά θαυμασμού, πολλής μετέχοντος της κολακείας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς εξαφνίσθη. Προφανώς η ερώτησις τω ήλθεν απροσδόκητος. Επί τινας στιγμάς με ητένισεν ως άνθρωπος σιγηλά διαμαρτυρόμενος κατά τινος συκοφαντίας. Είτα, ― Εγώ; είπεν, Εγώ ταξείδια; Η γιαγιά σου, η Χατζίδενα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εν τη προφορά των λέξεων τούτων υπεννοείτο ολόκληρος ιστορία. Επειδή όμως εγώ δεν έδειξα ότι εκατάλαβα την σημασίαν αυτής, ο παππούς προσέθηκε την ιστορίαν χαμηλή τη φωνή:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά ―τότε δεν ήτον ακόμη Χατζίδενα― Ψυχή μου, της λέγω, ετάχθηκα να πάγω στην Σαρακηνού, στο πανηγύρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Να πας βέβαια, να πας, λέγ' αυτή. Ε; Τί σε θέλω δωπέρα; Τί σε θέλω! να κάθεσαι να με φυλάγης; ―Και χαμηλώσας έτι μάλλον την φωνήν― «ο τέτοιος και τέτοιος και τέτοιος» προσέθηκεν ο γέρων εκφραστικώς. ― Πολύ καλά, εξηκολούθησεν έπειτα. Σου κάμνω, ψυχή μου, όλαις ταις ετοιμασίαις. Ξυρίζομαι, στολίζουμαι, σελώνω τ' άλογο, βάλλω το σταυρό μου να καβαλικέψω ― Νά σου την, και παρουσιάζεται. ― Και χαμηλώσας την φωνήν ούτως ώστε μόλις ν' ακούεται ο παππούς,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Μωρέ, που να πάθης, που να δείξης, πού θα πας; ―Είπε, μιμούμενος της γιαγιάς τα σχήματα.― Ε; πού θα πας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Στην Παναγία, ψυχή μου, στην Σαρακηνού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μωρέ θ' αφήσης την αγελάδα να πας στην Παναγία; Μωρέ, τέτοιε, και τέτοιε και τέτοιε, το πανηγύρι το συλλογέσαι, και την αγελάδα, την γκαστρωμένη την αγελάδα, δεν την συλλογέσαι; Που είναι στην εβδομάδα της, δεν την συλλογέσαι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, θέλω να της συντύχω, είπεν ο παππούς αναλαβών την στάσιν του, μα που δεν σ' αφήνει νάρθης στην αράδα; Σαν είδα που δεν τα βγάζω στο κεφάλι:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Καλό, ψυχή μου, της λέγω. Εγώ ―“Εβασκέστισα”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ' ο κόσμος; ο κόσμος τί θα πή! Που έκαμες ετοιμασίας κ' αγόρασες τα κεριά και το λάδι και το θυμίαμα! Και τ' άλογο; τ' άλογο τί θα πή που το καλίβωσες και το σέλωσες; Τ' άλογο θέλει δρόμο! Είπεν ο παππούς κλείσας προς εμέ εκφραστικώς τον οφθαλμόν και περιμένων να τον εννοήσω. Και περιμένων εις μάτην.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν καταλαμβάνεις; ―ανεφώνησεν επί τέλους,― ο καυγάς ήταν για το πάπλωμα! Την εσήκωσα, ψυχή μου, την εκάθισα πάνω στ' άλογο, και την έστειλα στο πανηγύρι με τον αδελφό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Κ' εσύ παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Εγώ, ψυχή μου, εφύλαγα μέσ' στον σταύλο να γεννήσ' η αγελάδα. Και άφησε συ που δεν εγέννησε, το γδάρμα, προσέθηκεν έπειτα, ωσάν να έπταιε το ζώον δια την αποτυχίαν, μόνο μου εσήκωσε “τ' ογούρι”, από τα ταξείδια, και όσαις φοραίς εκίνησ' από τότε για ταξείδι, ψυχή μου, βρέθηκεν εμπόδιο μέσ' στον δρόμο μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πώς, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αι! είπεν εκείνος, αμηχανών, πώς να συνδυάση τα οδοιπορικά του ατυχήματα με τον καθυστερήσαντα τοκετόν της αγελάδος. Αυτό κ' εγώ δεν το ξέρω. Μα, σαν είναι μέσα ναικατωμένη η γιαγιά σου, η Χατζίδενα, πάνε συ πλειά ναύρης λογαριασμό! Πώς σου το κατάφερνε, ψυχή μου, πώς σου το μαστόρευε ― είναι να χάσης τον νου σου! Όσαις φοραίς ετοιμάσθηκα να ταξιδεύσω ― Πότ' εγεννούσε κάνα πράμμα, πότε ξεπετούσε το μελίσσι, πότ' αρρωστούσε κανένας, πότε ήρχονταν “μουσαφίρης” ― Θαρρείς που τα είχε παραγγελμένα, ψυχή μου, ίσα ίσα την ώρα που έκαμνα τον σταυρό μου να καβαλικέψω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, εγώ έκαμνα ταις ετοιμασίαις κ' εκείνη πήγαινε στο ταξείδι! Έτσι στο Ραιδεστό· έτσι στην Συληβριά· έτσι στην Μήδεια· έτσι παντού. Ένα ταξείδι, ψυχή μου, αυτό το μελετούσα στα κρυφά, το φύλαγα για λόγου μου. Καιρούς και χρόνους εμάζευα τα “μαδιά” και τα έκρυβα όπου κι' όπως ειμπορούσα. Σαν εμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, το βάλλω μια μέρα στο “κέφι”, και φωνάζω την γιαγιά σου ― Όταν το είχα στο κέφι δεν την εγιώρταζα πολύ πολύ·― Της λέγω λοιπόν, ψυχή μου, έτσι δα μ' απόφασι: ―Χρουσή! Εβάλθηκα να πάγω σε ταξείδι, κύτταξε μην είναι κανένα πράμμα ετοιμόγεννο, ή άρρωστο, ή χρειαζούμενο, και κύτταξε μην έμβη κανένας “μουσαφίρης” στο σπίτι γιατί, διες, του σπάζω τα πόδια του! Και ο παππούς έκαμεν ως εάν εθαύμαζε τον εαυτόν του πώς τα εκατάφερεν. Σε ήθελα, είπεν είτα προς εμέ, να την διης πώς τα εχρειάσθηκε! Τσιμουδιά δεν έβγαλε! Κ' εγώ αυτό ήθελα. Στέλνω, ψυχή μου, στον πνευματικό κ' έρχεται κ' εξομολογούμαι· φωνάζω την γιαγιά σου μπροστά του και της γράφω όλον τον βιον επάνω της. Φωνάζω τους χωριανούς και παίρνω συγχώρεσι από τον καθένα, γιατί διες, ψυχή μου, το ταξείδι είναι το μακρύτερο ταξείδι του κόσμου, κ' εμείς έχουμε ζωή και θάνατο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την άλλη την ημέρα τραβώ το άλογο και κάμνω τον σταυρό μου να καβαλικέψω. Η γιαγιά σου· ―τότε δεν ήτον ακόμη Χατζίδενα― έσκυψεν από την θύρα να με διή· εγώ το είχα “τσατισμένο”· κύτταξε! Μια να μ' έβγαζε τίποτε στην μέση, τώπαιρνεν η ευχή! Η γιαγιά σου το ήξευρε· δεν είπε λόγο. K' εγώ αυτό ήθελα. Σαν έκαμα τον σταυρό μου να καβαλικέψω,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Έλα, Χρουσή, της είπα, έχουμε ζωή και θάνατο, συχώρα με και Θεός σχωρέσοι σε! Εκεί, ψυχή μου, την παίρνουν τα κλάματα, είπεν ο παππούς τεταραγμένος, ως εάν συνέβαινε το πράγμα ταύτην την στιγμήν ενώπιόν του. Και προσπαθών όσον το επ' αυτώ να παραστήση την μεγάλην της συζύγου του θλίψιν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αχ! που να μην έσωνα! που να μην έδειχνα! ― Είπεν ο παππούς μιξοκλαίων. ― Η άτυχη, η κακόμοιρη, η αρίζικη! που θα χάσω το ταίρι μου! τον νοικοκύρη μου! τον αφέντη μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και εκπεπληγμένος εκ των κοσμητικών τούτων του επιθέτων ο παππούς: Αυτό, ψυχή μου, είπε δεν το επερίμενα. Όλος ο κόσμος να χαλούσε ― το είχα τσατισμένο. Μα σαν είδα την γιαγιά σου, την γυναίκα μου, να κλαίη, εκόπησαν τα ύπατά μου! Πώς να την αφήσω να πάγω στην άκρηα του κόσμου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Είμαι ταμμένος στον Άγιον Τάφο, της λέγω, ψυχή μου, πώς να κάμω τώρα; Σαν δεν πάγω θα κριματισθούμεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Σαν είσαι συ ταμμένος, νοικοκύρη μου, ανδρόγυνο δεν είμασθε; ένα πράγμα είμασθε. Είτε συ επήγες, είτ' εγώ, το ίδιο πράμμα κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα δάκρυα στα μάτια της! είπεν ο παππούς, αλλάξας τον τόνον της φωνής του, τί να πω! ― Την αναιβάζω, ψυχή μου, στ' άλογο, και την στέλνω στον Άγιον Τάφο με τον αδερφό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τότε και να πάγη ―είπεν ο παππούς κροτών τας παλάμας ως εάν τας εξεσκόνιζεν― από τότε και να πάγη δεν εδοκίμασα να ταξειδεύσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και τον κόσμο που εγύρισες, παππού, τα μεγάλα ταξείδια που έκαμες, θα τα έκαμες λοιπόν πριν πάρης την γιαγιά; ορίστε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς ανέλαβε πάλιν το εργόχειρόν του· θλιβερόν μειδίαμα εκάθητο επί των χειλέων του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πριν με δώσουν στην γιαγιά σου την Χατζίδενα, είπε ταπεινώσας τους οφθαλμούς ― Δεν ήμουν αγόρι!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αμ' τί, παππού; κορίτσι ήσουνα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πες πως ήμουνα κορίτσι, ψυχή μου, είπεν ο παππούς με το θλιβερόν του μειδίαμα, αφού κ' εγώ το θαρρούσα πως ήμουνα, κι' ο κόσμος το επίστευεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αι λέξεις μοι ενεποίησαν παράξενον εντύπωσιν. Ο παππούς εκράτει εις τας χείρας του γυναικείον εργόχειρον· και ―μ' όλον το λεβέντικόν του ανάστημα― το επιμελώς εξουρισμένον πρόσωπον, ο φιλαρέσκως επί των ορίων του άνω χείλους ψαλιδισμένος μύσταξ, η όλη της μορφής του έκφρασις μοι εφάνη την στιγμήν εκείνην ενέχουσα πολύ το θηλυπρεπές και γυναικείον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ναι, ναι, ψυχή μου, είπεν ο παππούς αναστενάξας και γενόμενος αίφνης σύννους. Εσείς ζήτε σε χρυσούς καιρούς τώρα, σε χρυσούς καιρούς! ταξιδεύετε σ' ό,τι ώρα θέλετε, σ' όποια χώρα θέλετε. Και το κάτω κάτω, ψυχή μου, ξέρετε τί είστε. Εμείς εζούσαμεν σε βίσεκτους καιρούς, δυστυχισμένους χρόνους! Οι μάναις μας εγονάτιζαν μπρός σταις εικόναις, ψυχή μου, και έκλαιαν στην Παναγία ή να τους δώση κορίτσι, ή να σκοτώση το παιδί, που είχανε στα σπλάγχνα τους, δια να μη γεννηθή αγόρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Γιατί παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Γιατί, κάθε λίγο και πολύ, είπεν ο παππούς ολονέν σκυθρωπότερος, έβγαινε, ψυχή μου, το Γιανιτσαριό ―κάτι μεγάλοι και φοβεροί Τουρκαλάδες, με τ' αψηλά τα “καβούκια”, με τα κόκκινα καβάδια, κ' εγύριζαν αρματομένοι στα χωριά, με τον “ιμάμην” εμπρός με τον “τσελάτη” καταπόδι, κ' εμάζωναν τα ευμορφότερα χριστιανόπαιδα, ψυχή μου, και τα τούρκευαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Γιατί, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Για να τα κάμουν Γιανίτσαρους, είπεν ο γέρων αγανακτών. Για να τα κάμουν σαν τον εαυτό τους· να έρχωνται πίσω στην χώρα, σαν μεγαλώσουν και ξεχάσουν που είναι Ρωμηόπουλα, να σφάζουν τους ίδιους των γονείς, που τα γέννησαν, και ν' ατιμάζουν ταις ίδιαις των αδελφαίς, που βύζαξαν από ένα γάλα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανάθεμα την ώρα,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;την πρώτην Απριλιά,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;που βγήκε το Ιζάμι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;και μάζωξε παιδιά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εστέναξεν απαγγείλας ο παππούς και απέμαξε τα δάκρυά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γι' αυτό, εξηκολούθησεν έπειτα, όταν εγεννήθηκα εγώ, ψυχή μου, και μ' εβάφτισαν, με έβγαλαν “Γεωργιά”· που θα πη, μου έδωκαν θηλυκόν όνομα, καθώς έβγαζαν τότε Κωνσταντινιά και Θανασία και Δημήτρω ―όλα αρσενικά παιδιά, ψυχή μου, με θηλυκόν όνομα― Και μαζί με το όνομα, μ' εφόρεσαν και κοριτσίστικα ρούχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσα χρονάκια πέρασαν, ψυχή μου, τόσαις φοραίς από την θύραν του σπιτιού μας δεν εβγήκα, σαν καψοκόριτσο που θάρρευα να είμαι. Σαν έγεινα καμμιά δεκαριά χρονώ, με πιάνει μιαν ημέρα ―Θεός σχωρέσ' τονα― ο κύρης μου, με καθίζει στο σκαμνί, με κόφτει ταις μεγάλαις μου πλεξούδαις, μου βγάζει τα φουστανέλια και:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Διες εδώ, με λέγει, Γεωργιά, από σήμερα και να πάγη είσαι “Γεώργης”, είσαι αγόρι· από αύριο και να πάγη είσαι άνδρας, ο άνδρας της Χρουσής, που παίζετε κάθε μέρα ταις κούκλαις και τα πεντόβολα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό ήταν όλο κι' όλο, που με είπε, και μ' εφόρεσε τ' αγορίστικα ρούχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την άλλη την ημέρα, ψυχή μου, ήλθαν τα βιολιά και τα λαγούτα, και μ' επήραν στην εκκλησιά, και μ' εστεφάνωσαν με την γιαγιά σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πώς, παππού; Έτσι μικρός που ήσουνα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ναι, ψυχή μου· είπεν ο παππούς συναπορών και αυτός. Ακόμα δεν έμαθα πώς να δένω το καινούριο μου καβάδι, και μ' έδωσαν και γυναίκα για να κυβερνήσω! Μα ―είπεν είτα συνωφρυωμένος― έπρεπε να γένη. Περισσότερον καιρό δεν ειμπορούσαν να με κρύψουν· και το φερμάνι έλεγε, πως μόνον τους ανύπανδρους να παίρνουν οι Γιανίτσαροι. Μ' επάνδρεψαν λοιπόν “εν πομπή και παρατάξει”, και έτσι, ψυχή μου, αντί να με πάρη κανένας Γιανίτσαρος ―μ' επήρεν η γιαγιά σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και που θα πη λοιπόν, παππού, εσύ δεν έκαμες μήτ' ένα ταξείδι στην ζωή σου! Μήτε, πριν πανδρευθής, δεν εταξείδευσες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς επί τινας στιγμάς εφάνη αμηχανών, πώς πρέπει ν' απαντήση. Έπειτα χαμηλώσας αιδημόνως το βλέμμα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Τί να σε πω, ψυχή μου, είπε. Πριν πανδρευθώ έκαμα ένα ταξείδι, μα ―τί τα θέλεις― έμεινε κι' αυτό στην μέση. Έμειν' ατελείωτο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πώς, παππού; Πότε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο γέρων παρήτησε το εργόχειρόν του χαμαί, και τείνας το βλέμμα προς τον ορίζοντα, εφαίνετο ενασχολών σιγηλά τους οφθαλμούς του με την θέαν της προ ημών εκτεινομένης χωριογραφίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ουρανός ήτον ανέφελος· ο ήλιος χαμηλά εις τον ορίζοντα· και το υψηλόν της θέσεως, εφ' ης ευρισκόμεθα, παρείχεν εις τον θεατήν λίαν αχανές και όμως λίαν ευπερίληπτον πανόραμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περί τα κράσπεδα της ακροπόλεως, αμέσως υπό τα βλέμματά μας, έκειντο κατά συγκεχυμένας ομάδας αι οικίαι της πολίχνης, εν ταις αυλαίς των οποίων έβλεπέ τις άνδρας, γυναίκας, παιδία, ενασχολουμένους να εισαγάγωσι τα φθινοπωρινά αυτών προϊόντα εις τας αποθήκας. Αμέσως περί την πόλιν εφαίνοντο οι λαχανόκηποι με τα γηραλέα, τα φυλλορροούντα δένδρα περί τους λελυμένους φραγμούς των· και τους τελευταίους τρυγητάς, φορτώνοντας τα όψιμα λαχανικά επί των αμαξών των· αυτού πλησίον εκάπνιζον καιόμενα τα άχρηστα απομεινάρια των ερήμων πλέον αλωνίων. Παρέκει ήρχοντο εκτεινόμενοι ημικυκλικώς εις μεγίστην ακτίνα οι καρποφορώτατοι της χώρας αγροί, εν οις όμως δεν εσείοντο πλέον βαρείς των δημητριακών οι στάχυς, ως επιφάνεια ξανθής κυμαινομένης θαλάσσης, αλλ' έβοσκον ελευθέρως, δαπανώντα και την τελευταίαν χλωράν βοτάνην τα βραδέως προς την πόλιν επιστρέφοντα ποίμνια και αι αγέλαι. Εις το απώτατον του ορίζοντος βάθος έκλειον, ως υψηλόν περιθώριον, την αχανή ταύτην εικόνα οι αμπελώνες του τόπου, έρημοι και ούτοι μετά τον τρυγητόν κ' εγκαταλελειμμένοι. Η λαμπρά ποικιλία των τελευταίων φθινοπωρινών χρωμάτων, οι κατά συχνά διαστήματα διαυλακούντες την χώραν ποταμίσκοι, τα παρά τας όχθας αυτών γραφικώς εγειρόμενα συμπλέγματα δένδρων και οικοδομών, οι κατά τόπους ως μέγιστα κωνοειδή χώματα υψούμενοι των Οδρυσών τύμβοι όχι μόνον διέκοπτον την συνήθη των επιπέδων χωριογραφιών μονοτονίαν, αλλά και παρείχον εις την απέραντον εκείνην εικόνα έκτακτον, θαυμασίαν ενότητα και ποικιλίαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και όμως προ του τερπνοτάτου τούτου θεάματος ―το ενθυμούμαι ακόμη― μυστική τις ανησυχία, θλιβερόν τι προαίσθημα συνείχε την καρδίαν μου. Ενόμιζες, ότι η ζωή, η άλλοτε τόσον σφριγωδώς επί της χώρας ταύτης επανθήσασα, υπεχώρει τώρα βραδέως, αλλά σταθερώς προς τους ενδοτάτους μυχούς της φύσεως· η δ' επί της όψεως αυτής εναπομένουσα λαμπρότης δεν ήτον ει μη το τελευταίον, το ύστατον μειδίαμα επί των χειλέων του θανατιώντος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς, αφ' ού εφ' ικανήν ώραν ενησχολήθη με το θέαμα τούτο σιωπηλός και αφηρημένος, εστήριξε το βλέμμα επί ενός των απωτέρων κωνοειδών χωμάτων εις το βάθος του ορίζοντος και δείξας δια του δακτύλου:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Την βλέπεις, ψυχή μου, είπεν, εκείνην την “τούμβα";&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ποιάν, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Νά εκείνην την αψηλότερη από όλαις ταις άλλαις, που φαίνεται, εκεί που τελειώνει της γης το πρόσωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Την βλέπω· εγγίζει τον ουρανό με την κορφή της, παππού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Άι χακ! Είπεν ο παππούς, ευχαριστημένος εκ της απαντήσεως. Ο ουρανός ακουμβά πάνου της. Δεν ακουμβά;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ναι, παππού! Η γης τελειώνει αυτού πέρα και αρχίζει ο ουρανός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― “Άι χακ”! ανεφώνησεν ο γέρων έτι μάλλον ευχαριστημένος. Είτα προσηλώσας επ' εμού υπερήφανον βλέμμα· ― Ώς εκεί πέρα, είπε, μ' εβάσταξε να ταξειδέψω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και επρόφερε τας λέξεις με ύφος τόσον εναβρυντικόν, ώστε δεν ηννόησα ευθύς εάν του παππού τού εβάσταξε να ταξειδεύση μέχρι του ουρανού, ή μέχρι της “τούμβας”, εφ' ης εφαίνετο ο ουρανός στηριζόμενος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο παππούς εξηκολούθησεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Η “τούμβα” φαίνεται από το παράθυρό μας· από μικρό παιδί την έβλεπα και το είχα ένα “μεράκι” ―μια μεγάλη επιθυμία― να ήτανε βολετό να πήγαινα εκεί κάτω, ν' αναίβω στην κορφή της “τούμβας”, να μβώ εις τα ουράνια. Μα έλα που ήμουνα κορίτσι! Πώς να βγώ μέσα στους δρόμους;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν μ' έκοψεν ο κύρης μου τα μαλλιά και μ' έβαλε καβάδι, και μ' έκαμεν, έτσι δια μιας αγόρι ―εκείνοι εψαλίδιζαν χαρτιά και έπλεκαν του γάμου τα στεφάνια, εγώ, μια κλωθογυρνώ την άκρην άκρη, και βγαίνω στην αυλή. Το ταξείδι είχα στον νου μου, και μόνο το ταξείδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά τινα σιωπήν, καθ' ην ο παππούς εφαίνετο συγκεντρών τας αναμνήσεις του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Έξω από τ' ορνιθαριό, είπεν, ήτον ένα ξύλο στημένο, με κάτι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ' αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν' αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ' ακουμβήσω στο γυαλί του ουρανού, έλεγα με τον νου μου, σαν σκάλα, θ' αναίβω, θα τρυπήσω μια τρύπα ―θαμβώ μέσα. Έτσι, ψυχή μου, σου παίρνω το ξύλο στον ώμο, και, σαν με διουν, ας με γράψουν!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και ―δρόμο! Ο κόσμος που μ' έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ώς και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με είδεν έτσι με το καβάδι, μ' έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι τάχα πως μ' εγνώρισεν· μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ' αγόρια. Εγώ ― δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιός μπορεί να μ' εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους· μβαίνω στα χωράφια· περνώ τον ποταμό· τα μάτια καρφωμένα στην “τούμβα”, και ―δρόμο. Πάγω ένα μίλι, πάγω δύο. Μα ―τί θαρρείς, ψυχή μου; Η “τούμβα”, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ' αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ' έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ' αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον έν μακρύτερ' από την “τούμβαν”, που ελογάριαζα να τον εύρω. Τότε μου εκόπηκε το “χαβέσι”, και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και ―τί τα θέλεις, ψυχή μου; ―τότες εγύρισα πίσω κι' αφήκα το ταξείδι ατελείωτο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί, διες, επρόσθεσεν είτ' αμέσως ο γέρων, εσυλλογίσθηκα κοντά εις τ' άλλα και τον κύρη μου. Αυτός ―Θεός σχωρέσ' τονε― δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την Χατζίδενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Πώς, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Χμ! είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας. Η γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι' αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω. ― Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα ― έμειν' ατελείωτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και τα πράγματα, που είδες παππού, και ξεύρεις; ― ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. ― Στην χώρα που ψήν' ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε επήγες, παππού;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν επήγα· με τ' αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ' εμάθαινε να πλέκω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ' εκεί δεν επήγες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ' αφηγήθηκ' η γιαγιά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και στο σπήλαιο, παππού, που είν' η Μάγισσα, που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ' εκεί δεν επήγες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ' αφηγήθηκε, η γιαγιά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απερίγραπτος είναι η αύξουσα έντασις της απογοητεύσεώς μου ανά πάσαν αυτού απόκρισιν. Όλη λοιπόν η μεγάλη εκείνη ιδέα μου περί των ταξειδίων του παππού, όλη μου η προς αυτόν υπόληψις κ' εμπιστοσύνη δια την κοσμογνωσίαν και πολυπειρίαν του περιωρίζετο έξαφνα εις τας διηγήσεις, δηλαδή τα παραμύθια, τα οποία ήκουσεν από την μάμμην του, καθ' ον χρόνον είχε την αφέλειαν να πιστεύη ο πτωχός και το ότι ήτο θηλυκού και ουχί αρσενικού γένους! Απελπισία και αγανάκτησις κατείχε την καρδίαν μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Και ταις βασιλοπούλαις, παππού, και αυταίς λοιπόν δεν ταις είδες με τα μάτια σου; και δεν έφαγες και δεν εκουβέντιασες μαζί των;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Ποιαίς βασιλοπούλαις, ψυχή μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Νά! αυταίς που ερωτεύονται με τα ραφτόπουλα, και αρρωστούν από την αγάπη, και στέλνουν τον πατέρα τους, τον βασιλέα με την κορώνα, να πάγη να παρακαλέση τον γαμβρό; Δεν θυμάσαι, που με τώλεγες; Δεν θυμάσαι την Χρυσόμαλλη Νεράιδα και τα λευκονδυμένα νεραϊδόπουλα, που τραγουδούν, παππού, και γελούν και χορατεύουν, και ράφτουν τα νυφιάτικα, χωρίς ραφή και ράμμα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Αχ! ψυχή μου! Είπεν ο γέρων τότε λυπημένος. Αυτό το άκουσα από την γιαγιά μου, όταν μ' εμάθαινε να κεντώ και να ράφτω! Μα θαρρώ, ψυχή μου, πως μήτ' εκείνη δεν το είδε με τα μάτια της!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τούτο διέλυσε και την ελαχίστην μου πλάνην!... Εις το χαρέμιον της Βαλιδέ-Σουλτάνας, όπισθεν του στρογγύλου ερμαρίου εν τω τοίχω, δεν μ' επερίμενε λοιπόν η βασιλοπούλα! Και δεν ήτον αυτή που μ' έδιδε τα μοσχομυρισμένα εκείνα γλυκίσματα, αλλά τίς οίδε τί πιναρός, ρικνοπρόσωπος, πλατύστομος γέρο-Αράπης! Είχον δίκαιον οι συμμαθηταί μου!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά λοιπόν αι κακουχίαι και τα βάσανα, όσα υπέστην, και όσα έμελλον να υποστώ, με την γλυκείαν ελπίδα, να επιστρέψω ποτέ εις το χωρίον με μίαν βασιλοπούλαν εις το πλευρόν μου, επήγαινεν εις τα χαμένα; επήγαν δια τίποτε; Καλά, παππού! Αν με διης και σύ ποτε να ξαναπιάσω βελόνι, πες πως είμαι θηλυκός και δεν το ξεύρω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τον ενδιάθετον τούτον λόγον ητοιμαζόμην να προφέρω, ελέγχων συγχρόνως τον παππούν, διότι έγεινεν αιτία να υπάγω εις την Πόλιν να κακουχηθώ επί ματαίω. Αλλ' ότε, υψώσας τους οφθαλμούς, είδον τον παππούν με το ονειροπολούν αυτού βλέμμα διαρκώς προσηλωμένον μακράν επί της κορυφής του κωνοειδούς εκείνου χώματος, από του οποίου ήλπισέ ποτε να εισέλθη εις τα ουράνια, δεν ηξεύρω ποία μυστηριώδης δύναμις εδέσμευσε την φωνήν επί της γλώσσης μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ήλιος είχε κατέλθει πολύ χαμηλότερα προς την δύσιν. Πάσα ύπαρξις, πάσα εκδήλωσις ζωής απεσύρετο σιγαλά και βραδέως προς τα ενδοτέρω της πόλεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η έκφρασις της χωριογραφίας μοι εφάνη τώρα μελαγχολικωτέρα, θλιβερωτέρα. Η καρδία μου εταράχθη εκ νέου. Μεταξύ της φυσιογνωμίας της σκηνής και της εκφράσεως του ωχρού και μαραμένου του παππού προσώπου, όπως εφωτίζετο υπό των τελευταίων του ηλίου ακτίνων, υπήρχε τόση ομοιότης, τόση στενή συγγένεια!...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο καϋμένος ο παππούς! εσκέφθην προς εμαυτόν, επάλευσε κ' ενίκησε τον άγγελον χωρίς της βοηθείας μου, αλλά εξαντλήθη και αδυνάτησε τόσο πολύ, που, αν ξανακυλήση έτσι καθώς είναι κανείς δεν τον γλυτώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;― Άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου ― Είπεν ο γέρων έξαφνα ― Έλα να πάμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τω έτεινα σιωπηλώς την χείρα και υποστηρίζων αυτόν όσον ηδυνάμην, τον συνώδευσα εις την οικίαν του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την νύκτα εκείνην έκαμε τω όντι πολύ ψύχος. Τη δε πρωία της επιούσης παχεία πάχνη έκειτο λευκάζουσα επί των μεμαραμένων φύλλων των καλυπτόντων το έδαφος του κήπου μας. Μόλις αφυπνίσθην και έδραμον εις την οικίαν του αγαπητού μου παππού. Αλλ' οποία διαφορά από της χθες μέχρι σήμερον! Πλήθος συγγενών και οικείων συνωστίζοντο σοβαροί και άφωνοι εις την αυλήν, εις το κατώγειον εις την “σάλαν” της γιαγιάς, εν τω μέσω της οποίας έκειτο μακρύς μακρύς ο παππούς ― Εφαίνετο πως δεν εξύπνησεν ακόμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βαθεία ειρήνη εβασίλευεν επί της μορφής του. Μία υπερκόσμιος αίγλη, εν είδει μειδιάματος βαθμηδόν αποσβεννυμένου έπαιζε με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γιαγιά με τας χείρας θηλυκωμένας περί τα γόνατά της, με το απελπισμένον της βλέμμα απλανές, επί της όψεως του παππού, εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7462573334768371621-5997520193871060187?l=viotiareader.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://viotiareader.blogspot.com/feeds/5997520193871060187/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7462573334768371621&amp;postID=5997520193871060187' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/5997520193871060187'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7462573334768371621/posts/default/5997520193871060187'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://viotiareader.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='Το μόνον της ζωής του ταξείδιον'/><author><name>βοιωτός</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14703601147435393659</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7462573334768371621.post-3184889985702893702</id><published>2010-11-24T14:45:00.002+02:00</published><updated>2010-11-24T14:48:33.943+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης'/><title type='text'>Η Φόνισσα Α'</title><content type='html'>&lt;h3&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-weight: normal;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;i&gt;Η Φόνισσα είναι ένα από τα καλύτερα και ωριμότερα έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ένας σταθμός στην πορεία του μεγάλου μας ηθογράφου. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παναθήναια το 1903 σε συνέχειες. Μεγάλη ως προς την αξία αλλά και την έκταση η Φόνισσα φέρει τον υπότιτλο "Κοινωνικόν Μυθιστόρημα", διατηρεί την τεχνική του διηγήματος &amp;nbsp;όμως κατατάσσεται στις "νουβέλες". Οι αρετές του μεγάλου Σκιαθίτη πεζογράφου σε αυτό το αφήγημα φθάνουν σε υψηλά επίπεδα: το ύφος είναι πυκνό, οι περιγραφές ανεπανάληπτες και η εμβάθυνση του συγγραφέα στα της ψυχής απαράμιλλη. Η σταδιακή καλλιέργεια ενός περιβάλλοντος απόγνωσης προσδίδουν στοιχεία θρίλερ. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και για το θέμα της Φόνισσας που είναι η τραγική θέση της γυναίκας στις αγροτικές, προνεωτερικές&amp;nbsp;κοινωνίες, με την υποχρέωση προικοδότησης να δεσπόζει ως ο κύριος άξονας της ζωής θηλυκών και αρσενικών. Θεωρείται ότι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, ως φτωχός προστάτης 3 ανύπαντρων αδελφών, έχει περιλάβει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στη Φόνισσα.&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/h3&gt;&lt;h3&gt;&lt;br /&gt;&lt;/h3&gt;&lt;h3&gt;Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης&lt;/h3&gt;&lt;h2&gt;Η&amp;nbsp;Φόνισσα&lt;/h2&gt;&lt;h2&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Α'&lt;/span&gt;&lt;/h2&gt;&lt;h2&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small; font-weight: normal;"&gt;Μισοπλαγιασμένη κοντά εις την εστίαν, με σφαλιστά τα όμματα, την κεφαλήν ακουμβώσα εις το κράσπεδον της εστίας, το λεγόμενον «φουγοπόδαρο», η θεια-Χαδούλα, η κοινώς Γιαννού η Φράγκισσα, δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της. Όσον διά την λεχώ, την μητέρα του πάσχοντος βρέφους, αύτη προ ολίγου είχεν αποκοιμηθή επί της χθαμαλής, πενιχράς κλίνης της.&lt;/span&gt;&lt;/h2&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο μικρός λύχνος, κρεμαστός, ετρεμόσβηνε κάτω του φατνώματος της εστίας. Έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα ολίγα πενιχρά έπιπλα, τα οποία εφαίνοντο καθαριώτερα και κοσμιώτερα την νύκτα. Οι τρεις μισοκαυμένοι δαυλοί, και το μέγα ορθόν κούτσουρον της εστίας, έρριπτον πολλήν στάκτην, ολίγην ανθρακιάν και σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν την γραίαν να ενθυμήται μέσα εις την νύσταν της την απούσαν μικροτέραν κόρην της, την Κρινιώ, ήτις αν ευρίσκετο τώρα εντός του δωματίου, θα υπεψιθύριζε με τόνον λογαοιδικόν: «Αν είναι φίλος, να χαρή, αν είν' εχθρός, να σκάση...»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα, ή άλλως Φραγκογιαννού, ήτο γυνή σχεδόν εξηκοντούτις, καλοκαμωμένη, με αδρούς χαρακτήρας, με ήθος ανδρικόν, και με δύο μικράς άκρας μύστακος άνω των χειλέων της. Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το νεογνόν είχε γεννηθή προ δύο εβδομάδων. Η μητέρα του είχε κάμει βαριά λεχωσιά. Ήτο αύτη η κοιμωμένη επί της κλίνης, η πρωτότοκος κόρη της Φραγκογιαννούς, η Δελχαρώ η Τραχήλαινα. Είχαν βιασθή να το βαπτίσουν την δεκάτην ημέραν επειδή έπασχε δεινώς· είχε κακόν βήχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον με σπασμωδικά σχεδόν συμπτώματα. Καθώς εβαπτίσθη, το νήπιον εφάνη να καλυτερεύει ολίγον, την πρώτην βραδιάν, και ο βήχας εκόπασεν επ' ολίγον. Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν, αγρυπνούσα πλησίον του μικρού πλάσματος, το οποίον ουδ' εφαντάζετο ποίους κόπους επροξένει εις τους άλλους, ουδέ πόσα βάσανα έμελλε να υποφέρη, εάν επέζη, και αυτό. Και δεν ήτο ικανόν να αισθανθή καν την απορίαν, την οποίαν μόνη η μάμμη διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θε μου, γιατί να έλθη στον κόσμο κι αυτό;»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία το ενανούριζε, και θα ήτον ικανή να είπη «τα πάθη της τραγούδια» αποπάνω από την κούνιαν του μικρού. Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο πατήρ της ήτον οικονόμος και εργατικός και φρόνιμος. Η μάννα της ήτον κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτον μία από τας στρίγλας της εποχής της. Ήξευρε μάγια. Την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φοράς οι κλέφτες, τα παλληκάρια του Καρατάσου και του Γάτσου και των άλλων οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Έπραξαν τούτο διά να την εκδικηθούν, επειδή τους είχε κάμει μάγια, και δεν επήγαιναν καλά οι δουλειές των. Επί τρεις μήνας εσχόλαζον εν αργία, και δεν ημπόρεσαν να κάμουν τίποτε πλιάτσικο, ούτε από Τούρκους, ούτε από χριστιανούς. Ούτε η Κυβέρνησις της Κορίνθου τους είχε στείλει κανέν βοήθημα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την είχαν κυνηγήσει τον κατήφορον, από την κορυφήν τ' Αϊ-Θανασού, εις το οροπέδιον του Προφήτου Ηλία, με τας πελωρίας πλατάνους και την πλουσίαν βρύσιν, κ' εκείθεν εις το Μεροβίλι, στο πλάγι του βουνού, ανάμεσα εις τα ορμάνια και τους λόγγους. Αυτή εδοκίμασε να κρυφθή εις μίαν λόχμην βαθείαν, πλην εκείνοι δεν εγελάσθησαν. Ο θρους των φύλλων και των κλάδων, ο ίδιος τρόμος της, όστις μετέδιδε τρομώδη κίνησιν εις κλώνας και θάμνους, την επρόδωκεν. Ήκουσε τότε αγρίαν φωνήν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αχ! μωρή τσούπα, και σ' επιάσαμε!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αυτή ανεπήδησε τότε μέσ' από τους θάμνους, κ' έτρεξεν ως φοβισμένη τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδων της. Δεν ήτο πλέον ελπίς να γλυτώση. Άλλοτε, την πρώτην φοράν ότε την είχον κυνηγήσει, είχε κατορθώσει να κρυφθή, κάτω εις το Πυργί, επειδή το μέρος εκείνο είχε πολλά μονοπάτια. Εδώ, στο Μεροβίλι, δεν υπήρχον δρομίσκοι και λαβύρινθοι, αλλά μόνον συστάδες δένδρων και λόχμαι απάτητοι. Η τότε νεαρά Δελχαρώ, η μήτηρ της Φραγκογιαννούς, επήδα ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον, ανυπόδητος, επειδή προ πολλού είχε πετάξει τας εμβάδας της από τους πόδας, όπισθεν της, –την μίαν των οποίων είχεν αναλάβει ως λάφυρον ο εις εκ των διωκτών– και τ' αγκάθια εχώνοντο εις τας πτέρνας της, της έσχιζον κ' αιμάτωνον τους αστραγάλους και ταρσούς. Τότε, εν τη απελπισία, της ήλθε μια έμπνευσις.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εκείθεν του λόγγου, εις το πλάγι του βουνού, ήτον εις και μόνος καλλιεργημένος ελαιών, καλούμενος ο Πεύκος του Μωραΐτη. Ο γερο-Μωραΐτης, ο πάππος του κτήτορος, είχε μεταναστεύσει από τον Μιστράν εις τον τόπον αυτόν, περί τα τέλη του άλλου αιώνος – κατά την εποχήν της Αικατερίνης και του Ορλώφ. Ο φημισμένος πεύκος ίστατο εις το μέσον των ελαιών, ως γίγας μεταξύ νάνων. Το χιλιετές δένδρον ήτον σκαφιδιασμένον κοντά εις την ρίζαν, κάτω, εις τον γιγαντιαίον κορμόν, τον οποίον δεν ημπορούσαν ν' αγκαλιάσουν πέντε άνδρες. Οι βοσκοί και οι αλιείς τον είχαν σκαφιδιάσει, του είχαν σκάψει την καρδίαν, του είχαν κοιλάνει τα έγκατα, διά να λάβωσιν εκείθεν άφθονον δάδα. Και με την φοβεράν πληγήν εις τα ίνας, εις τα σπλάγχνα του, ο πεύκος επέζησεν άλλα τρία τέταρτα αιώνος, μέχρι του 1871. Κατά Ιούλιον του έτους εκείνου, μέγαν τοπικόν σεισμόν ησθάνθησαν οι κατοικούντες, εις απόστασιν μιλίων, κάτω εις την παραθαλασσίαν. Την νύκτα εκείνην κατέρρευσεν ο γίγας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εις το κοίλωμα εκείνο, εντός του οποίου ηδύναντο να καθίσωσιν ανέτως δύο άνθρωποι, έτρεξε να κρυβή η τότε νεόνυμφος Δελχαρώ, η μήτηρ της σημερινής Φραγκογιαννούς. Το μέσον ήτο άπελπι, και σχεδόν παιδαριώδες. Εκεί δεν εκρύπτετο άλλως, ειμή κατά φαντασίαν, με παιδικόν τρόπον, όπως παίζουσι τον κρυφτόν. Οι διώκται βεβαίως θα την έβλεπον, θ' ανεκάλυπτον το καταφύγιόν της. Μόνον εκ των νώτων ήτο αόρατος, αλλ' όχι κατά πρόσωπον. Άμα οι τρεις κλέφται έφθανον πέραν του πεύκου, θα την έβλεπον ως καρφωμένην εκεί.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Οι τρεις άνδρες έτρεξαν, το επροσπέρασαν, κ' εξηκολούθησαν να τρέχουν. Οι δύο εξ αυτών ουδ' εστράφησαν οπίσω να ιδούν. Εφαντάζοντο ότι η «τσούπα» έτρεχεν εμπρός. Μόνον την τελευταίαν στιγμήν, ο τρίτος εστράφη, οπωσούν σκοτισμένος, προς τα οπίσω, και εκοίταξε παντού αλλού, όχι όμως εις τον κορμόν του πεύκου. Έβλεπε και τον πεύκον συλλήβδην, με τ' άλλ' αντικείμενα, χωρίς να&amp;nbsp; φαντάζεται ότι ο κορμός του είχεν κοιλίαν, και ότι εντός της κοιλίας εκρύπτετο άνθρωπος. Και αν εγνώριζε, και αν ηγνόει το κοίλωμα του γιγαντιαίου κορμού, εκείνην την στιγμήν δεν επέρασεν από τον νουν του. Εκοίταζε να ιδή μη ανακάλυψη που το χάσμα της γης, το οποίον θα την είχε καταπίει εξ άπαντος – διότι καμμία πτυχή γης ορατή δεν υπήρχεν όπου να κρυβή τις. Αι Δρυάδες, αι νύμφαι των δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τας μαγείας της, την επροστάτευσαν, ετύφλωσαν τους διώκτας της, έρριψαν πρασινωπήν αχλύν, χλοερόν σκότος, εις τους οφθαλμούς των – και δεν την είδον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η νεαρά γυνή εσώθη από τους όνυχας των. Και όλον τον καιρόν ύστερον εξηκολούθησε να κάμνη μάγια, μάγια εναντίον των κλεφτών, και να φέρνη εις αυτούς πολλά «κεσάτια», ώστε πουθενά πλέον δεν υπήρχε πλιάτσικο – εωσότου, έδωκεν ο Θεός και ησύχασαν τα πράγματα, και ο Σουλτάνος Μαχμούτ εχάρισε, καθώς λέγουν, τα «Διαβολονήσια» εις την Ελλάδα, κ' έκτοτε έπαυσαν να είναι ασύδοτα. Την πλιατσικολογίαν διεδέχθη η φορολογία, και έκτοτε όλος ο περιούσιος λαός εξακολουθεί να δουλεύη διά την μεγάλην κεντρικήν γαστέρα, την «ώτα ουκ έχουσαν».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="dotted"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;*&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;* *&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Χαδούλα η Φράγκισσα, αν και πολύ μικρά, ήτον γεννημένη τότε, και τα ενθυμείτο όλ' αυτά, τα οποία διηγείτο αργότερα η μάννα της. Ύστερον, όταν εμεγάλωσε, κ' έγινε δεκαεπτά χρόνων, και ειρήνευσαν οπωσούν τα πράγματα, κατά τους χρόνους του Κυβερνήτου, την υπάνδρευσαν οι γονείς της, και της έδωκαν άνδρα τον Γιάννην τον Φράγκον, εκείνον τον οποίον η σύζυγος του επωνόμασεν αργότερον «τον Σκούφον» και «τον Λογαριασμόν».&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τα δύο ταύτα παραγκώμια δεν του τα είχε δώσει άνευ λόγου η σύζυγός του, η Χαδούλα. Σκούφον τον είχεν ονομάσει, ακόμη πριν τον υπανδρευθή, όταν τον ειρωνεύετο συνήθως, με την παρθενικήν πονηρίαν της –χωρίς να προγνωρίζη ότι αυτός θα ήτον η τύχη της και ο καλός της– επειδή, αντί φεσίου, εφόρει είδος μακρού σκούφου, τεφροκοκκίνου, με κοντήν φούνταν. «Λογαριασμόν» τον ωνόμασεν αργότερα, αφού τον υπανδρεύθη, επειδή συνήθιζε πολλάκις την φράσιν, «αυτός· είν' ο λογαριασμός», και διότι, άλλως, δεν ηδύνατο ορθώς να λογαριάση ούτε ποσόν δι' ολίγους παράδες, ούτε δυο ημεροκάματα. Αν έλειπεν αυτή, θα τον εγελούσαν καθημερινώς· ποτέ δεν θα του έδιδαν σωστόν τον κόπον του εις τα πλοία, εις το καρινάγιο ή εις τον αρσανάν, όπου ειργάζετο ως μαραγκός ή ως καλαφάτης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είχεν υπάρξει επί μακρόν χρόνον μαθητής και κάλφας του πατρός της, εξασκούντος την ιδίαν τέχνην. Όταν τον είδεν ο γέρων τόσον απλοϊκόν, ολιγαρκή και μετριόφρονα, τον εξετίμησε, και απεφάσισε να τον κάμη γαμβρόν. Ως προίκα τού έδωκε μίαν οικίαν έρημον, ετοιμόρροπον, εις το παλαιόν Κάστρον, όπου εκατοικούσαν ένα καιρόν οι άνθρωποι, προ του 21. Του έδωκε κ' ένα ονόματι Μποστάνι, το οποίον ευρίσκετο ακριβώς έξω του ερήμου Κάστρου, επί τινός κρημνώδους ακτής και απείχε τρεις ώρας από την σημερινήν πολίχνην. Ομοίως κ' «ένα πινάκι χωράφι», εν αγριοχώραφον, το οποίον αμφεσβήτει ο γείτονας ως ιδικόν του· οι δε άλλοι γείτονες έλεγον ότι και τα δύο χωράφια διά τα οποία εμάλωναν οι δύο ήσαν καταπατημένα, και ήσαν «καλογερικά», ανήκοντα εις μίαν διαλυθείσαν Μονήν. Τοιαύτην προίκα έδωκεν ο γερο-Σταθαρός εις την θυγατέρα του. Άλλως αύτη ήτο μοναχοκόρη. Διά τον εαυτόν του, την συμβίαν και τον υιόν του, είχε κρατήσει τας δύο νεοδμήτους οικίας εις την νέαν πόλιν, τα δύο αμπέλια πλησίον ταύτης, δύο ελαιώνας, και ολίγα χωράφια – και όσα μετρητά είχεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="dotted"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;*&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;*&amp;nbsp;&amp;nbsp;*&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έως εδώ είχαν φθάσει αι αναμνήσεις της Φραγκογιαννούς, την νύκτα εκείνην. Ήτον η ενδεκάτη εσπέρα από του τοκετού της κόρης της. Το θυγάτριον είχεν υποτροπιάσει πάλιν, κ' έπασχε δεινώς. Είχεν έλθει άρρωστον εις τον κόσμον. Από την κοιλίαν της μητρός του, η φθορά το είχε παρακολουθήσει... Την στιγμήν εκείνην, σπασμωδικός βήχας ηκούσθη, και τα ξυπνητά όνειρα, αι αναμνήσεις, διεκόπησαν. Εκινήθη επί της πενιχράς στρωμνής, όπου ήτο ανακεκλιμένη, έκυψεν επί του παιδίου, κ' επροσπάθησε να δώση εις αυτό πρόχειρον βοήθειαν. Επλησίασεν εις το φως του λύχνου μικράν φιάλην. Εδοκίμασε να δώση μίαν κουταλιάν, εις τα χείλη του μωρού. Το μικρόν εγεύθη το ρευστόν, και μετά μίαν στιγμήν πάλιν το εξέρασε.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η λεχώνα εκινήθη επί της χαμηλής και στενής κλίνης. Φαίνεται ότι δεν εκοιμάτο καλά. Ήτο μόνον ναρκωμένη, και είχε κλειστά τα βλέφαρα. Ήνοιξε τα όμματα, ανεσηκώθη δυο ή τρεις δακτύλους άνω του προσκεφάλου, και ηρώτησε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς πάει, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς να πάη!... είπεν αυστηρώς η γραία· ησύχασε τώρα, και συ!... Τί θα κάμη!... δεν θα βήξη;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς το βλέπεις, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς να το ιδώ;... Μωρό παιδί είναι... να, που ήρθε στον κόσμο κι αυτό!... επρόσθεσε με στρυφνόν και αλλόκοτον ήθος η γραία.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και μετ' ολίγον η λεχώνα απεκοιμήθη ησυχώτερα. Η γραία μόλις έκλεισεν ολίγον τα όμματα την ώραν του όρθρου, μετά το τρίτον λάλημα του πετεινού. Εξύπνησεν από την φωνήν της κόρης της, της Αμέρσας, ήτις ήλθε λίαν πρωί από τον μικρόν οικίσκον, τον γειτονικόν ανυπομονούσα να μάθη πώς είναι η λεχώνα και το μωρόν, και πώς είχε περάσει την νύκτα η μάννα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα, η δευτερότοκος, ήτον ανύπανδρη, γεροντοκόρη ήδη, αλλά προκομμένη πολύ, «μορφοδούλα», ονομαστή δε υφάντρια· ήτον μελαψή, υψηλή, ανδρώδης, –και τα προικιά της και τα στολίδια τα κεντητά, τα οποία μόνη της είχε κατασκευάσει, ευρίσκοντο κλεισμένα από χρόνων πολλών εις μεγάλην άκομψον κασσέλαν, και τα έτρωγεν ο σκόρος και το σαράκι.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Καλημέρα!...Πώς είστε;...Πώς περάσατε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εσύ' σαι, Αμέρσα;... Να, πέρασε κι αυτή η νύχτα.&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία μόλις είχεν εξυπνήσει, κ' έτριβε τα όμματα τραυλίζουσα. Ηκούσθη θόρυβος εις το πλαγινόν μικρόν χώρισμα. Ήτον ο Νταντής ο Τραχήλης, ο σύζυγος της λεχώνας, όστις εκοιμάτο εκείθεν του λεπτού ξυλοτοίχου, παραπλεύρως ενός άλλους κορασίου κ' ενός παιδίου μικράς ηλικίας, και είχεν εξυπνήσει την στιγμήν εκείνην. Εμάζευε τα εργαλεία του – σκεπάρνια, πριόνια, ροκάνια, και ητοιμάζετο να υπάγη στον ταρσανάν, ν' αρχίση το μεροκάματον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ακούς, τί σαμαντά κάνει! είπεν η γραία. Δεν μπορεί να μαζώξη τα σιδερικά του, χωρίς ν' ακουστή. Όποιος τον ακούει, θαρρεί τί γίνεται!...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— «Γύφτικο σπίτι καίεται», είπεν ειρωνικώς γελώσα η Αμέρσα.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο θόρυβος των εργαλείων, τα οποία ο Νταντής, χωρίς να είναι ορατός, όπισθεν του ξυλοτοίχου, έρριπτεν ανά εν μέσα στο ζεμπίλι του –σκεπάρνια, πριόνια, τριβέλια, κτλ.– εξύπνησε και την λεχώ, την γυναίκα του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είναι, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί να είναι!...Ο Κωνσταντής ρίχνει τα σύνεργα του μες στο ζεμπίλι!... είπε μετά στεναγμού η γραία.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— «Και βιο λογαριάζεις;»...συνεπλήρωσε την παροιμίαν η Αμέρσα.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ηκούσθη τότε η φωνή του Κωνσταντή όπισθεν του μικρού διαφράγματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ξυπνήσατε, πεθερά;... έλεγε· πώς περάσατε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς να περάσωμε!... «Σαν την κόττα στο μύλο...» Έλα να πιης το ρακί σου.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Νταντής εφάνη εις την θύραν του χειμερινού θαλάμου. Ήτο ευρύστερνος, με άχαριν τον κορμόν, «αΐσκιωτος», όπως έλεγεν η γραία πενθερά του, και σχεδόν σπανός. Η γραία έδειξεν εις την Αμέρσαν την μικράν φιάλην με το ρακί, εις το μικρόν ράφι άνωθεν της εστίας, και της ένευσε να βάλη στο ποτηράκι, διά να πιη ο Κωνσταντής.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν έχει κανένα σύκο;... ηρώτησε ούτος, άμα έλαβε το ρακοπότηρον από την χείρα της γυναικαδέλφης του.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Που να βρεθή τέτοιο πράμα!... είπεν η γραία Χαδούλα. «Σαράντα σταχτοκούλουρα» μας χρειάζοντ' εδώ, επρόσθεσεν, εννοούσα την σπατάλην ήτις συνήθως γίνεται κ' εις τα πτωχότερα σπίτια, εν καιρώ ενσκήψεως τοιούτου «αισίου γεγονότος», οποίον είναι και η γέννησις κόρης.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Θέλεις εσύ γαμπρό με μάτια; είπεν ενθυμηθείσα άλλην παροιμίαν η γυναικαδέλφη του, η Αμέρσα.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τουλόου σ' μην τον θέλης τον σαστικό σου να' ναι στραβός; είπε χωρίς να πειραχθή, ο Νταντής... Εβίβα! Καλή σαράντιση!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κ' έπιεν απνευστί το μικρόν ποτήριον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Καλό σας βράδυ!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εφορτώθη την ζεμπίλαν, κ' επήγε διά τον ταρσανάν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Β'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το πυρ έφθινεν εις την εστίαν, ο λύχνος ετρεμόφεγγεν εις το μικρόν φάτνωμα, η λεχώνα ελαγοκοιμάτο επί της κλίνης· το βρέφος έβηχεν εις το λίκνον, και η γραία Φραγκογιαννού, όπως και τας προλαβούσας νύκτας, ηγρύπνει επί της στρωμνής της.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ήτον περί το πρώτον λάλημα του πετεινού, οπότε αι αναμνήσεις έρχονται εν είδει φαντασμάτων. Αφού την υπάνδρευσαν, και την «εκουκούλωσαν», και την επροίκισαν με το σπίτι το ετοιμόρροπον εις το παλαιόν ακατοίκητον Κάστρον, και με το μποστάνι το χέρσον εις την αγρίαν βορεινήν εσχατιάν, και με το αγριοχώραφον το διαφιλονικούμενον από τον γείτονα και από το Μοναστήρι, η νεόνυμφος μετά του συζύγου της εκατοίκησεν εις το σπίτι της ανδραδέλφης της της χήρας, και άνοιξε νοικοκυριό με μικρά πράγματα. Το προικοσύμφωνόν της, ως τόσον, έγραφε λεπτομερώς ότι της είχαν δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα υποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, όπως και δύο χαλκώματα, ένα τηγάνι, μίαν πυροστιάν, κτλ. Ακόμη και μαχαιροπίρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσύμφωνον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η ανδραδέλφη, αμέσως την Δευτέραν, την επιούσαν του γάμου, τα εξήλεγξεν όλα, και εύρεν ότι έλειπον εκ των εν των καταλόγω δύο σινδόνια, δύο μαξιλάρια, εν χάλκωμα, καθώς και μία πλήρης φορεσιά. Αυθημερόν δε παρήγγειλε της πενθεράς να φέρη τα ελλείποντα. Η ιδιοτελής γραία απήντησεν ότι «τα όσα έδωσε, είναι καλώς δοσμένα, και είναι αρκετά». Τότε η ανδραδέλφη έβαλε στα λόγια τον αδελφόν της· ούτος παρεπονέθη εις την νεόνυμφον, εκείνη δε του απήντησεν: «Αν αγροικούσε το συφέρο του, δεν θα εδέχετο να του γράψουν σπίτι στο Κάστρο, όπου μόνον τα στοιχειά κατοικούν· και τι τον ωφελούν τα σινδόνια και τα ποκάμισα, αφού δεν ήτον ικανός να πάρη σπίτι κι αμπέλι κ' ελιώνα;»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κατά την εποχήν του αρραβώνος, η Χαδούλα είχε δοκιμάσει τω όντι να σφυρίξη κάτι τοιούτον στ' αυτιά του γαμβρού. Αν και νέα πολύ ήτον, αλλά, χάρις εις την φύσιν κ' εις τα μαθήματα της μητρός της, τα εκούσια και τα ακούσια, είχε γίνει πολύ πονηρή, αναλόγως της ηλικίας της. Αλλ' η μάννα της, μυρισθείσα το πράγμα, και φοβουμένη μήπως αυτή, η μικρή Στριγλίτσα, καθώς ωνόμαζε συνήθως την&amp;nbsp; κόρην της, του σηκώση τα μυαλά του γαμβρού, ώστε να πονηρέψη ούτος να ζητή προικιά περισσότερα, εξήσκησε τυραννικήν επιτήρησιν επί της κόρης και του αρραβωνιαστικού, μη επιτρέπουσα την ελαχίστην ιδιαιτέραν συνομιλίαν μεταξύ των δύο. Τούτο έκαμνε, προσχήματι μεν διά την σεμνότητα:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν έχω.... να μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι... αυτή η Στριγλίτσα! είχεν ειπεί.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Βλέπετε, την μεταφοράν του ρήματος την ελάμβανεν από το επάγγελμα της συντεχνίας. («Σκαρώνω καράβι» ισοδυναμεί με το «ναυπηγώ ναυν»)· αλλά πράγματι το έκαμνε, διά να μη αναγκασθή να δώση μεγαλυτέραν προίκα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μίαν εσπέραν, την παραμονήν του αρραβώνος, ότε ο γαμβρός μετά της αδελφής του είχον έλθει εις την οικίαν να συζητήσουν τα περί προικός, ενώ ο γέρων ναυπηγός υπηγόρευε το προικοσύμφωνον εις τον Αναγνώστην τον Συβίαν, ψάλτην της εκκλησίας, όστις είχε βγάλει το ορειχάλκινον καλαμάρι του από την ζώνην, την εκ πτερού χηνός πένναν από την μακράν θήκην του καλαμαριού, του ομοιάζοντος πολύ με πιστόλαν, και θέσας επί των γονάτων το βιβλίον του Αποστόλου, κ' επάνω εις το βιβλίον τεμάχιον χονδρού χαρτίου, είχε γράψει καθ' υπαγόρευσιν του γέροντος «Εις τ' όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος... υπανδρεύω την κόρην μου Χαδούλαν με τον Ιωάννην Φράγκον, και της δίνω πρώτον την ευχήν μου...», η Χαδούλα ίστατο αντικρύ της εστίας, δίπλα εις την τέμπλαν –την στήλην τουτέστι των στρωμάτων, παπλωμάτων και προσκεφαλαίων την σκεπαστήν με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστρεφομένην με δύο τεραστίας προσκεφαλάδας– ακίνητος και καμαρώνουσα, κατά το φαινόμενον, όπως η τέμπλα... αλλ' όμως ένευε κρυφά, ανυπομόνως, καίτοι με μεγάλην προφύλαξιν, ένευεν εις τον αρραβωνιαστικόν, ένευεν εις την ανδραδέλφην, να μη δεχθώσιν ως προίκα «σπίτι στο Κάστρο» και «χωράφι στο Στοιβωτό», αλλά ν' απαιτήσωσι σπίτι εις την νέαν πόλιν, και αμπέλι κ' ελαιώνα εις την περιοχήν της νέας πόλεως.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εις μάτην. Ούτε ο γαμβρός, ούτε η ανδραδέλφη είδαν τ' απηλπισμένα νεύματα. Μόνον η γραία, η μήτηρ της, ήτις, αν και αναγκασμένη ήτο να στρέφη τα νώτα προς την κόρην, διά ν' αντιμετωπίζη φιλοφρόνως την συμπεθέραν και τον γαμβρόν, είχε καθίσει όμως με τοιούτον τρόπον, ώστε να έχη μόνον την μίαν πλάτην γυρισμένην προς την νέαν – αίφνης, ως να την επληροφόρησεν αόρατον πνεύμα ότι κάτι έτρεχεν, εστράφη αποτόμως προς την θυγατέρα της, και είδε τ' απηγορευμένα «καμώματά» της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Πάραυτα ετόξευσε βλέμμα φοβεράς απειλής προς αυτήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ε! μωρή Στριγλίτσα! υπεψιθύρισε μέσα της. Έννοια σου!...κ' εγώ σε σώζω.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ευθύς όμως κατόπιν, εσκέφθη ότι δεν θα εσύμφερε να κάμη λόγον δι' αυτό το πράγμα εις την κόρην της. Διότι εφοβήθη μην της δώση αφορμήν να παραπονεθή εις τον πατέρα της. Και τότε τα πράγματα θα εγίνοντο χειρότερα βεβαίως. Ο γέρων πιθανώς θα εκάμπτετο εις τας ικεσίας και τα κλαύματα τής μοναχοκόρης, και θα έδιδε περισσοτέραν προίκα. Όθεν εσιώπησεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Χαδούλα εθαύμασε πώς, ενώ η μήτηρ της ολοφάνερα την είχεν ιδεί να κάμνη τα ριψοκίνδυνα εκείνα νεύματα, διά πρώτην φοράν εις την ζωήν της, όταν ευρέθησαν μόναι, δεν της έδωκεν ούτε νυχιές, ούτε τσιμπιές, ούτε δαγκωματιές, πράγμα το οποίον, άλλως, συχνά συνήθιζε. Σημειωτέον ότι η προικοδοσία της οικίας εις το παλαιόν ακατοίκητον χωρίον είχε τούτο το ευλογοφανές, ότι πολλαί οικίαι εσώζοντο ακόμα εις το Κάστρον, ότι οικογένειαί τίνες συνήθιζον να διατρίβωσι το θέρος εκεί, και ότι εις την φαντασίαν των ανθρώπων υπήρχε προκατάληψις υπέρ του «Παλαιού Χωριού», το οποίον επονούσαν οι γεροντότεροι, και δεν είχαν συνηθίσει ακόμα ούτε εις την νέαν τάξιν των πραγμάτων, ούτε εις βίον ειρηνικόν, χωρίς επιδρομάς κλεφτών και πειρατών και της Τουρκικής αρμάδας, και η εγκατάστασις εις την νέαν πόλιν δεν ενομίζετο οριστική, αλλ' υπήρχε προσδοκία ότι οι άνθρωποι θα εβιάζοντο και πάλιν να επανέλθουν εις τα παλαιά, τα «μαθημένα» των. Κ' ενώ όλο το Κάστρον ανεπόλουν, και το Κάστρον ελυπούντο και το ερρέμβαζον, και το είχον εις το στόμα, δεν έπαυον όμως να κτίζωσιν οικοδομάς εις τον νέον συνοικισμόν – όπως αποδειχθή διά μυριοστήν φοράν ότι οι άνθρωποι συνήθως άλλα σκέπτονται και άλλα κάμνουν, και ότι μιμούνται αλλήλους μηχανικώς.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ούτω λοιπόν, μετά δύο εβδομάδας από του αρραβώνος ετελέσθη ο γάμος. Ούτως ηθέλησεν η πενθερά. Δεν της ήρεσκεν, ως έλεγε, να έχη γαμβρόν αστεφάνωτον να συχνάζη στο σπίτι, αφού είχε θάρρος από πριν, ως συντεχνίτης και παραγυιός του ανδρός της. Και η ανδραδέλφη, χήρα, ηλικιωμένη, με ένα παίδα έφηβον, εργαζόμενον επίσης εις το ναυπηγείον, και εν άλλο παιδίον κ' εν κοράσιον ανήλικα, εδέχθη κατ' οίκον το νέον ανδρόγυνον. Είτα, μετά εν έτος, εγεννήθη το πρώτον παιδίον, ο Στάθης, και δευτέρα η Δελχαρώ, ακολούθως ο Γιαλής, κατόπιν ο Μιχάλης, ακολούθως η Αμέρσα, μετ' αυτήν ο Μητράκης, και η τελευταία η Κρινιώ. Κατά τους πρώτους χρόνους εφαίνετο να βασιλεύη ειρήνη εντός της οικίας. Είτα, όταν ήρχισαν να μεγαλώνουν τα δύο πρώτα παιδιά της νύμφης, είχον δε μεγαλώσει αρκετά και τα δύο τελευταία της ανδραδέλφης, ήρχισε πόλεμος εντός του οίκου. Τότε η Φραγκογιαννού, ήτις με την ηλικίαν και την πείραν του κόσμου εγένετο πολύ σοφωτέρα, είχεν αξιωθή, ως έλεγε μετριοφρόνως, ν' αποκτήση κι αυτή ένα σπιτάκι δικό της, χάρις εις την επιδεξιότητα της και την οικονομίαν της. Την μίαν χρονιάν ημπόρεσε μόνον να κτίση τέσσαρας τοίχους λασποκτίστους, μικρούς και χαμηλούς και να τους στεγάση· την δευτέραν χρονιάν κατώρθωσε να πετσώση κατά τα τρία τέταρτα το σπίτι, δηλ. να κατασκευάση μικρόν πάτωμα, με διάφορα σανίδια, ανόμοια παλαιά και νέα, και, χωρίς να χάση καιρόν, ανυπομονούσα, πότε να «ξελευθερωθή» από την τυραννίαν της ανδραδέλφης, η οποία εγήραζε κ' εγίνετο παράξενη, εκουβαλήθη, κ' επήγε να εγκατασταθή, μαζί με τον σύζυγον και τα τέκνα, εις την «γωνίαν» της, εις την «φωλιάν» της, εις την «άκρην» της. Την ημέραν&amp;nbsp; εκείνην, όπως έλεγεν η ιδία, ησθάνθη την μεγαλυτέραν χαράν εις την «ζήσιν» της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όλ'&amp;nbsp;&amp;nbsp; αυτά&amp;nbsp;&amp;nbsp; τα&amp;nbsp;&amp;nbsp; ενθυμείτο,&amp;nbsp;&amp;nbsp; και&amp;nbsp; οιονεί&amp;nbsp; τα&amp;nbsp;&amp;nbsp; ανέζη&amp;nbsp;&amp;nbsp; η Φραγκογιαννού, κατά τας μακράς εκείνας αΰπνους νύκτας του Ιανουαρίου, ενώ ο βορράς ηκούετο εκ διαλειμμάτων να συρίζη έξω, πλήττων τας κεράμους, και κάμνων να ηχώσι τα παράθυρα, οπότε ηγρύπνει παρά το λίκνον της μικράς εγγονής της. Ήτο ήδη τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, και ο πετεινός ελάλησε και πάλιν. Το θυγάτριον, το οποίον μόλις είχεν ησυχάσει προ μικρού, άρχισε να βήχη εκ νέου οδυνηρώς. Είχεν έλθει ασθενικόν εις τον κόσμον, και προσέτι, φαίνεται ότι είχε κρυώσει την τρίτην ημέραν, εις τα «κολυμπίδια», όταν το είχαν λούσει εντός της σκάφης, και κακός βήχας το είχε κολλήσει. Η Φραγκογιαννού απλήστως από ημερών παρεμόνευε να ίδη συμπτώματα σπασμών εις το μικρόν ασθενές πλάσμα –επειδή τότε ήξευρεν ότι αυτό δεν θα εσώζετο– πλην ευτυχώς τοιούτον πράγμα δεν έβλεπε. «Είναι για να βασανίζεται και να μας βασανίζη», είχεν υποψιθυρίσει, χωρίς κανείς να την ακούση, μέσα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την στιγμήν ταύτην, η Φραγκογιαννού άνοιξε τα κλειστά αγρυπνούντα όμματα, κ' εκούνησε το λίκνον. Συγχρόνως ηθέλησε να δώση το σύνηθες ρευστόν εις το πάσχον μωρόν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ποιος βήχει; ηκούσθη μία φωνή όπισθεν του μεσοτοίχου.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία δεν απήντησεν. Ήτο Σάββατον εσπέρας, και ο γαμβρός της είχε πίει ένα ρακί παραπάνω, πριν δειπνήση· ομοίως είχε πίει, μετά το δείπνον, κ' ένα μεγάλο ποτήρι από λάκυρον κρασί, διά να ξεκουρασθή από τα μεροκάματα όλης της εβδομάδος. Λοιπόν, ο Νταντής, επειδή είχε πίει αρκετά, αναλόγως, ωμιλούσε μέσα στον ύπνο του, ή μάλλον παραμιλούσε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το μωρόν δεν εδέχθη την ρανίδα του ρευστού εις το στόμα, αλλά την ελάκτισε με την γλωσσίτσαν του, εν τη ορμή του βηχός, όστις είχεν αυξήσει λίαν αλγεινώς.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Σκασμός!... είπε πάλιν ο Κωνσταντής, ο πατήρ τού βρέφους, μέσα στον ύπνο του.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και πλαντασμός!... προσέθηκε&amp;nbsp;&amp;nbsp; μετ' ειρωνείας&amp;nbsp;&amp;nbsp; η Φραγκογιαννού.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η λεχώνα εξαφνίσθη μέσα στον ύπνο της, ακούσα ίσως τον βήχα του μικρού, και άμα τον αλλόκοτον βραχύν διάλογον, όστις διημείφθη μέσω του ξυλοτοίχου μεταξύ του κοιμωμένου και της αγρυπνούσης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είναι, μάννα; είπεν ανασηκωθείσα η Δελχαρώ. Δεν είναι καλά το παιδί;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία εμειδίασε στρυφνώς εις το τρομώδες φως του μικρού λύχνου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Σα σ' ακούω, δυχατέρα!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αυτό το «σα σ' ακούω, δυχατέρα» ελέχθη με τόνον πολύ αλλόκοτον. Άλλως δεν ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην η νεαρά μήτηρ ήκουε τοιούτον τι εκ μέρους της μητρός της. Ενθυμείτο ότι και άλλοτε συνέβη, η γραία μεταξύ γυναικών και γραϊδίων της γειτονιάς, να εκφράση, μετά σείσματος εκφραστικού της κεφαλής, εις ώρας καθ' ας εγίνετο λόγος περί της μεγάλης πληθώρας των νεαρών κορασίων, περί της σπάνεως, περί του ξενιτευμού και των υπέρμετρων απαιτήσεων των γαμβρών, περί των βασάνων όσα υπέφερε μία χριστιανή διά να αποκαταστήση «τ' αδύνατα μέρη», τουτέστι τα θήλεα, να εκφράση, λέγω, παραπλήσια αισθήματα. Όταν μάλιστα η μήτηρ της ήκουε περί αρρώστιας μικρών κορασίδων είχεν ακουσθή, σείουσα την κεφαλήν, να λέγη:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Σα σ' ακούω γειτόνισσα!... «Δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» επειδή συνήθιζε πολύ συχνά να εκφράζεται με παροιμίας λίαν εκφραστικάς. Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλύτερον είναι να μη πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθως ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!... Να μην πάνε παραπάνω!»&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τι να σας πω!... Έτσι του 'ρχεται τ' ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ναι μεν το είπεν, αλλά βεβαίως δεν θα ήτο ικανή να το κάμη ποτέ... Και η ιδία δεν το επίστευε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Γ'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ούτω είχον διαρρεύσει πολλαί νύκτες από του τοκετού της Δελχαρώς της Τραχήλαινας. Αφού το μικρόν εβαπτίσθη, και ωνομάσθη Χαδούλα, με τ' όνομα της μάμμης του –το οποίον έκαμεν εκείνην να μορφάζη σείουσα την κεφαλήν, και να ψιθυρίζη «μην τύχη και χαθή τ' όνομα!»– πάλιν η γραία ηγρύπνει, αν και το μωρόν εφαίνετο να είναι οπωσούν καλύτερα. Άλλως η αγρυπνία ήτο εν τη φύσει και τη ιδιοσυγκρασία της Φραγκογιαννούς, ήτις εσκέπτετο χίλια πράγματα, και είχεν τον ύπνον δύσκολον. Οι λογισμοί και αι αναμνήσεις της, αμαυραί εικόνες του παρελθόντος, ήρχοντο αλλεπάλληλοι ως κύματα μέσα εις τον νουν της, προ των οφθαλμών της ψυχής της.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είχε καρπογονήσει, λοιπόν, η Χαδούλα τόσα τέκνα, και είχε κτίσει μικρόν οσπίτιον διά να κατοικήση. Όταν ηύξανεν η οικογένεια, τόσον ηύξανον και τα «φαρμάκια». Ναι, από τας ιδίας οικονομίας της είχεν αποκτήσει την μικράν οικίαν η Γιαννού, και όχι από τα περισσεύματα του συζύγου της. Ο μάστρο-Γιάννης ο Σκούφος, ή ο «Λογαριασμός», δεν ήξευρε, πράγματι, να λογαριάση καλά ούτε πόσα μεροκάματα είχε δουλέψει, ούτε πόσα κάνουν τέσσαρα ή πέντε ή εξ μεροκάματα της εβδομάδος προς μίαν και 75 ή μίαν και 80 –διότι τόσα έπαιρνεν ως τρίτης τάξεως μαραγκός. Όταν ενίοτε, ως καλαφάτης, επληρώνετο προς 2.35 ή 2.40, πάλιν δεν ήξευρε να τα λογαριάση.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μόνον του ήρεσκε να τα πίνη, σχεδόν όλα, την Κυριακήν. Πλην ευτυχώς η σύζυγος του είχε λάβη τα μέτρα της, κ' έπαιρνεν αυτή τα λεπτά στα χέρια της το Σάββατον το βράδυ. Ή τα εισέπραττε κατ' ευθείαν από τον πρωτομάστορην, όχι άνευ έριδος και δυσκολίας – επειδή ο πρωτομάστορης δεν ήθελε να της τα δώση προτιμών να τα εγχειρίση εις τον μάστρο-Γιάννην τον ίδιον, από τον οποίον μάλιστα εκράτει, καθώς και απ' όλους τους άλλους, δέκα ή δεκαπέντε λεπτά ως έκτακτα ποσοστά, λέγων «έχω κορίτσια, βρε αδερφέ, έχω κορίτσια!». Αλλ' η Φραγκογιαννού που να γελασθή! Αυτή του έδιδε την μόνην λογικήν και την μόνην πρέπουσαν απάντησιν: «Εσύ μονάχα έχεις κορίτσια μάστορη; Ο άλλος κόσμος δεν έχουν;»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ή, αν δεν κατώρθωνε να τα λάβη η ιδία από τον αρχιναυπηγόν, η Γιαννού τα ήρπαζε, «Σα χωρατά, σαν αλήθεια», από τας χείρας του συζύγου της, αφού εφρόντιζε πρώτον να τον «καλοκαρδίση» και να τον φέρη εις την κατάλληλον ψυχολογικήν θέσιν. Ή, τέλος, τον άφηνε να κοιμηθή μισοζαλισμένος, και τα&amp;nbsp; έκλεπτεν από τα φορέματα του, την νύκτα του Σαββάτου. Μόνον, την Κυριακήν πρωί, του έδιδε διά «χαρτζιλίκι» 40 ή πενήντα λεπτά.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Λοιπόν είχε κτίσει τον οικίσκον από τας οικονομίας της, αλλά ποία ήτο η πρώτη βάσις του μικρού εκείνου κεφαλαίου; Την ώραν ταύτην, κατά την νύκτα της αγρυπνίας, διά πρώτην φοράν το εξωμολογείτο καθ' εαυτήν. Ποτέ δεν το είχε ειπή ούτε εις τον πνευματικόν της, εις τον οποίον άλλως πολύ μικρά πράγματα έλεγεν· ακριβώς εκείνα μόνον τα συνήθη αμαρτήματα, όσα εκείνος ήξευρε προτού να τα είπη αυτή· δηλαδή κακολογίαν, θυμούς, γυναικείας κατάρας και τα τοιαύτα. Ποτέ δεν το είχεν ομολογήσει εις την μητέραν της, εφ' όσον έζη εκείνη – ήτις άλλως ήτο η μόνη που το υπώπτευε και το ήξευρε χωρίς να της τα είπη αυτή. Ναι, είναι αληθές, ότι εμελέτα και είχεν απόφασιν να της τα είπη κατά τας τελευταίας στιγμάς της. Πλην δυστυχώς η γραία, πριν αποθάνη, συνέβη να βωβαθή και να κωφαθή και να μείνη αναίσθητη «σαν πράμα», όπως περιέγραφε την κατάστασιν ταύτην η κόρη της, κ' έτσι δεν εδόθη ευκαιρία να της ομολογήση το πταίσμα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ακόμη ολιγώτερον, δεν το είπε ποτέ εις τον πατέρα της, ούτε εις τον σύζυγον της. Ιδού ποίον ήτο το μυστικόν τούτο.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Προ του γάμου της η Χαδούλα είχεν αρχίσει να κλέπτη απ' ολίγα ολίγα εκ των χρημάτων του πατρός της, απ' ολίγους παράδες, από μισόν γρόσι. Τόσον ολίγα, ώστε σχεδόν δεν το ησθάνθη ούτε το υπώπτευσεν εκείνος. Μόνον δύο φοράς είχεν εννοήσει ο ίδιος ότι είχε κάμει εσφαλμένον τον λογαριασμόν του μικρού θησαυρού του. Τον θησαυρόν τούτον απέθετεν εις μίαν κρύπτην, την οποίαν προ πολλού είχεν ανακαλύψει η γραία, μετά χρόνον δε ανεκάλυψε και η κόρη. Τότε προς καιρόν, η Χαδούλα διέκοψε τας κλοπάς, διά να μη δώση λαβήν μεγαλυτέρας υπονοίας εις τον πατέρα της. Αργότερα, πάλιν εξανάρχισε να κλέπτη περισσότερα, αλλά δεν «έπιανε χαρτωσιά» εμπρός εις τας κλοπάς της μητρός της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αύτη είχε κλέψει πολλά, αλλά με τέχνη και μέθοδον. Έκλεπτε τα περισσότερα από τας άλλας επιχειρήσεις, εις τας οποίας είχε κατά μέγα μέρος την διαχείρισιν, καθώς από πώλησιν ελαίου και οίνου, προϊόντων των κτημάτων της οικογενείας, και ολίγα, σχεδόν όσα και η κόρη τους, από τα μεροκάματα του γέρου. Μετά χρόνους, όταν άνοιξαν οι δουλειές, κι ο γερο-Στάθης έγινε μικροαρχιναυπηγός –εσκάρωνε βάρκες και καΐκια μοναχός του, βοηθούμενος από τον υιόν και από τον&amp;nbsp; παραγυιόν του, εις το προαύλιον της οικίας– τότε η γραία ημπόρεσε να κλέψη αρκετά και από τα κέρδη της ναυπηγικής τέχνης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τελευταίον, ολίγους μήνας προ του γάμου της, η Χαδούλα είχε κατορθώσει ν' ανακαλύψη την κρύπτην όπου είχε το κομπόδεμα η μητέρα της. Εις μίαν οπήν του κατωγείου, ανάμεσα εις τα πιθάρια τα μισογεμάτα και τα βαρέλια τ' αδειανά, ευρίσκετο μία πλατεία και μακρά λωρίς μαύρης μανδήλας, όπου η γραία είχε δεμένα «σαν σκυλιά» εκατόν εβδομήντα τόσα αργυρά τάλληρα, άλλα κολωνάτα, άλλα ρηγίνες, και άλλα τουρκικά, όλα κλεμμένα από τα κέρδη του γέρου και τα προϊόντα των κτημάτων. Η κόρη με φαιδράν έκπληξιν, και με συγκίνησιν τρομώδη, εμέτρησε τα τάλληρα, τα σκυλοδεμένα, και είτα τα έβαλε πάλιν εις την οπήν των, χωρίς να τολμήση να τα πειράξη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αλλά την παραμονήν του γάμου, το βράδυ, την ώραν που ενύχτωνεν –όταν είδε την επιμονήν των γονέων της, να μη θέλουν να της δώσουν αρκετήν προίκα, και είδε την απονιάν της μητρός της– παραφυλάξασα την ώραν οπότε η γραία εξήλθε προς στιγμήν από την οικίαν δι' εν θέλημα, κατέβη με παλμόν καρδίας κρυφά στο κατώγι· έψαξε και ανεύρε το κομπόδεμα, το σκυλοδεμένο, και το έλυσεν. Αυτήν την φοράν της εφάνησαν ωσάν ολίγα. Καιρόν δεν είχε να τα μετρήση. Ίσως η γραία να είχεν αφαιρέσει μερικά εκ των ταλλήρων, και είχε κάμει χρήσιν δι' αγνώστους σκοπούς. Της ήλθεν η ιδέα να πάρη το κομπόδεμα όλον, αυτούσιον μαζί με την λωρίδα της παλαιάς μανδήλας της μητρός της, αλλ' εφοβήθη· έλαβε μόνον οκτώ ή εννέα τάλληρα, καταρχάς – τόσα, όσα εφαντάζετο ότι η απουσία των δεν θα επέφερε μεγάλην διαφοράν εις τον όγκον και δεν θα ήτο αμέσως επαισθητή, είτα έκαμε να το δέση· ακολούθως πάλιν το ήνοιξε, έλαβεν άλλα πέντε ή εξ, το όλον δεκαπέντε. Κατόπιν πάλιν, ενώ το έδενε, εκ νέου έκαμε κίνημα να το λύση, με σκοπόν να πάρη άλλα δύο ή τρία ακόμη. Αίφνης τότε ήκουσε το βήμα της μητρός της έξω. Βιαστικά έδεσε το κομπόδεμα, και το έβαλεν εις την θέσιν του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ολίγας ημέρας μετά τον γάμον, η γραία ανεκάλυψε την κλοπήν. Αλλά δεν ηθέλησε να είπη τίποτε εις την κόρην της. Έμεινεν ευχαριστημένη διότι εκείνη δεν τα επήρεν όλα. «Στραβωμάρα είχεν!» είπε μεταξύ των οδόντων της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το ποσόν εκείνο, το οποίον η Χαδούλα είχε κλέψει κατά καιρούς από τους γονείς της, ανερχόμενον περίπου εις τετρακόσια γρόσια, το νόμισμα της εποχής εκείνης, έκρυπτεν επί τόσα έτη επιμελώς. Αλλά διά να κτίση την οικίαν, το ηύξησε με την ικανότητά της. Ήτο βεβαίως εργατική και επιδεξία. Όσον της επέτρεπον αι μέριμναι της ανατροφής τόσων αλλεπαλλήλων τέκνων, εξενοδούλευε. Πλην, εις τους μικρούς τόπους «δεν υπάρχουσιν ειδικοί, αλλά πολυτεχνίται» και όπως ένας μπακάλης κωμοπόλεως είναι συγχρόνως και έμπορος ψιλικών, και φαρμακοπώλης, αλλά και τοκογλύφος, ούτω και μία καλή υφάντρια, οποία ήτο η Φραγκογιαννού, ουδέν εκώλυε να κάμνη συγχρόνως και την μαμμήν ή την ψευδογιάτρισσαν, και άλλα επαγγέλματα ακόμη να εξασκή, ήρκει να είναι επιτηδεία. Και η Φραγκογιαννού ήτο επιτηδειοτάτη μεταξύ όλων των γυναικών.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έδιδε βότανα, έκαμνε κηραλοιφάς, εξετέλει εντριβάς, εθεράπευε την βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διά τας πασχούσας, διά τας χλωρωτικάς και αναιμικάς κόρας, διά τας εγκύους και τας λεχούς, και τας εκ μητρικών αλγηδόνων πασχούσας. Με το καλάθιον υπό τον αγκώνα της αριστεράς χειρός, ακολουθούμενη από τα δύο τελευταία τέκνα της, τον Δημητράκην, οκτώ ετών, και την Κρινιώ, εξαέτιδα, εξήρχετο εις τους αγρούς, ανέβαινεν εις τα όρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας και ρεύματα, έψαχνε να εύρη τα βότανα, όσα αυτή εγνώριζε –την αγριοκρομμύδα, την δρακοντιά, το τρίμερο και άλλ' ακόμη– τα έκοπτεν ή τα εξερρίζωνεν, εγέμιζε το καλάθιον της, κ' επέστρεφε το βράδυ εις την οικίαν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Με αυτά τα βότανα κατεσκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τα οποία εσύσταινεν ως αλάνθαστα ιατρικά κατά των χρονίων πόνων, του στήθους, της κοιλίας, των εντέρων, κτλ. Τη βοηθεία όλων αυτών των μέσων, ολίγα κερδίζουσα, αλλ' οικονόμος, κατώρθωσε, με τον καιρόν, να κτίση την μικράν φωλέαν της. Αλλ' οι νεοσσοί είχαν αρχίσει να ξεπετούν ήδη, να φεύγουν εις τα ξένα!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κατά την εποχήν εκείνην, ο πρώτος υιός της, εικοσαετής ήδη, ο Σταθαρός, είχε ξενιτευθή εις την Αμερικήν, αφού δε έστειλεν εν ή δύο γράμματα, εσιώπησε, και έκτοτε δεν είχε δώσει σημείον ζωής. Μετά τρία έτη, ο δεύτερος υιός της, ο Γιαλής, είχε μεγαλώσει κι αυτός, κ' εμβαρκαρίσθη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και οι δύο, εις τα μικρά των χρόνια, είχον δοκιμάσει την τέχνην του πατρός των, αλλ' ούτε ο εις ούτε ο άλλος επρόκοψαν πολύ, ουδέ ηρκέσθησαν εις αυτήν. Ο Γιαλής, ως φιλόστοργος υιός και αδελφός, έγραψε προς την μητέρα του εκ Μασσαλίας, όπου είχεν υπάγει μ' ένα πατριώτικον καράβι, ότι απεφάσισε κι αυτός να υπάγη στην Αμερικήν, να ιδή τι γίνεται ο μεγάλος αδερφός του ίσως τον ανακαλύψει κάπου. Αλλά παρήλθον καιροί και χρόνοι έκτοτε και ούτε ο εις ούτε ο άλλος ηκούσθησαν πλέον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τότε έλαβεν αφορμήν η μητέρα των να ενθυμηθή ένα παραμύθι του λαού εκ των αστειοτέρων, εν ω γίνεται λόγος περί στρώματος από μέλι, εις το οποίον εκόλλησαν διαδοχικώς και ο πρώτος αποσταλείς υιός της Γριάς, διά να συλλέξη και φέρη εκείθεν το μέλι, και ο δεύτερος υιός, όστις είχε σταλή διά να ξεκολλήση τον πρώτον, και ο τρίτος, όστις εστάλη διά να φέρη οπίσω και τους δύο, και ο Γέρος, όστις επήγε να ιδή τί γίνονται οι υιοί του· τέλος, αυτή η Γριά, η οποία εις το ύστερον απεφάσισε να υπάγη να ιδή, μακρόθεν όμως –διότι, ως γριά, είχε τόσην πονηρίαν– τί έγιναν ο Γέρος και τα παιδιά και δεν εγύρισαν οπίσω από το «θέλημα», εις το οποίον τους είχε στείλει, μόλις αυτή εγλύτωσε και δεν εκόλλησε. Τότε στραφείσα προς τους τέσσαρας, κολλημένους τους είπεν: «Α! αυτό σας μέλει; Εμένα δεν με μέλει!»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εν τω μεταξύ, ενώ ο Σταθαρός κι ο Γιαλής είχαν ξενιτευθή εις την Αμερικήν, και είχαν φάγει λωτόν, ή είχαν πίει την Λήθην, η Δελχαρώ, η πρώτη κόρη, πρωτότοκος μετά τους ξενιτευμένους αδελφούς της, εμεγάλωνεν, ολονέν εμεγάλωνε. Κ' η Αμέρσα, σχεδόν τέσσαρα έτη μικροτέρα της αδελφής της, εμεγάλωνε κι αυτή εναμίλλως με την Δελχαρώ, κι «έριχνε μπόι»· εγίνετο ανδρώδης, μελαψή και ζωηρά, κ' οι γειτόνισσες την ωνόμαζον «το σερνικοθήλυκο». Κ' εκείνη η μικρά, το Κρινάκι, ήτις δεν είχε φευ! του κρίνου το χρώμα, αν και φυσικά ισχνή, εδείκνυεν ήδη συμπτώματα αναπτύξεως.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Πώς μεγαλώνουν, Θεέ μου! εσκέπτετο η Φραγκογιαννού. Ποίος κήπος, ποίον λιβάδι, ποία άνοιξις παράγει αυτό το φυτόν! Και πώς βλαστάνει και θάλλει και φυλλομανεί και φουντώνει! Και όλοι αυτοί οι βλαστοί, όλα τα νεόφυτα, θα γίνουν μίαν ημέραν πρασιαί, λόχμαι, κήποι; Και ούτω θα εξακολουθή; Και πάσα οικογένεια εις την γειτονιάν, και εις την συνοικίαν και εις την πόλιν είχαν από δύο έως τρία κοράσια. Μερικαί είχον τέσσαρα, άλλαι πέντε. Μία μητέρα είχεν εξ θυγατέρας χωρίς κανέναν υιόν, άλλη μία είχεν επτά κ' έναν υιόν, ο οποίος εφαίνετο προωρισμένος να φανή άχρηστος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Λοιπόν όλοι αυτοί οι γονείς, όλα τα ανδρόγυνα, όλαι αι χήραι, ανάγκη πάσα και χρέος απαραίτητον, να υπανδρεύσουν όλας αυτάς τας κόρας – και τας πέντε, και τας εξ, και τας επτά! Και να δώσουν εις όλας προίκα. Πάσα πτωχή οικογένεια, πάσα μήτηρ χήρα, με δύο στρέμματα αγρούς, μ' ένα πενιχρόν οικίσκον, ταλαιπωρουμένη, ξενοδουλεύουσα – είτε κολλήγισα άλλων ευπορωτέρων οικογενειών εις τα κτήματα, εις τας συκάς και τας μορέας –συλλέγουσα φύλλα, παράγουσα ολίγην μέταξαν– ή τρέφουσα δύο ή τρεις αίγας ή αμνάδας –γινομένη κακή με όλους τους γείτονας, πληρώνουσα πρόστιμα διά μικράς ζημίας– φορολογουμένη ασπλάγχνως, τρώγουσα κρίθινον άρτον ποτισμένον με ιδρώτα αλμυρόν – ώφειλεν εξ άπαντος «ν' αποκαταστήση» όλα τα θήλεα ταύτα, και να δώση πέντε, εξ, ή επτά προίκας! Ω Θεέ μου!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και οποίας προίκας, κατά τα νησιωτικά έθιμα. «Σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά, έλιωνα στο Λεχούνι, χωράφι στο Στροφλιά». Αλλά κατά τους τελευταίους χρόνους, περί τα μέσα του αιώνος, είχε κολλήσει και άλλη ψώρα. Το «μέτρημα», εκείνο το οποίον εις Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο «τράχωμα», συνήθειαν την οποίαν, αν δεν απατώμαι, είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, αδιάφορον. Άλλως, ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι. Ας τα έκλειε στο δουλάπι. Ας τας έστελνε στο Μουσείον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Δ'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έως εδώ είχον φθάσει αι αναμνήσεις και οι λογισμοί της αγρυπνούσης γραίας. Ελάλησε το δεύτερον ο πετεινός. Θα είχαν περάσει δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ιανουάριος ο μην. Χρόνος η νύκτα. Βορράς εφύσα. Η φωτιά εις την εστίαν έσβηνε. Η Φραγκογιαννού ησθάνθη ρίγος εις την ράχιν, και παγωμένους τους πόδας της. Ήθελε να σηκωθή να φέρη ολίγα ξύλα έξω από τον πρόδομον, διά να τα ρίψη εις την εστίαν, να ξανάψη&amp;nbsp; το πυρ. Αλλ' ηργοπόρει· και ησθάνετο μικράν νάρκην, ίσως το πρώτον σύμπτωμα του εισβάλλοντος ύπνου.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την στιγμήν εκείνην, τόσον παράωρα, ενώ είχε κλειστά τα όμματα, εκρούσθη παραδόξως η θύρα. Η γραία εξαφνίσθη. Δεν ήθελε να φωνάξη «ποιός είναι», διά να μην εξυπνήση την λεχώ, αλλ' απετίναξε την νάρκην της, διακοπείσαν ήδη αποτόμως διά του κρότου της θύρας τον οποίον είχεν ακούσει, εσηκώθη σιγά, εξήλθε του θαλάμου. Πριν φθάση εις την έξω θύραν, ήκουσε διακριτικήν, ψίθυρον φωνήν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μάννα!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ανεγνώρισε την φωνήν της Αμέρσας. Ήτο η δευτερότοκος κόρης της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί έπαθες, αρή;... Τί σου ήρθε, τέτοια ώρα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και ήνοιξε την θύραν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μάννα, επανέλαβε μετ' ασθμαινούσης φωνής η Αμέρσα. Τί κάνει το κορίτσι;... μην πέθανε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Όχι...κοιμάται· τώρα ησύχασε, είπεν η γραία. Πώς σου ήρθε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Είδα στον ύπνο μου πως πέθανε, είπε με πάλλουσαν ακόμη φωνήν η υψηλή γεροντοκόρη.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αμμ' σαν είχε πεθάνει, τάχα τί;&amp;nbsp; είπε κυνικώς η γραία...Κ' εσηκώθης... κ' ήρθες να ιδής;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η οικία της Γιαννούς, όπου αύτη συνήθως εκατοίκει μετά των δύο αγάμων θυγατέρων της –καθότι προσωρινώς τώρα διενυκτέρευε πλησίον της λεχούς– έκειτο ολίγας δεκάδας βημάτων βορεινότερα, παρέκει. Αυτή η οικία της Δελχαρώς είχε δοθή προικώα εις ταύτην, ήτο δε αυτή η παλαιά οικία, η κτισθείσα από τας οικονομίας της Χαδούλας, και από τον πρώτον πυρήνα τον οποίον είχε σχηματίσει από το κομπόδεμα των αειμνήστων γονέων της. Ύστερον, ολίγα έτη μετά τον γάμον της Δελχαρώς, είχε κατορθώσει η μήτηρ της ν' αποκτήση και δευτέραν φωλέαν, μικροτέραν και αθλιεστέραν της πρώτης, εις την αυτήν συνοικίαν. Δύο ή τρεις οικίαι εχώριζον την δευτέραν από της πρώτης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Από εκείνην λοιπόν την νεόκτιστον οικίαν είχεν έλθει τόσον παράωρα η Αμέρσα, ήτις δεν εφοβείτο τα στοιχειά την νύκτα, ήτο δε τολμηρά και αποφασιστική κόρη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κ' εσηκώθης;... κ' ήρθες να ιδής;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ξαφνίστηκα μες τον ύπνο μου, μαννούλα. Είδα πως πέθανε το κορίτσι, και πως εσύ είχες ένα μαύρο σημάδι στο χέρι σου.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μαύρο σημάδι;...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ήθελες, τάχα, να σαβανώσης το κορίτσι. Και την ώρα που το σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου... και πως έβαλες, τάχα, το χέρι σου στη φωτιά, για να ξεμαυρίση.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μπα! αλαφροΐσκιωτη! είπεν η γραία Χαδούλα... Κ' έκαμες κουτουράδα, κ' ήρθες, τέτοιαν ώρα...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν μπορούσα να ησυχάσω, μάννα.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και δεν σ' ένοιωσε το Κρινιώ, που έφυγες;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Όχι· κοιμάται.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κι αν ξυπνήση, κ' ιδή να λείπης από κοντά της, πώς θα της φανή;... Δε θα βάλη τις φωνές;... Θα τρελαθή, το κορίτσι!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αι δύο αδελφαί εκοιμώντο τω όντι μόναι εις την μικράν οικίαν. Η Αμέρσα ήτο άφοβος, κ' ενέπνεε πεποίθησιν, ως να ήτο ανήρ. Ο πατήρ των είχεν αποθάνει προ πολλού, οι δε επιζώντες υιοί διαρκώς έλειπον εις τα ξένα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πάω πίσω, μάννα, είπεν η Αμέρσα... Αλήθεια, δεν εσυλλογίστηκα πως μπορεί να ξυπνήση το Κρινιώ, αυτήν την ώρα, να τρομάξη, που θα λείπω.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μπορούσες να μείνης κ' εδώ, είπεν η μητέρα· μόνο, μη ξυπνήση άξαφνα το Κρινιώ, και πάρη φόβο.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα εκοντοστάθη προς στιγμήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μάννα, είπε, θέλεις να καθίσω εγώ 'δω, να πας εσύ στο σπίτι;... για να ξεκουραστής, να ησυχάσης.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Όχι, είπεν, αφού εσκέφθη προς στιγμήν η γραία. Τώρα, κ' η νύχτα αυτή πέρασε. Αύριο βράδυ, πηγαίνω εγώ στο σπίτι, και κάθεσαι συ εδώ. Μόνο, τώρα πήγαινε. Καλό ξημέρωμα!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όλος ο διάλογος εγίνετο εις μικρόν, στενόν πρόδομον, κατέμπροσθεν του θαλαμίσκου, όπου ηκούοντο ηχηροί και πολύχορδοι οι ρογχαλισμοί του Κωνσταντή. Η Αμέρσα, ήτις είχεν έλθει ξυπόλητη, μ' ελαφρότατον άψοφον βήμα, εξήλθε, και η μήτηρ της εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα έφυγε τρέχουσα. Αυτή να φοβηθή τα στοιχειά, ήτις δεν είχε φοβηθή τον αδερφόν της τον Μήτρον, τον κοινώς καλούμενον Μώρον ή Μούρον ή Μούτρον – τον σκιάν εκείνον, τον τρίτον υιόν της μητρός της, τον οποίον η τεκούσα ωνόμαζε συνήθως «το σκυλί τ' Αγαρηνό!» – τον κατά τρία έτη μεγαλύτερον αδελφόν της, όστις την είχε μαχαιρώσει ήδη άπαξ –αλλ' αυτή τον είχε σώσει, μη θέλουσα να τον παραδώση εις την εξουσίαν– και θα την εμαχαίρωνε βεβαίως και δευτέραν φοράν, εάν έμενεν έκτοτε ελεύθερος. Ευτυχώς, είχεν αλλού εξασκήσει τας φονικάς ορμάς του, εν τω μεταξύ, και είχε κλεισθή εγκαίρως εις τας βενετικάς ειρκτάς του παλαιού φρουρίου, εις την Χαλκίδα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ιδού πώς συνέβη το πράγμα. Ο Μωρός ή Μούρος ήτο φύσει ορμητικός και παράφορος, αν και είχε πολύ δεξιόν, θηλυκόν νουν, όπως έλεγεν η μάννα του – νουν ο οποίος εγέννα. Παιδιόθεν ήτο ικανός μόνος του, να πλάττη, αυτοδίδακτος, πολλά ωραία μικρά πράγματα· καραβάκια, προσωπίδας, αγαλμάτια, κούκλες και άλλα ακόμη. Ήτο σκιάς της γειτονιάς, ο σημαιοφόρος όλων των μαγκών, και είχεν εις τους ορισμούς του όλους τους αγυιόπαιδας, όλα τα ξυπόλυτα του δρόμου. Είχε συνηθίσει ενωρίς την μέθην και την ασωτίαν, εξετέλει θορυβώδεις παιδιάς, διαδηλώσεις, παιδικάς οχλαγωγίας, μαζί με τους μικρούς φίλους του· επροκάλει καυγάδες εις τον δρόμον, επετροβόλει όσους συνήντα γέροντας και γραίας, όσους πτωχούς και αδυνάτους. Δεν άφηνε σχεδόν κανένα άνθρωπον απείρακτον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είχε κλέψει με το μάτι, από έναν διαβατικόν μαχαιροποιόν, την τέχνην του. Επροσπάθει ατελώς να κατασκευάζη μαχαίρια. Είχε μέγαν τροχόν εις την αυλήν, την σκεπαστήν από το μέγα χαγιάτι, και το κατώγι της οικίας σχεδόν το είχε μεταβάλει εις εργοστάσιον – κ' ετρόχιζεν όλα τα μαχαίρια και τους ξυραφάδες των αγυιοπαίδων, και όταν δεν είχεν άλλα να τροχίση, ετρόχιζε το ιδικόν του. Εφιλοτιμείτο να το κάμη δίκοπον, αν και εξ αρχής δεν ήτον ούτω σχεδιασμένον. Προσέτι εδοκίμαζε να κατασκευάζη κουμπούρες, πιστόλια, μικρά κανονάκια, και άλλα φονικά όργανα. Όλα τα λεπτά, όσα εκέρδιζεν από τις κούκλες, τ' αγαλμάτια και τας προσωπίδας, και δεν τα έπινε, τα ηγόραζε πυρίτιδα. Και ο ίδιος είχε δοκιμάσει να κατασκευάζη εν τοιούτον προϊόν. Τας ημέρας του Πάσχα, και δύο εβδομάδας ακόμη οψιμώτερα, ήτο φόβος και τρόμος να τολμήση τις να περάση από την γειτονιάν, εις την οποίαν εβασίλευε διά του τρόμου ο Μούτρος. Οι πιστολισμοί έπιπτον αδιάλειπτοι.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μίαν Κυριακήν, ο Μούρος μεθυσμένος είχε κάμει παραπολλάς αταξίας εις τον δρόμον. Δύο χωροφύλακες ακούσαντες τα παράπονα πολλών ανθρώπων, τον εκυνήγησαν διά να τον πιάσουν, και τον πάρουν «μέσα» ή «στην καζάρμα». Αλλ' ο Μώρος, λίαν ευκίνητος, τους έφυγεν, εγύρισε και τους εμυκτήρισε μακρόθεν, και πάλιν τραπείς εις φυγήν, εκρύβη εις μέρος απρόσιτον – εις το μέσα μέρος του υπόστεγου ταρσανά ενός ναυπηγού, εξαδέλφου του. Είτα, επειδή οι δύο άνδρες παρήτησαν την καταδίωξιν, ανέλαβε θάρρος κ' εξήλθεν εις τον δρόμον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την ημέραν εκείνην, ο Μώρος, επειδή δεν είχε ξεμεθύσει ακόμα, κατήντησε να κυνηγήση εις τον δρόμον και την ιδίαν μητέρα του, απειλών να την σφάξη. Παρεπονείτο ότι η γραία τού είχε κλέψει λεπτά από την τσέπην. Την έφθασεν εις την αυλήν της οικίας, όπου έτρεχεν αύτη διά να κρυφθή, την άρπαξεν από τα μαλλιά, και την έσυρεν επί του εδάφους της οδού, εις διάστημα πενήντα βημάτων.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αυτή είχε βάλει τας φωνάς, κ' εξήλθον οι γείτονες. Ήτον ώρα εσπερινού, μικρόν προ της δύσεως του ηλίου. Εις τας φωνάς των γειτόνων, έφθασαν οι δύο χωροφύλακες, οίτινες από πριν κατεζήτουν τον Μούρον, και μόνον κατά το φαινόμενον είχον παραιτήσει το κυνήγημα – εξ εναντίας μάλιστα ήσαν λίαν εξωργισμένοι εναντίον του ταραξίου. Ο Μούρος, άμα τους είδεν, άφησεν την μητέρα του κ' ετράπη εις φυγήν. Έτρεξε να κρυφθή εις την οικίαν, εξ ανάγκης, επειδή ευρέθη «στα στενά», και δεν έβλεπεν άλλο άσυλον πλέον μακρυσμένον αλλ' ασφαλέστερον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία, άμα εσηκώθη, καταμωλωπισμένη, πλήρης κονιορτού, είδε τους χωροφύλακας, κι άρχισε να τους ικετεύη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αφήστε τον, παιδιά! Παλαβός είναι, δεν είναι τίποτε. Μην τόνε σκοτώνετε, παιδιά, με το καμτσί!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τούτο είπε διότι είδε τον έναν χωροφύλακα εξηγριωμένον, κρατούντα εις την χείραν φοβερόν μαστίγιον. Οι δύο άνδρες δεν έδωκαν προσοχήν εις τας ικεσίας της, αλλ' εξηκολούθησαν να τρέχουν προς καταδίωξιν του Μώρου. Παρεβίασαν το άσυλον, το κατώγι της οικίας, όπου είχε το εργοστάσιόν του ο Μώρος. Εκεί είχε τρέξει διά να κρυφθή, και μόλις επρόφθασε να μανδαλώση την θύραν. Αλλ' η σανίς ήτο υπόσαθρος, κακώς προσαρμοζομένη, και ο Μώρος δεν είχεν αγαπήσει τας ειρηνικάς τέχνας διά να φροντίση να την διόρθωση. Εκείνοι έσπασαν τον μικρόν σύρτην και εισήλθον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Μούρος ταχύς ως αίλουρος ανερριχήθη εις την κλαβανήν, εις το πάτωμα. Η κλαβανή ήτο σιμά εις τον βόρειον τοίχον, ο δε βόρειος τοίχος ήτο εν μέρει θεμελιωμένος εις τον βράχον, ο βράχος εξείχε, και παρείχε πάτημα εις τους πόδας του Μώρου τους γοργούς, και αλλάς εσοχάς επί του τοίχου είχε σκάψει ο ίδιος κατά καιρούς, διά μόνων των ποδών του. Επειδή φαίνεται ότι συνήθιζε πολύ συχνά το είδος τούτο της γυμναστικής.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η σανίς της καταρρακτής ήτο κλειστή. Ο Μωρός την ήνοιξε με ένα κτύπον της κεφαλής του και με μίαν προσπάθειαν του αριστερού του βραχίονος. Είτα ως ο κολυμβητής, ο αναδυόμενος εκ του κύματος, επήδησεν επάνω εις το πάτωμα, έκλεισε μετά κρότου την κλαβανήν, κ' εφάνη ότι έθεσεν εν βάρος, ίσως μικράν τινά κασσέλαν, επί της σανίδας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Οι δύο χωροφύλακες, εν οργή και με πολλάς βλασφημίας, ήρχισαν να ψάχνουν εις το ισόγειον. Κατέσχον όσα μαχαίρια και κουμπούρια εύρον εκεί, όπως και τον τροχόν, και δύο αλλάς μικράς ακόνας και ητοιμάζοντο να εξέλθουν ίσως διά να φύγουν, ίσως και διά ν' ανέλθουν επάνω εις την οικίαν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Μούτρος ή Μούρτος, επάνω στο πάτωμα, ήτον πλήρης οργής, μεθύων ακόμη, και αφρισμένος. Εφύσα από μανίαν και λύσσαν. Εκεί επάνω ευρέθη μόνη η αδελφή του η Αμέρσα, παιδίσκη δεκαεπτά ετών τότε, ήτις ετρόμαξεν άμα τον είδε ν' αναρριχάται εις την κλαβανήν με τοιούτον αλλόκοτον τρόπον. Είχεν ακούσει κάτω τα βήματα και τας βλασφημίας των δύο χωροφυλάκων. Έκυψεν εις μικράν σχισμάδα, μεταξύ δύο σανίδων του κακώς ηρμοσμένου πατώματος, ή εις ένα ρόζον μιας σανίδος, χάσκοντα, κενόν, και είδε κάτω τους δύο ανθρώπους της εξουσίας, εις το φως το εισδύον διά της θύρας του κατωγείου, την οποίαν είχον ανοίξει εκείνοι.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μωρή! σ' έφαγα... τώρα θα πιω το αίμα σου! έκραξεν ο Μούτρος, μη έχων που αλλού να ξεθυμάνη και απειλών άνευ αιτίας την αδελφήν του.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Σιώπα!...σιώπα! εψιθύρησεν η Αμέρσα. Πω πω, Θεέ μου! Δυο «ταχτικοί»! κάτω στο κατώι... ψάχνουν... ψάχνουν... Τί γυρεύουν;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έβλεπε τους δύο χωροφύλακας ν' αποκομίζουν τα μικρά, άξεστα όπλα, τα έργα του αδελφού της, ως και τον τροχόν και τας ακόνας. Είτα αίφνης τους είδε να κύπτουν προς την γωνίαν, όπου ίστατο ο υφαντικός ιστός την μητρός της, και είδε τον έναν χωροφύλακα να λαμβάνη εις τας χείρας του την σαΐτταν ή κερκίδα, ήτις θα του εφάνη ίσως και αυτή ως όπλον – αφού μάλιστα καλείται και σαΐττα. Ο άλλος εδοκίμασε ν' αποσπάση από τον εργαλείον το αντίον, το μέγα κυλινδροειδές ξύλον, περί το οποίον τυλίγεται το νεοΰφαντον πανίον· ίσως δεν είχεν ιδεί παρόμοιον πράγμα εις την ζωήν του, κ' εφαντάζετο ότι και αυτό ίσως θα ήτο καλόν διά να χρησιμεύση ως όπλον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα, ιδούσα αφήκε κραυγήν πεπνιγμένην. Ηθέλησε να φωνάξη ν' αφήσουν το αντί και την σαγίττα, αλλ' ο ήχος εξέπνευσεν εις το στόμα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Σκάσε, μωρή! έγρυξεν ο Μούρτος. Τί λογιάζεις; Τί γλέπεις και γελάς;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Μούρτος, εν τη μέθη του, είχεν εκλάβει ως γέλωτα την άναρθρον εκείνην κραυγήν της αδελφής του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μετ' ολίγα λεπτά, οι δύο χωροφύλακες, αφού έρριψαν τελευταίον βλέμμα προς την κλαβανήν –την οποίαν είχον ιδεί να κλείεται ακριβώς καθ' ην στιγμήν εισήρχοντο εις το ισόγειον– εξήλθον. Η Αμέρσα ανεσηκώθη. Της εφάνη ότι ήκουσε τριγμόν εις το κάτω σκαλοπάτι της εξωτερικής σκάλας, ήτις ήτο ξυλίνη, σκεπαστή υπό το ευρύχωρον χαγιάτι, το υπόστεγον. Έτρεξε προς την θύραν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εφαντάσθη ότι οι δύο «ταχτικοί», όπως τους ωνόμαζεν, ανέβαινον την σκάλαν, και ίσως θα παρεβίαζον και την θύραν της οικίας. Έκυψεν εις την κλειδότρυπαν, κ' επροσπάθει να ίδη κ' εννοήση τα συμβαίνοντα διά της μικράς οπής, επειδή το μόνον παράθυρον της προσόψεως ήτο κλεισμένον, και δεν είχεν άλλο μέσον διά να ίδη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Μούρος βλέπων την Αμέρσα να τρέχη προς την θύραν, εφαντάσθη, εν των παραλογισμώ της μέθης του, ότι η αδελφή του ήθελε ν' ανοίξη την θύραν και τον παραδώση εις τους χωροφύλακας. Τότε, τυφλός εκ μανίας, έσυρεν όπισθεν, από τα νώτα της οσφύος του, τροχισμένην μάχαιραν την οποίαν είχε, και ορμήσας εκτύπησε την αδελφήν του εις το πλευρόν όπισθεν, κατά την δεξιάν μασχάλην.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αισθανθείσα τον ψυχρόν σίδηρον, η Αμέρσα αφήκε σπαρακτικήν κραυγήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Οι δύο χωροφύλακες δεν είχον ακόμη απομακρυνθή, αλλ' είχαν κοντοσταθή έξω της θύρας του ισογείου, ως να εσυμβουλεύοντο τί να κάμουν. Ήκουσαν την κραυγήν εκείνην του τρόμου, εκοίταξαν επάνω, κ' έτρεξαν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τότε ανέβησαν μετά κρότου την σκάλαν κ' έφθασαν εις το χαγιάτι. Έσεισαν βιαίως την θύραν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εν ονόματι του Νόμου! Ανοίξατε!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την στιγμήν εκείνην ήλθεν εις τον ένα των χωροφυλάκων η υπόνοια ότι ο ένοχος θα ηδύνατο ίσως να δραπετεύση διά της καταρρακτής και του ισογείου. Στραφείς εις τον δεύτερον χωροφύλακα του λέγει.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Έχε το νου σου, συ! Μη μας το στρίψη από κατ' απ' το καταχυτό, απ' την καταρρήχωση!...Κ' ύστερις πού να τον χαλεύουμε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί κρένεις; είπεν ο δεύτερος, μη εννοήσας αμέσως.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αυτό που σου κρένω! επέμενεν ο πρώτος... Κάμε κείνο που σε χουιάζουνε!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο δεύτερος χωροφύλαξ, καίτοι νωθρός ολίγον, έτρεξε κάτω όσον ταχύτερα ημπόρεσε, διά να κλείση την θύραν του ισογείου, ή διά να παραμονεύση. Αλλ' ήτον ήδη αργά. Ο Μούρος εν τω μεταξύ είχε ανοίξει την κλαβανήν, αποσύρας την μικράν κασσέλαν την οποίαν είχε βάλει επάνω της, και είχε πηδήσει κάτω. Ήτον υπέρ τα δύο μέτρα το ύψος, αλλ' ο Μούρος ήτον ελαφρός, ευκίνητος, κάτω δε το έδαφος ήτο στρωμένον με πελεκούδια και πριονίδια, κ' έφθασε κάτω όρθιος και αβλαβής.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τρέχων ως άνεμος, ανέτρεψε τον χωροφύλακα, όστις έπεσε βαρύς έμπροσθεν της εξωτερικής σκάλας, κ' έφυγεν, ο Μούρτος, ως αστραπή. Έτρεξεν επάνω εις τα Κοτρώνια, εις την κατοικίαν των γλαυκών. Ήτο βραχώδης λόφος υψούμενος υπεράνω, εκ των νώτων της οικίας, όπου ήξευρεν όλα τα «κατατόπια» ο Μούρτος. Ούτε κατώρθωσέ τις ποτέ, χωροφύλαξ ή άλλος να τον συλλάβη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την ώραν που είχε πηδήσει ο Μούτρος από την καταρράκτην, παραδόξως είχεν ενθυμηθή –ίσως διότι είχε ξεμεθύσει ήδη από τα συμβάντα, ή είχε «ξεμουστώσει» όπως θα έλεγεν ο ίδιος– είχεν ενθυμηθή, λέγω, ότι αφού εμαχαίρωσε την αδελφήν του, η μάχαιρα τού έπεσε από την χείρα, και έκειτο εις το πάτωμα. Τούτο συνέβη ίσως διότι του είχον έλθει τύψεις και φόβος, την στιγμήν εκείνην – διό και επιπολής μόνον είχε θίξει με την λεπίδα την σάρκα της αδελφής του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Καθώς του ήλθεν η ιδέα να φύγη, κ' έτρεξε ν' ανοίξη την κλαβανήν, επειδή ενόησε πλέον ότι οι χωροφύλακες ανέβαινον εις το πάτωμα, μη έχων καιρόν να επανέλθη προς το μέρος της θύρας, διά να κύψη και να αναλάβη την μάχαιραν, έτοιμος να πηδήση κάτω, εφώναξε προς την αδελφήν του:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Το «χαμπέρ'», μωρή!... Κοίταξε να κρύψης εκείνο το «χαμπέρι»!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την έκφρασιν ταύτην επροτίμησε, διά να μη ακούσουν οι χωροφύλακες το ομοιοτέλευτον «μαχαίρι». Κατά την φοβεράν στιγμήν, πταίστης και ένοχος, επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της αδελφής του για να τον σώση, καθότι είχε πεποίθησιν εις αυτήν. Η μάχαιρα θα ήτο αιματωμένη, και θα έβλεπον το αίμα οι&amp;nbsp; διώκται. Και συνιστών την απόκρυψιν του οργάνου, ήλπιζε την απόκρυψιν του εγκλήματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τω όντι η Αμέρσα, ενώ το αίμα έρρεεν ήδη εκ της πληγής της, βλέπουσα ότι εξ άπαντος θα παρεβιάζετο η θύρα, εκ παλαιάς λεπτής σανίδος, μ' εσκωριασμένους σύρτας και μάνδαλα, σχεδόν λιποθυμούσα ήδη, έκυψε και ανέλαβε την μάχαιραν. Είτα εσύρθη μέχρι της γωνίας όπου ήτο μικρά τέμπλα, ήτοι σωρός εκ διπλωμένων σινδόνων, προσκέφαλων και στρωμνών.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έκρυψε την αιματωμένην μάχαιραν κάτωθεν όλου αυτού του σωρού των οθονίων, ετυλίχθη αυτή με παλαιόν, εμβαλωμένον, αλλά καθαρόν πάπλωμα, κ' εκάθισεν απάνω εις τον χαμηλόν σωρόν, όστις εβυθίσθη ακόμη χαμηλότερα. Έφερε την αριστεράν χείρα εις την μασχάλην της, κ' επροσπάθει να σταματήση το αίμα. Παραδόξως δεν είχε δειλιάσει όταν είχεν ιδεί το αίμα, αν και πρώτην φοράν της συνέβαινε το πάθημα. Το όλον της εφαίνετο ως όνειρον. Μόνον έσφιγγε τους οδόντας και ηπόρει πώς δεν ησθάνετο ακόμη πόνον. Αλλά μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, ησθάνθη οξείαν αλγηδόνα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την ιδίαν στιγμήν, η θύρα εβυθίσθη προς τα έσω. Ο εις χωροφύλαξ εισεπήδησε μετά κρότου εις το πάτωμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα δεν ανεσήκωσε την κεφαλήν, έκυπτε, και ήτο τυλιγμένη έως την μύτην εις το πάπλωμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πού είν' αυτός, ο σκιάς; έκραξεν απειλητικώς ο χωροφύλαξ.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα δεν απήντησεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο στρατιωτικός, όστις δεν είχεν αντιληφθή ούτε την φυγήν του Μούρου, ούτε την ανατροπήν και πτώσιν του ιδίου συστρατιώτου του, ίσως διότι η στιγμή εκείνη συνέπεσεν ακριβώς με την παραβίασιν της θύρας, και ο εις κρότος έπνιγε και εβώβαινε τον άλλον, εξήτασεν όλον τον πρόδομον όπου ευρίσκετο η Αμέρσα, είτα μετέβη δρομαίως εις τον χειμερινόν θάλαμον, είτα εις τον θαλαμίσκον. Κανένα δεν εύρε. Μόνον η κλαβανή ήτον ανοικτή.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μετά μίαν στιγμήν, ανήρχετο και ο δεύτερος ομόσκηνός του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Το 'στριψε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τόδωκε απ' την καταρρήχωση, χάμου...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και τον εχούιαξες;... Δεν τον επρόκαμες;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Έφαγα κατραπακιά!... Α! μα φευγάλα... Εφτά μίλια την ώρα!...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αχ! έκαμεν ο πρώτος χωροφύλαξ, κάμπτων τον λιχανόν της δεξιάς χειρός, και φέρων αυτόν εις το στόμα, ως διά να τον δαγκάση, μετά σείσματος βιαίου της κεφαλής. Μας πρέπει για να μας τα ξηλώσουνε!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο δεύτερος χωροφύλαξ, θέλων να κάμη τον αυστηρόν, απέτεινε τον λόγον προς την κόρην:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Για πού το 'βαλε ο αδερφός σου, μωρή; της είπεν.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα δεν απήντησε. Πλην μέσα της με ακουσίαν ειρωνείαν ίσως θα εψιθύρισε με όλον τον δεινόν πόνον και την αγωνίαν ην ησθάνετο: «Εσύ ξέρεις».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί κάθεσαι αυτού, κορίτσι μου; είπεν ο ημερώτερος ο πρώτος χωροφύλαξ. Μη σ' εχτύπησε, τίποτα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα ανένευσε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είχε και σ' εχάλευε;... Γύρευε να σε μαχαιρώση;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Γιατί φώναξες; προσέθηκεν ο δεύτερος.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα απήντησεν εις την ερώτησιν του πρώτου χωροφύλακος:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Όχι!&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αλήθεια, μη σ' εμαχαίρωσε; επέμενεν ο άνθρωπος.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα με φυσικήν επιφώνησιν, είπεν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ο αδελφός μου, θελά με μαχαιρώση!&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Γιατί κάθεσ' αυτού, τί έχεις; Είσαι άρρωστη;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Έχω θέρμη!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα δεν είχεν συλλογιστή ότι το πάτωμα, ή και η ψάθα, θα είχαν ίσως κηλιδωθή με αίμα. Ήδη είχε δύσει ο ήλιος, και ήτο αμφιλύκη εντός της οικίας. Εκτός τούτου το μέρος όπου είχε πέσει η αιματωμένη μάχαιρα, ευρίσκετο την στιγμήν ταύτην εις την σκιάν, όπισθεν της μονοφύλλου θύρας, ανοικτής κατά τα δύο τρίτα, και φθανούσης μέχρι του τοίχου, ώστε οι δύο άνδρες δεν είδον τας κηλίδας τας ερυθράς.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Γιατί είχες βάλει μια φωνή; επέμενεν ο πρώτος χωροφύλαξ.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Είχα πόνον και ζάλη, είπεν η Αμέρσα.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και την ιδίαν στιγμήν, ως διά να επικυρωθή ο λόγος της, της ήλθε πράγματι λιποθυμία. Έκαμεν ωχ! σφίγγουσα τους οδόντας κ' έκυψε κάτω. Οι δύο άνθρωποι της εξουσίας, συγκινηθέντες, εκοιτάχθησαν, και ο πρώτος είπε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μα, πού είν' η μάννα της;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ως υπακούουσα εις την πρόσκλησιν ταύτην, έφθασε τρέχουσα η Φραγκογιαννού.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Να εκείν' η γριά, που την τράβηξ' απ' τα μαλλιά ο γυιός της, μες στο σοκάκι! είπεν ο δεύτερος χωροφύλαξ.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είτε προσέθηκε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν μ' κρένεις, γερόντισσα, πού είν' ο γυιόκας σου;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε κ' έτρεξε πλησίον της Αμέρσας. Ήτο επιτηδεία ιάτρισσα, και ήτο ικανή να περιποιηθή την κόρην της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="dotted"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;*&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;*&amp;nbsp;&amp;nbsp;*&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όλα ταύτα ήρχοντο συχνά εις την μνήμην της Αμέρσας, κ' επανήλθον ακόμη και κατά τας μακράς ώρας της νυκτός, τας εσπερινάς και ορθρίας, οπότε αύτη έχανε τον ύπνον της εις τον οικίσκον, πλησίον της κοιμωμένης Κρινιώς, της μικράς αδελφής, ενώ η μήτηρ των απούσα κατά τας αυτάς ώρας ηγρύπνει επί νύκτας τώρα, εις τον θάλαμον της λεχούς, εις την οικίαν της άλλης, της μεγάλης κόρης της, και όταν επέστρεψεν εις τον οικίσκον μετά την νυκτερινήν έξοδον, την οποίαν είχεν επιχειρήσει, ως «αλαφροΐσκιωτη» που ήτον, κατ' ακολουθίαν του ονείρου εκείνου, είδεν εις το αμυδρόν φως της κανδήλας, της καιούσης εμπρός εις την μικράν παλαιάν και μαυρισμένην εικόνα της Παναγίας, είδεν ότι η μικρά αδελφή της, το Κρινιώ, εκοιμάτο ακόμη, και δεν εφαίνετο να είχε σεισθή από την θέσιν της. Μόνον, άμα εισήλθεν η Αμέρσα, η Κρινιώ, ως να ήκουσε τον μικρόν θρουν αμυδρώς μέσα εις τον ύπνον της, εκινήθη ήρεμα, εστέναξε, κ' εγύρισεν από το άλλο πλευρόν, χωρίς άλλως να εξυπνήση.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αλαφροΐσκιωτη! τω όντι. Η λέξις την οποίαν είχε προφέρει αρτίως η μήτηρ της, της επανήλθε πράγματι εις τον νουν, την ώραν καθ' ην, με το τρίτον λάλημα του πετεινού, επέστρεψεν εις την οικίαν, πλησίον της κοιμωμένης μικράς αδελφής της. Αλλ' ήτο άρα αυτή πράγματι «αλαφροΐσκιωτη»; Αυτή της οποίας τα όνειρα, αι πλάναι και αι παρακρούσεις πολλάκις συνέβη να σημαίνωσιν, ή να δηλώσι τι ή ν' αφήνωσι παράδοξον εντύπωσιν. Και αυτά τα ψεύματά της, όσα έλεγε, εγίνοντο ακούσιαι αλήθειαι δι' αυτήν. Όπως, φέρ' ειπείν, όταν, μετά το μαχαίρωμα το οποίον είχεν υποστή από τον αδελφόν της, απαντώσα εις τας εταστικάς ερωτήσεις&amp;nbsp;του χωροφύλακος, έλεγεν: «Είχα πόνο και ζάλη!» Και συγχρόνως άμα τω λόγω αυτώ, της ήρχετο αληθής λιποθυμία, ωσεί ανωτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλύψη το ψεύδος της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα, κατεκλίθη εκ νέου πλησίον της αδελφής της και δεν εκοιμήθη. Αι αναμνήσεις εξηκολούθουν να της έρχωνται, ραγδαία, καίτοι ολιγώτερον τυραννικαί και μελανόπτεροι ή όσον εις την μητέρα της. Και κατά τας μακράς εκείνας ώρας δεν έπαυσε ν' αναλογίζεται καθ' εαυτήν την τύχην του αδελφού της, του Μούρου, όστις ευρίσκετο, τώρα εις το δεσμωτήριον της Χαλκίδος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Ε'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας, μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλύτεροι υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός», δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι&amp;nbsp; σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της, και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ιδία και να υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθήκευση. Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν' ανιχνεύση γαμβρόν, να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον γαμβρόν!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ένα ωσάν τον Κωνσταντήν, όστις ερρογχάλιζε τώρα, πέραν του μεσοτοίχου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρωπον σπανόν, «αΐσκιωτον»,&amp;nbsp;&lt;i&gt;άγαρμπον.&amp;nbsp;&lt;/i&gt;Και ο τοιούτος να έχη «καπρίτσια», απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ζητή τούτο και αύριον εκείνο· την μίαν ημέραν να ζητή τόσα, την άλλην περισσότερα και συχνά «να τον βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν' ακούη εντεύθεν κ' εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφούκια» και να μη θέλη «να ταιριασθή». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι όλον τον καιρόν «κόττα-πίττα».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα, μόλις, μετά πολύν καιρόν, να τον πείθη τις να στεφανωθή επί τέλους. Κ' η νύφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής νηστείας και οικονομίας, κ' η νύφη να μην έχη πλέον μέση, διά ν' αναδεικνύεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην – μετά τρία ακόμη έτη έναν υιόν – μετά δύο έτη πάλιν κόρην – αυτήν την νεογέννητον, χάριν της οποίας ηγρύπνει τώρα τόσας νύκτας η γηραιά μάμμη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και δι' όλ' αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ των τόσα – κι άλλα τόσα – κι άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της δι' αυτήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έμεινεν η καημένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη (ας έχη την ευχήν της). Είδε την γλύκα. Τω όντι, φρόνιμη νέα. Τί θ' απήλαυεν από τα βάσανα του κόσμου; Και ούτ' εζήλευε καν! Τί να ζηλέψη; Έβλεπε την μεγάλην αδελφήν της και την ελυπείτο – την εκαίετο.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όσον διά την μικράν, την Κρινιώ, άμποτε κι αυτήν ο Θεός να την φωτίση! Όπως και αν έχη, η μάννα της δεν έχει σκοπόν – δεν βαστά πλέον, δεν αντέχει – να υποφέρη διά να την υπανδρεύση και το πολλοστημόριον όσων διά την μεγάλην αδελφήν της υπέφερε. Αλλά σας ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται, αξίζει τον κόπον ν' ανατρέφωνται; «Δεν είναι», έλεγεν η Φραγκογιαννού, «δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» Καλύτερα «να μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ' ακούω γειτόνισσα!»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μεγάλην και ιεράν ανακούφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέως, προπορευομένου του Σταυρού, ν' ακολουθή βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρινής συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν ημπορούσε να καταλαμβάνη&amp;nbsp; τι εμορμύριζεν ο ιερεύς μασών τας λέξεις με τους οδόντας του. «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον... Πολλάκις γαρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και λέγουσιν· Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως ελάλεις ημίν. Αλληλούια!» Και πάλιν. «Ω τέκνον, τίς ποτέ μη θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν!»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αλλά μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της ώρας δρόμον έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία εξοχή, παντοτινή άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη, ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον ηυτύχησε να λύτρωση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Χαρήτε, αγγελούδια, που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας τα χρυσόλευκα, και σεις, ψυχαί των Αγίων, υποδεχθήτε το!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Χαδούλα, διά να παρευρεθή την εσπέραν εις την&amp;nbsp;&lt;i&gt;παρηγορίαν&lt;/i&gt;, –παρηγορίαν καμμίαν δεν εύρισκε να είπη, μόνον ήτο χαρωπή όλη κ' εμακάριζεν το αθώον βρέφος και τους γονείς του. Και η λύπη ήτο χαρά, και η θανή ήτο ζωή, και όλα ήσαν άλλα εξ άλλων.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Α! ιδού... Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά παν άλλο – μάλλον το εναντίον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Άρα όλαι αι μάστιγες εκείνες, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ' η οστρακιά κ' η διφθερίτις, και άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και πλήγματα των πτερών των μικρών Αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους ουρανούς όταν υποδέχωνται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως πληγάς, ως κακόν πράγμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία&amp;nbsp;φάρμακα, διά να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι «σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν, όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της, ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι όποιος μισεί την ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φύλαξη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την εξορκίσουν; Αλλ' ιδού, τ' Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε χαρίζονται, και παίρνουν αδιακρίτως εις τον Παράδεισον αγόρια και κοράσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια –πόσα χαδευμένα και μοναχογέννητα!– αποθνήσκουν άωρα. Τα κορίτσια είν' εφτάψυχα, εφρόνει η γραία. Δυσκόλως αρρωστούν και σπανίως αποθνήσκουν. Δεν έπρεπεν ημείς ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα. Ακόμη και τ' αρχοντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν –αν και τόσον σπάνια μεταξύ του φύλου– παρ' όσον τα απειράριθμα θηλυκά της φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης είναι τα μόνα εφτάψυχα! Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, διά να κολάζουν τους γονείς των, απ' αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, «ψηλώνει ο νους του»!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="dotted"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να κλαυθμυρίζη. Η γραία αφού είχε συλλογισθή όλα τ' ανωτέρω, όσον και αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην, από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της και άρχισε να ναρκώνεται, κ' ενύσταζεν ακρατήτως.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ' έκλαιε κ' εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ' έχανε πάλιν τον ύπνον της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ε! θα σκάσης; είπε.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους. Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ήξευρον ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδία. Αλλ' είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τί έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν· είτα εξάγουσα τους δακτύλους της από το μικρόν του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ' ολίγα δευτερόλεπτα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αυτό ήτο όλον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνη το όνειρον της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιας ώρας, μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθή εις την μητέρα της!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είχε «ψηλώσει» ο νους της!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;ΣΤ'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αφού η Αμέρσα είχε χάσει τον ύπνον της, μετά την επάνοδον εκ της οικίας της λεχώνας και είχε πλαγιάσει πάλιν, χωρίς να κοιμηθή, εις το πλάγι της μικράς αδελφής της, επί μακρόν εξηκολούθησε να σκέπτεται και πάλιν τον αδελφόν της, τον δυστυχή και ένοχον εκείνον. Έκτοτε, μετά το πήδημα από της κλαβανής και την απόδρασίν του, δεν τον είχεν ιδεί πλέον. Οι χωροφύλακες τον κατεζήτουν επί ημέρας, αλλ' ουδαμού τον εύρον.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ευθύς τότε μετά τας ερωτήσεις των χωροφυλάκων, εις τας οποίας απήντησεν όπως απήντησεν η Αμέρσα, άμα έφθασεν η μήτηρ εις την οικίαν, ηύρε την κόρην τυλιγμένην εις το πάπλωμα, κάτω νεύουσαν, και πολύ χλωμήν εκ της λιποθυμίας την οποίαν είχε φέρει η ροή του αίματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εις την ερώτησιν του ενός χωροφύλακος, εκείνου τον οποίον είχε ανατρέψει φεύγων ο Μούρος, "γερόντισσα, που είν' ο γυιόκας σου", δεν είχεν απαντήσει η Φραγκογιαννού. Αλλ' ο άλλος, όστις εφαίνετο ανθρωπινώτερος, με ήρεμον τόνον είπε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κοίταξε, κυρά, τί έχ' η κόρη σου. Μας λέει πώς είναι άρρωστη.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Άρρωστη είναι! πώς να μην είναι! απήντησε μεθ' ετοιμότητος η Φραγκογιαννού. Επήρε φρίξη απ' τα καμώματα εκείνου του προκομμένου, του γυιού μου... Κοιτάξτε, παιδιά!... ανίσως τον πιάσετε, να μην τον τυραγνήσετε πολύ...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τον είδες πουθενά να τρέχη; Κατά πού έκαμε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τον είδ' απ' αλάργα!... Έκαμε κατά τα Πηγάδια, πέρα στ' Αλώνια.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού εψεύδετο διπλά. Δεν είχεν ιδεί τον Μούρον, αλλ' ήτο βεβαία ότι αυτός θα ετράπη κατά την διεύθυνσιν την αντίθετον ης αυτή έλεγε, κατά τα Κοτρώνια, άνωθεν της οικίας, προς ανατολάς, εκεί όπου ήτον μαθημένος απ' τα μικρά του χρόνια να κυνηγά τις κουκουβάγιες.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Οι δύο άνδρες απήλθον δρομαίοι. Ο εις, φεύγων, έρριψε τελευταίον φιλύποπτον βλέμμα οπίσω διά της ημιανοικτής θύρας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Χαδούλα έκλεισε την θύραν. Συγχρόνως δε ήνοιξε το παράθυρον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μ' εμαχαίρωσε, μάννα!&amp;nbsp; εστέναξε μετά&amp;nbsp; πόνων&amp;nbsp; η Αμέρσα, αισθανθείσα το ρεύμα του αέρος το εισρεύσαν διά του ανοιχθέντος παραθύρου πλησίον της, και συνελθούσα εκ της λιποθυμίας.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Συγχρόνως δε απέρριψε το πάπλωμα, κ' εφάνη αιματωμένη η φανέλα την οποίαν εφόρει έξωθεν του υποκαμίσου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ω! αχ! ο φονιάς!... ο Θεός κ' η γης να τον εύρη! κατηράσθη ιδούσα το αίμα η μάννα της.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και άρχισε να ψαύη την κόρην, και να ζητή να σταματήση το αίμα, και να επιδέση την πληγήν. Αφήρεσε την φανέλαν, εξέσυρε την χερίδα του υποκαμίσου, κ' εφάνη ο δεξιός βραχίων της Αμέρσας, ισχνός και ύπωχρος αλλά καλοδεμένος και νευρώδης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το τραύμα ήτο μάλλον επιπόλαιον, αλλ' ουχ ήττον το αίμα έρρεε. Η Χαδούλα μετεχειρίσθη ό,τι ίσχαιμον εγνώριζεν, ίσως τον «αιμοστάτην» αν είχε, κ' επέδεσε την πληγήν. Μετ' ολίγον έπαυσε το αίμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Αμέρσα είχεν αδυνατήσει οπωσούν, αλλ' ήτο ισχυρά, θαρραλέα και δεν εφοβείτο. Πράγματι μετ' ολίγας ημέρας, χάρις εις τας φροντίδας της μητρός της, επουλώθη το τραύμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού ποτέ δεν θα εκάλει τον ιατρόν. Δεν ήθελε να γνωσθή ότι ο υιός της είχε μαχαιρώσει την αδελφήν του. Εις όλας τας καλοθελητρίας μεταξύ των γειτονισσών, όσαι την ηρώτων, πότε μετά προσποιητής αγανακτήσεως, πότε μετά γέλωτος βεβιασμένου, διέψευσεν ότι ο Μούρος είχε τραυματίσει την κόρην της. Ενδιεφέρετο προ πάντων να μάθη αν ο Μιχάλης θα εγλύτωνεν από τας χείρας των χωροφυλάκων, και ας επήγαινεν εις το έλεος του Θεού!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τω όντι, μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη ότι ο υιός της εμβαρκάρισε κρυφά την νύκτα, με εν πλοίον, ως ναύτης, κ' έφυγεν από την νήσον. Ο γραμματεύς του Λιμεναρχείου ήτον βολικός και καλοπροαίρετος άνθρωπος, και δεν εδίστασε να τον ναυτολόγηση. Ήτο δε τότε ο Μούρος σχεδόν εικοσαετής, η δε Αμέρσα ήτο μόλις δεκαεπτά ετών.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Παρήλθε χρόνος εωσότου η οικογένεια λάβη ειδήσεις περί του φυγάδος. Τέλος, μετά έτος και πλέον, ηκούσθη μία αόριστος φήμη, ότι ο Μωρός διέπραξε φόνον εντός του πλοίου, με το οποίον αρμένιζε. Αι αδελφαί του, όταν το ήκουσαν, εις τον κόσμον είπαν ότι δεν ηξεύρουν τίποτε, και ολοψύχως ηύχοντο να ήτο ψευδής η φήμη. Αλλ' η μήτηρ ενδομύχως επίστευεν εις το αληθές της ειδήσεως.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ολίγας ημέρας ύστερον, έλαβον επιστολήν φέρουσαν την ταχυδρομικήν σφραγίδα Χαλκίδος. Ο Μιχάλης έγραφεν από των ειρκτών της πόλεως εκείνης. Κατά σχήμα πρωθύστερον, εξετραγώδει εν πρώτοις τα βάσανα του και τα πάθη του εις τα βουδρούμια του βενετικού φρουρίου. Είτα, μετά συντριβής καρδίας, αλλά με διφορουμένας φράσεις και οιονεί μεταξύ των γραμμών, εξωμολογείτο ότι ίσως να εφόνευσε πράγματι τον άνθρωπον, τον γέρο-Πορταΐτην, τον λοστρόμον του πλοίου, αλλά χωρίς καλά να το εννοήση, και χωρίς να το θέλη. (Πράγματι, δεν θα ήθελε να τον είχε φονεύσει). Ο εχθρός τον έβαλεν, αυτός δεν έπταιε τίποτε, το φονικό έγινε στον καυγάν επάνω. Αυτός είχεν ευρεθή «εις βρασμόν ψυχής». Απεδείχθη μάλιστα ότι η μάχαιρα ήτον «του παθόν». Ίσως να είχεν αποσπάσει, αλλά δεν ενθυμείτο πώς, την μάχαιραν από την μέσην του θύματος. Αυτός επίστευεν ότι του την είχεν αρπάσει μάλλον από την χείρα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είτα και πάλιν επανήρχετο εις τα βάσανά του, όσα υπέφερε δύο μήνας τώρα, εις τας φυλακάς. Ακολούθως επεκαλείτο την φιλοστοργίαν της μητρός του, και την εξώρκιζε «να σηκωθή, –το δίχως άλλο– να πάη να βρη την Πορταΐτινα», την χήραν του φονευθέντος και την θυγατέραν του, και να τας παρακαλέση μετά δακρύων, «να κάμη νόμο-τρόπο», να τας καταφέρη όπως αι ίδιαι ζητήσουν την αθώωσιν του φονέως!&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;«Να σηκωθής, μάννα, να μπαρκάρης, να πας πέρα, στην Πλατάνα, να την περικαλέσης, την Πορταΐτινα, ως καθώς και την κόρη της, την Καρίκλεια, να τις καταφέρης να ζητήσουν να βγω αθώος, κ' εγώ να γίνω παιδί τους, να πάρω και την Καρίκλεια γυναίκα μου, χωρίς προίκα, και να ζήσουμε καλά κι αγαπημένα όλοι μας... Και να δουν πως εγώ θα την αγαπώ, την Καρίκλεια, και πως θα την έχω την πεθερά μου, να δουλεύω σα σκλάβος να τις ζωοθρέφω, με πολλά καλά, γιατί εγώ είμαι άξιος και μπορώ να βγάλω λεπτά...». Περαίνων ο φονεύς, επανήρχετο εκ τρίτου εις τα βάσανα του, και υπέσχετο ότι, άμα εξέλθη των φυλακών, θα φέρη πολλά ωραία πράγματα και στολίδια, διά να προικίση τας δύο αδελφάς του, ακόμη και κούκλες και παιγνίδια διά τα μικρά κοράσια της μεγάλης αδελφής του, της Δελχαρώς.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Λοιπόν δεν είναι παράδοξον αν η Φραγκογιαννού δεν εδίστασεν. Εχρεώθη ολίγα χρήματα, δούσα ενέχυρον ό,τι ασημικόν είχε, κ' εμβαρκάρισε, κ' επέρασε πέρα εις την αντικρινήν νήσον, εις το χωρίον Πλατάναν, κ' επήγε να εύρη την Πορταΐταιναν. Αλλά παράδοξον είναι ότι, με την ευγλωττίαν της την περιπαθή, με την στωμυλίαν της την γυναικείαν, με τα χίλια ψεύματα όσα ήξευρεν –ήτο δε τότε η Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλ' ακμαία γυνή και με ζωηρούς χαρακτήρας– κατώρθωσε να πείση την γραίαν, την χήραν του φονευθέντος (σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδωκαν και ξενίαν ακόμη εις την μητέρα του φονέως), να την πείση, λέγω, καταβάλλουσα τα έξοδα του ταξιδίου αυτή, ν' απέλθωσιν ομού εις την Χαλκίδα, με σκοπόν να ενεργήσωσιν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και των Ενόρκων υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υποδίκου. Όσον αφορά την κόρην, «την Καρίκλειαν», αύτη εδήλωσεν ότι εκδίκησιν δεν επιζητεί, επειδή «ο πατέρας της δεν έρχεται πίσω», μόνον ποτέ δεν θα θέληση τον φονέα ως άνδρα της· προτιμά να μένη ανύπανδρη εις τον αιώνα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Επήγαν ομού, αι δύο γραίαι, κ' έμειναν εις Χαλκίδα τρεις μήνας, κατοικούσαι εις τρώγλην, εις ένα τουρκόσπιτον – κοντά εις τα Εβραίικα, παρά την Άνω Πύλην του φρουρίου. Και καθημερινώς η Χαδούλα επήγαινεν εις τας ειρκτάς, τας πρωινάς ώρας, κατά την έξοδον των φυλακισμένων, συνοδευομένη συνήθως από την Πορταΐταιναν, ήτις όμως εκάθητο αντικρύ της ειρκτής κ' επερίμενε, μη θέλουσα να ιδή κατά πρόσωπον τον φονέα. Διερχόμεναι έξω από τον μέγαν και άκομψον παλαιόν ναόν της Αγίας Παρασκευής, έκαμναν τον σταυρόν των, και η μήτηρ έφερεν εις τον υπόδικον σιμίθια και σύκα και σαρδέλες, και καπνόν διά την πίπαν του. Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αλλά δις ή τρις της εβδομάδος διά της Άνω Πύλης του φρουρίου εξήρχοντο κ' έβλεπαν κρεμάμενα εκεί, εις τον σκοτεινόν πυλώνα, την κνήμην του «Έλληνος γίγαντος», και το «τσαρούχι του», τεραστίου μεγέθους, επιφυλαττόμεναι, όταν θα επανέκαμπτον με το καλόν εις την πατρίδα, να διηγώνται κ' αι δύο το πράγμα εις τα εγγόνια των. Είτα διηυθύνοντο κατά την συνοικίαν Σουβάλαν, ή κατά τον Άγιον Δημήτριον, κ' επεσκέπτοντο τον Εισαγγελέα, όστις διά του γραφέως του τας απεδίωκε, και τους δικαστάς, οίτινες ενίοτε κατεδέχοντο να γελώσι μαζί των.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τέλος όταν ωρίσθη η δίκη, εζήτησαν να πλησιάσουν τους ενόρκους, οίτινες είχον έλθει, άλλοι φουστανελάδες, από τα ορεινά χωρία, άλλοι βρακάδες, από τας νήσους και τα παραθαλάσσια. Η Φραγκογιαννού υπέσχετο χιλίων λογιών δώρα εις όλους, και θα ήτον ικανή να τα δώση, αν είχε· μοσχάτα κρασιά, ωραία λάδια «κεχριμπάρι», αστακοουρές, παστά κεφαλόπουλα, αυγοτάραχα, ξεροχτάποδα, εκλεκτά σύκα, και παν ό,τι ηδύνατο να παράγη η νήσος της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εις ένα των ενόρκων, άνθρωπον κίτρινον και βήχοντα, όστις εφαίνετο να πάσχη, υπεσχέθη αυτή να τον ιατρεύση, μ' ένα μαντζούνι που ήξευρεν. Όλ' αυτά δεν ίσχυσαν, και ο φονεύς κατεδικάσθη εις εικοσαετή δεσμά. Εναυάγησαν όλα τα σχέδια, ως και αυτή η συμπεθεριά μεταξύ της μητρός τού φονέως και της χήρας τού θύματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τώρα ανάγκη ήτο να επιστρέψωσιν εις την πατρίδα, αλλά τα ολίγα χρήματα των είχον εξαντληθή, και όσα είχον κομίσει μεθ' εαυτόν και όσα είχε στείλει εν τω μεταξύ η Αμέρσα ξενοδουλεύουσα και υφαίνουσα εις την πατρίδα. Αφού η Φραγκογιαννού μάτην παρεκάλεσεν όσα πλοία έβλεπεν ετοιμαζόμενα να πλεύσωσι προς τον Μαλιακόν κόλπον ή προς την Ιστιαίαν, να παραλάβωσιν τουλάχιστον την Πορταΐταιναν, ως γεροντοτέραν και ασθενεστέραν –αυτή διά τον εαυτόν της είχε το σχέδιον της– όταν είδεν ότι οι διάφοροι κυβερνήται απήτουν όχι μόνον τον ναύλον, αλλά να έχη και τρόφιμα η επιβάτις, και αν την άφηναν εις την Στυλίδα ή τους Ωρεούς, ας κάμη καλά να εύρη πλοίον διά την πατρίδα της – εξεμυστηρεύθη το σχέδιον της εις την Πορταΐταιναν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εγώ, είπεν, είμαι ικανή να πάω στεριά, με τα ποδάρια μου, αποδώ ως την Αγίαν Άννα –λένε πως είναι δυο μέρες δρόμος– κ' εκεί θα βρούμε το ταχύπλο, το δικό μας που θα μας γνωρίση ο καπετάν Πετσερέλος, ο ταχυδρόμος, και θα μας πάρη. Τα έξοδά μου στο δρόμο θα τα οικονομήσω μαζεύοντας βότανα, χορτάρια, κι αγριολάχανα, κι όποια χριστιανή βρω κ' έχη το παιδί της άρρωστο, ή τον άνδρα της, θα της κάμω ψευτογιατρικά να βοηθήσω τον άνθρωπό της, να την υποχρεώσω... Μπορείς εσύ; Βαστούν τα κότσια σου;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί θα κάμω; μπορώ, δεν μπορώ, απήντησεν η Πορταΐταινα. Καλύτερα να πάμε συντροφιά, όπως ήρθαμε.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κ' εξεκίνησαν. Η Χαδούλα έκαμεν όπως είπε, μόνον πως αργοπόρησαν περισσότερον εις τον δρόμον, ένεκα της βραδυπορίας της Πορταΐταινας. Κ' επέτυχε μάλιστα υπέρ τας ελπίδας της. Όταν, μετά μίαν εβδομάδα, έφθασεν εις την πατρίδα, είχε και περρίσευμα από την επιχείρησιν. Έφερεν εις την οικίαν της, εξ όσων της έδιδον δι' αμοιβήν των εκδουλεύσεών της, έναν σάκκον με σίτον, ως μίαν οκάν τυρίου, δύο όρνιθας, ένα μάλλινο χράμι, το οποίον της εχάρισαν, και ολίγας δραχμάς μετρητά. Εκ τούτων επλήρωσε γενναιοφρόνως και το ναύλον της Πορταΐταινας, διά να υπάγη κι αυτή εις την εστίαν της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όλα ταύτα τα ενθυμείται καλώς η Αμέρσα, επειδή η μάννα της δεν είχε παύσει να τα διηγήται έκτοτε. Τώρα, είχον παρέλθει δώδεκα έτη, ο αδελφός της ευρίσκετο ακόμη εις τας φυλακάς, ο πατήρ της προ πολλού είχεν αποθάνει, ο Σταθαρός κι ο Γιαλής δεν επανήλθον ποτέ από την Αμερικήν, ο μικρός ο Γιωργάκης κ' εκείνος είχε πάρει μεγάλα πέλαγα, η Κρινιώ κι αυτή είχε μεγαλώσει, η Δελχαρώ είχε γεννήσει και πάλιν κόρην, κι αυτή, η Αμέρσα, είχε μείνει γεροντοκόρη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Ζ'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Άκρα σιγή και ησυχία επεκράτησεν εντός του σκοτεινού θαλάμου, μετά τον τελευταίον βήχα και τον κλαυθμυρισμόν του θυγατρίου, τα οποία τόσον αποτόμως διεκόπησαν. Η Φραγκογιαννού είχε κύψει το πρόσωπόν της, και είχε στηρίξει με τας δύο χείρας το μέτωπον, και είχε παύσει να σκέπτεται. Της εφαίνετο ότι δεν έζη πλέον. Ούτε η πνοή της ηκούετο. Πας θόρυβος είχε παύσει. Ούτε φλοξ έβρεμεν εις την εστίαν, ούτε βόμβος ηκούετο, και το ημίκαυστον φιτίλιον του λύχνου έφεγγε θλιβερώς. Η μικρά κανδήλα προ πολλού είχε σβήσει εις το εικονοστάσιον, και αι μορφαί των αγίων δεν εφαίνοντο πλέον.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αίφνης η λεχώνα εξύπνησε μετά τιναγμού, εν μέσω, της άκρας ηρεμίας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είναι μάννα; είπε.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η μήτηρ της βλοσυρά, και ως εν φρεναπάτη, την εκοίταξεν εις το φως του λυχναρίου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είναι! είπε, τίποτα. Ξύπνησες;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μου φάνηκε πως κάτι είπες... πως μ' εφώναξες, μες στον ύπνο μου.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εγώ;... όχι. Τ' αυτιά σου κάμανε.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί ώρα να είναι, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί ώρα; ξέρω 'γω;... Τόσες φορές λάλησε και ξαναλάλησε τ' ορνίθι.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και συ δεν εκοιμήθης, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εχόρτασα τον ύπνο καλά... Τρύπησε το πλευρό μου, είπεν η Φραγκογιαννού, ήτις δεν είχε κλείσει όμμα. Όπου είναι θα φέξη.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η λεχώνα εχασμήθη, κ' έκαμε το σημείον του σταυρού επί του στόματος. Συγχρόνως δε ύψωσε το βλέμμα προς το μικρόν εικονοστάσιον, το οποίον αντίκρυζεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Έχει σβήσει το καντήλι, μάννα· δεν το άναβες;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν το αγροίκησα, θυγατέρα, είπεν η γραία· εκοιμώμουν βαθιά.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και το παιδί κοιμάται, βλέπω, ήσυχα. Πώς το 'παθε;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ησύχασε κι αυτό τώρα πλια, είπεν η γραία.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κ' εμένα μου πονεί το βυζί μου, είπεν η λεχώ· άρχισε να κατεβάζη πολύ τώρα. Ήθελα να ήτον ξυπνητό να το βύζαινα.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ε! τι να γίνη...Θα βρούμε κανένα παιδί, είπεν η γραία.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί λες, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία δεν απήντησεν. Ήθελε κάτι να είπη. Δεν ήξευρε τί να είπη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν κάνεις τον κόπο ν' ανάψης το καντήλι, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αν θέλης, σηκώσου συ κι άναψε το· δεν έχω χέρια...&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς!&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πιάστηκε πλια το χεράκι μου.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί λες; Σε καλό σου, μάννα· εγώ που δεν έχω πάρει ευχή, κάνει ν' ανάψω το καντήλι;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την στιγμήν εκείνην, καθώς είπε «πιάστηκε το χεράκι μου», επανήλθεν πρώτην φοράν εις τον νουν της γραίας το όνειρον της Αμέρσας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Δεν ηδυνήθη να κρατηθή, και έπνιξεν εις τα στήθη της βαθύν λυγμόν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί έχεις, μάννα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και η λεχώ επήδησε κάτω από την χαμηλήν κλίνην.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν είναι καλά το παιδί;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Φωναί και σπαραγμός και κλαύματα ηκούσθησαν. Η μήτηρ εύρισκε το θυγάτριόν της νεκρόν εντός του λίκνου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Από τον θόρυβον, εξύπνησεν εις το διπλανόν χώρισμα ο Κωνσταντής, όστις είχε χορτάσει καλά τον ύπνον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τ' είναι; έκραξε τρίβων τους οφθαλμούς.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εχασμήθη, ετανύσθη, ετινάχθη, κ' έτρεξεν εις την θύραν του θαλάμου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Βρε! τί κάνετε σεις;... Θα σηκώσετε τον κόσμο στο ποδάρι...Μήγαρις μας αφήνετε, μπάρεμ, να πάρουμ' ένα ύπνο απ' τις φωνές σας;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κανείς δεν απήντησεν εις τας διαμαρτυρίας τού Κωνσταντή. Η σύζυγος του έκυπτε, πνίγουσα τους λυγμούς της, επί του λίκνου. Η πενθερά του εκάθητο, συνάπτουσα τας χείρας, αινιγματώδης, σφίγγουσα τους οδόντας, με απλανές το βλέμμα. Μετά τον πρώτον ακούσιον λυγμόν της, δεν είχεν εκβάλει πλέον άλλην φωνήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τι! ...πέθανε το παιδί; Βρε!...έκαμεν ο Κωνσταντής, μείνας με ανοικτόν το στόμα.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είτα προσέθηκε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Για τούτο έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Δελχαρώ, ανακύψασα προς στιγμήν από του λίκνου, συνέχουσα τους λυγμούς της, είπε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μάννα, δεν θα φέρης τα ρουχάκια του, να τ' αλλάξουμε;... Πού είν' η Αμέρσα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού δεν απήντησε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πού είναι η Αμέρσα, μάννα; επανέλαβε, ψαύσασα τον αγκώνα της μητρός της η Δελχαρώ.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού ανετινάχθη ως να την έθιξεν άκανθα ή κέντρον νάρκης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Η Αμέρσα, πού είναι; στο σπίτι μας... απήντησε.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν είχεν έρθει 'δω η Αμέρσα; Μου φάνηκε πως άκουσα τη φωνή της μες στον ύπνο μου, είπεν η λεχώνα.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ας πάη να την φωνάξη, είπεν η γραία, νεύουσα με τον κανθόν του όμματος της&amp;nbsp;προς τον γαμβρόν της.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κωνσταντή, πας να φωνάξης την Αμέρσα; είπεν η λεχώ προς τον σύζυγόν της.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πάω. Ακούς, λέει!... Ωχ! κρίμα, ζάβαλε!... Καλά που το βαφτίσαμε κιόλας.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Νταντής έκυψεν εις το πάτωμα του μικρού προδόμου εις το σκότος, ψηλαφών να εύρη τα παλιοπάπουτσα του να τα φορέση. Έκαμνε μικρόν θόρυβον, κρούων διάφορα ζεύγη παλαιών τσόκαρων προς άλληλα και επί των σανίδων του πατώματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πού είναι τα παλιοκατσάρια μου; είπε.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τέλος εφόρεσεν εν ζεύγος πατημένων γυναικείων εμβάδων, τας οποίας εύρε, και αίτινες εκάλυπτον μόνον τους δακτύλους των ποδών και μέρος του ταρσού, αφήνουσαι έξω όλην την πτέρναν. Άλλον θόρυβον έκαμε διά ν' ανοίξη την θύραν, μη ευρίσκων εις το σκότος τον σύρτην ούτε το μάνδαλον. Αφού ήνοιξε την θύραν, επανήλθεν αίφνης οπίσω.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ακούς, Δελχαρώ, είπε, της Αμέρσας μονάχα να πω να 'ρθή και το Κρινιώ μαζί; Τί λες εσύ, πεθερά;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και η Φραγκογιαννού ανυπόμονος:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πήγαινε τώρα, τί φέρνεις γύρο; Ας ερθή όποιος ερθή!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Δελχαρώ εθρήνει ήρεμα κύπτουσα επί του λίκνου. Ο Νταντής πριν εξέλθη, έρριψε βλέμμα εις το λίκνον και εις την σύζυγον του.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Αχ! κρίμα, ζάβαλε! είπε... Κ' έβλεπα κάτι όνειρα!... βρε παιδιά!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κ' εξήλθε δρομαίος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Η'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την εβδομάδα των Βαΐων, μίαν πρωίαν, απήλθεν η Φραγκογιαννού ολομόναχη εις την εξοχήν, προς της Μαμούς το ρέμα. Ήθελε να επισκεφθή τον μικρόν ελαιώνα, τον οποίον ως «ψυχομοίρι» είχε λάβει από μίαν εύπορον οπωσούν κουμπάραν της, αποθανούσαν άκληρον, και εις την οποίαν είχε προσφέρει εκδουλεύσεις. Το ήμισυ του ελαιώνος τούτου είχε δώσει ως προίκα εις την Δελχαρώ, το άλλο ήμισυ κατείχεν ακόμη η γραία.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ολίγαι εβδομάδες είχον παρέλθει από τα γεγονότα τα οποία διηγήθημεν. Ουδείς δυσανάλογος θόρυβος είχε γίνει διά το μικρόν θυγάτριον της Δελχαρώς της Τραχήλαινας, το οποίον έθαψαν την αυτήν ημέραν. Η μήτηρ του βρέφους, αν και είδε τα μέλανά τινα σημεία περί τον λαιμόν του μικρού παιδιού, δεν θα ετόλμα ποτέ να κάμη λόγον, ούτε άλλος θα επίστευε το έγκλημα της μητρός της. Προφανώς το παιδίον είχεν αποθάνει από τον κοκκίτην.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο μόνος ιατρός, όστις υπήρχεν από χρόνων εις το χωρίον, ο φιλάνθρωπος Βαυαρός Β., έτυχεν απών. Είχεν ακουσθή και πάλιν χολέρα εις την Αίγυπτον, και το υπουργείον των Εσωτερικών συνήθιζε ν' αποστέλλη κατ' εκλογήν τον ιατρόν τούτον εις την διεύθυνσιν του εν Δήλω λοιμοκαθαρτηρίου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αντ' αυτού η Κυβέρνησις είχε στείλει προσωρινώς ως υγειονόμον γηραιόν τινα ιατρόν, τον κ. Μ., όστις δεν είχε φθάσει ακόμη. Εν τω μεταξύ υπήρχεν εις απόφοιτος της ιατρικής, διατρίβων εν τη νήσω. Ούτος κληθείς υπό της δημοτικής αστυνομίας όπως βεβαιώση τον θάνατον, εκοίταξεν επιπολαίως το πρόσωπον του νεκρού βρέφους, παρεπονέθη διατί να μην τον φωνάξουν ενόσω τούτο έζη κ' έδωκε το&amp;nbsp; «ενταφιαστήριον», γράψας «εκ σπασμώδους βηχός».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία Χαδούλα από της ημέρας εκείνης έζησε ζωήν τύψεων, ανησυχίας, και μ' εξωτερικόν σχήμα ως να είχε τέφραν επί της κόμης της ψαράς, τόσον ελαφρώς κυπτήν και ακίνητον ετήρει την κεφαλήν της, και ως να εφόρει την μακράν μαύρην μανδήλαν της ως σάκκον μετανοίας. Όταν εμβήκεν η Μεγάλη Σαρακοστή, άρχισε να συχνάζη εις την εκκλησίαν, έκαμνε πολλάς και βαθείας γονυκλισίας, εμελέτα να εξομολογηθή, και ανέβαλλεν. Ενήστευεν άνευ ελαίου ξηροφαγούσα τας πέντε ημέρας εκάστης εβδομάδος, και είχε βαστάξει «τρίμερο» την πρώτην εβδομάδα και το μεσοσαράκοστον. Εντρέπετο να βλέπη την κόρη της, την Δελχαρώ, και απέφευγε ν' αντικρύση το βλέμμα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την ημέραν λοιπόν εκείνην, της εβδομάδας των Βαΐων, έφθασεν η Φραγκογιαννού λίαν πρωί εις την κορυφήν του υψηλού πετρώδους λόφου, του αντικρύζοντος εκ δυσμών την πολίχνην, και οπόθεν μελαγχολικόν πίπτει το βλέμμα επί του μικρού κοιμητηρίου, απλουμένου κάτω, επί υψηλής θαλασσοπλήκτου λωρίδος γης, με τα λευκά μνήματα, και ευθύς φεύγει ζητούν φαιδρότητα και ζωήν εις τα γαλανά κύματα, εις το ευρύν τριπλούν λιμένα, και εις τα χλοερά, χαρίεντα νησίδια, τα φράττοντα τούτον εξ ανατολών και μεσημβρίας. Επάνω της κορυφής εκείνης ίστατο ερημικόν, άποπτον, ως φανός την ημέραν λάμπων, το εξωκκλήσιον του Αγίου Αντωνίου. Η Φραγκογιαννού διήλθεν έξωθεν, ποιούσα το σημείον του Σταυρού, κ' ενώ είχε σκοπόν να εισέλθη, την τελευταίαν στιγμήν εδίστασε, κ' εξηκολούθησε τον δρόμο της. «Δεν είμαι άξια», είπε μέσα της, «να μπω σ' ένα ξωκκλήσι που τόσο συχνά λειτουργιέται... Ας πάω καλύτερα στον Αϊ-Γιάννη τον Κρυφό».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μετά τούτο έφθασε εις τον ελαιώνα, επεθεώρησεν εν προς εν όλα τα ελαιόδενδρα διά να ιδή αν ήσαν φουκωμένα ήδη. Ήτο ήδη προς τα μέσα Απριλίου, το δε Πάσχα ήρχετο όψιμον. Παρεκάλει μέσα της τον Χριστόν «να δώση λαδάκι, για ν' αναπλέψ' η φτώχεια». Από δύο ετών, τω όντι, δεν είχαν καρπίσει οι ελιές, είχε δε αναφανή και μία ύπουλος ασθένεια, φθείρουσα τον καρπόν, και μαυρίζουσα τους κλώνας των δένδρων.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αφού έμεινεν επ' ολίγον εις τον ελαιώνα, εσηκώθη, στρέφουσα πολλάκις την κεφαλήν οπίσω, ως διά ν' αποχαιρετίση τα ελαιόδενδρα και απεμακρύνθη. Έφθασε κάτω εις το ρεύμα και ήρχισε να το ανέρχεται, καθώς πολλάκις συνήθιζε. Φέρουσα το καλάθιον της υπό τον αριστερόν αγκώνα, κρατούσα το μαχαιράκι της με την χείρα την δεξιάν, έκυπτε παντού, εις όσα μέρη αυτή εγνώριζε κ' έψαχνε να εύρη καυκαλήθρες&amp;nbsp;και ζοχάρια&amp;nbsp;και μυρόνια&amp;nbsp;και άνηθον διά να γεμίση το καλαθάκι της, να κάμη πίτταν το Σάββατον του Λαζάρου, να φάγη αυτή κ' αι θυγατέρες της, αλλά να προσφέρη κ' εις τις γειτόνισσες, από τας οποίας χάσιμον δεν είχεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εκτός των αγριολαχάνων τούτων, τα οποία όλαι εγνώριζον να συλλέγουν, η Χαδούλα ήξευρεν άλλα βότανα, χρήσιμα ως φάρμακα διά τους ασθενείς, το τρίμερο, και την δρακοντιά&amp;nbsp;και την αγριοκρομμύδα, ανάμεσα εις τας κομάρους&amp;nbsp;και τας πτέριδας, και παρά τας ρίζας των αγρίων δένδρων, και τους μύκητας και τας άκανθας και τας κνίδας, καθώς και το πολυτρίχι&amp;nbsp;εις τους μικρούς καταρράκτας του ρεύματος –το οποίον λέγουν ότι είναι φάρμακον διά τας λεχούς τας πυρεσσούσας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αφού συνέλεξεν ικανά βότανα και εκ του είδους των ιαματικών τούτων, τα οποία ετύλιξεν εις χωριστόν μανδήλι εντός του καλαθίου, και η ώρα έκλινεν ήδη προς το δειλινόν, και ο ήλιος επλησίαζεν εις την κορυφήν του βουνού· εντός του ρεύματος βαθεία ήτο η σκιά, και ο θρους των βημάτων της αντήχει ως δούπος σκληρός εις το βάθος της ψυχής της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία ανήρχετο ήδη υψηλότερα, προς την απότομον κορυφήν του ρεύματος. Κάτω εχαράττετο βαθύ το ποτάμιον, τ' Αχειλά το ρέμα, και όλην την βαθείαν κοιλάδα μετά ηρέμου μορμυρισμού διέτρεχε το ρεύμα, κατά το φαινόμενον ακινητούν, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως κινούμενον υπό τας μακράς βαθυκόμους πλατάνους· ανάμεσα εις βρύα και θάμνους και πτέριδας, εφλοίσβιζε μυστικά, εφίλει τους κορμούς των δένδρων, έρπον οφιοειδώς κατά μήκος της κοιλάδος, πρασινωπόν από τας ανταυγείας τας χλοεράς, φιλούν και άμα δάκνον τους βράχους και τας ρίζας, νάμα μορμύρον, αθόλωτον, βρίθον από μικρά καβουράκια, τα οποία έτρεχον να κρυβώσιν εις το θόλωμα της άμμου, άμα κανέν βοσκόπουλον, αφήνον τας ολίγας αμνάδας να βόσκουν εις την δροσεράν χλόην, ήρχετο να κύψη εις το ρεύμα, και ανεσήκωνε πέτραν τινά διά να τα κυνηγήση. Το λάλον, ασίγητον κελάδημα των κοσσύφων αντήχει αρμονικόν εις το δάσος, το περιστέφον όλην την δυτικήν κλιτύν, και ανέρπον εις την κορυφήν του Αναγύρου, έως την Αετοφωλιάν επάνω – όπου ελέγετο ότι εις θαλασσαετός είχε κατοικήσει επί τρεις γενεάς ανθρώπων εκεί, και τέλος εξέλιπε χωρίς ν' αφήση αετόπουλα. Εις την ερημωθείσαν φωλεάν του ευρέθη ολόκληρον μουσείον από τεράστια κόκκαλα θαλασσίων όφεων, φωκών, καρχαριών και άλλων εναλίων θηρίων, τα οποία είχε ξεφαντώσει κατά καιρούς ο μέγας και κραταιός όρνις των θαλασσών, με το γρυπόν ράμφος του το κυανωπόν, και με το τεφρόν μεγαλοπρεπές πτέρωμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Επάνω, εις την κορυφήν του ρεύματος, εις ένα ζυγόν σχηματιζόμενον μεταξύ δύο βουνών, ανάμεσα εις του Κονόμου τα ρόγγια&amp;nbsp;και εις τον Μικρόν Ανάγυρον, εκεί ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν το αρχαίον, έρημον μονύδριον, ο Άις Γιάννης ο Κρυφός. Ήτο πράγματι κρυφός, κείμενος όπισθεν του μικρού αυχένος, καλυπτόμενος από τα δύο βουνά, και από πυκνήν λόχμην. Είτε εκ του βορείου μέρους ήρχετο τις, όπως τώρα η Φραγκογιαννού από τ' Αχειλά το ρέμα, είτε εκ του μεσημβρινού, εκ της τοποθεσίας της καλουμένης του Κονόμου τα ρόγγια, και αν εγγύτατα διήρχετο πλησίον του παλαιού σεβάσματος, ήτο αδύνατον να υποπτεύση την ύπαρξίν του, αν δεν εγνώριζε καλώς τα μέρη, όπως τα εγνώριζεν η Φραγκογιαννού.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο περίβολος και τα ολίγα κελλία ήσαν ερείπιον από πολλού. Ο ναΐσκος ωρθούτο ακόμη, αλλ' ήτον έρημος και αλειτούργητος. Το καθολικόν εστεγάζετο ακόμη, αλλ' εις το άγιον βήμα η στέγη είχε καταρρεύσει προς το βόρειον, αι δε πλάκες της σκεπής και τα συντρίμματα είχον καλύψει το θυσιαστήριον· υπήρχε ξύλινον τέμπλον, πάλαι ποτέ γλυπτόν και χρυσωμένον, εφθαρμένον και δυσγνώριστον, αλλ' αι εικόνες έλειπον. Αι ολίγαι τοιχογραφίαι είχον φθαρή από την υγρασίαν, και τα πρόσωπα των Αγίων δεν διεκρίνοντο πλέον.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μόνον δεξιόθεν του χορού υπήρχε μια τοιχογραφία παριστώσα τον Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον μαρτυρούντα τον Χριστόν· «Ίδε ο Αμνός του θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Το πρόσωπον και η χειρ του Βαπτιστού, τεινομένη και δεικνύουσα, διεκρίνοντο οπωσούν καλώς. Το πρόσωπον τού Σωτήρος λίαν αμυδρώς εφαίνετο επί του υγρού τοίχου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τον Άϊ-Γιάννην τον Κρυφόν επεκαλούντο τον παλαιόν καιρόν όλοι όσοι είχον «κρυφόν πόνον» ή κρυφήν αμαρτίαν. Η γραία Χαδούλα εγνώριζε την δοξασίαν ή το έθιμον τούτο, και διά τούτο ενθυμήθη να έλθη σήμερον εις τον παλαιόν, έρημον ναΐσκον, όπως προσφέρη τας ικεσίας της. Προέκρινε τον ναόν τον αλειτούργητον, αφού και εις την ενοριακήν εκκλησίαν, όπου εσύχναζεν όλην την σαρακοστήν, ετόλμα μόνον να εισέρχεται μάλλον εις τον νάρθηκα, όπισθεν του ενός φύλλου της γυναικείας πύλης, του κλεισμένου με τον σύρτην –ως να ησθάνετο την ανάγκην να είν' ετοίμη προς φυγήν, άμα την εδίωκέ τις! Και δεν εφοβείτο τόσον μη την διώξη ο Παπανικόλας, ο αυστηρός και ασκητικός εφημέριος, ή ο κυρ Δημητρός ο επίτροπος, όστις πάντοτε εγόγγυζε και ήτο τραχύς προς τας γραίας, αίτινες επέμενον μη θέλουσαι ν' ανέρχωνται εις τον γυναικωνίτην, και απήτουν να έχουν διαρκώς μικρόν, περίφρακτον με σειράς στασιδίων διαμέρισμα, εις την βορειοδυτικήν γωνίαν του ναού· αλλ' εφοβείτο τον Αρχάγγελον, τον αγριωπόν, όστις ήτο ζωγραφισμένος μεγαλωστί επί της βορείας πύλης του ναού, με την ρομφαίαν του την φλογίνην εις την χείρα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εισήλθεν εις τον έρημον ναΐσκον, άναψεν εν κηρίον, το οποίον είχεν εις το καλάθι της μαζί με ολίγα πυρεία, κ' έκαμε τρεις στρωτάς γονυκλισίας εμπρός εις την τοιχογραφίαν την ημιεφθαρμένην. Είτα, ανακυκλούσα εις τον νουν την έμμονον ιδέαν, ήτις της είχε κολλήσει, χωρίς να την εκφράζη μεγαλοφώνως, είπε με φωνήν, την οποίαν θα ηδύνατο ν' ακούση τις, αν παρίστατο μάρτυς της σκηνής εκείνης: «Αν έκαμα καλά, Αϊ-Γιάννη μου, να μου δώσης σημείο σήμερα... να κάμω μία καλή πράξη, ένα ψυχικό, για να γαληνιάσ' η ψυχή μου κ' η καρδούλα μου!...»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Θ'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Αφού είχε γεμίσει το καλάθι της, και ο ήλιος έκλινε πολύ χαμηλά, καθώς εξήλθε του ερήμου ναΐσκου, η γραία Χαδούλα εκίνησε να επιστρέψη εις την πολίχνην. Κατήλθε πάλιν το ρέμα-ρέμα εις τα οπίσω, εστράφη δεξιά, άρχισε ν' ανηφορίζη προς τον λόφον του Αγ. Αντωνίου, οπόθεν είχεν έλθει. Μόνον πριν φθάση ακόμη εις την κορυφήν του λόφου, εφ' ου ίσταται το παρεκκλήσιον, και οπόθεν ανοίγεται μεγάλη θέα προς τον λιμένα και την πόλιν, είδεν εκεί δεξιά της χαμηλά εις το βάθος μικράς κοιλάδος, ήτις καλείται της Μαμούς το ρέμα, και τέμνει κατ' αμβλείαν γωνίαν την άλλην βαθείαν κοιλάδα του Αχειλά, τον ευρύν και καλώς καλλιεργημένον κήπον του Γιάννη του Περιβολά, και είπε μέσα της:&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;«Ας πάω στον μπαχτσέ του Γιάννη, να του γυρέψω κανένα μάτσο κρομμύδια, ή κανένα μαρούλι, να με φιλέψη... Τί θα χάσω;»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Συγχρόνως, ανεπόλησεν την στιγμήν εκείνη, ό,τι προ ημερών είχεν ακούσει· ότι η γυναίκα του Γιάννη του Περιβολά ήτον άρρωστη. Ηννόει αν αύτη ευρίσκετο τώρα εις την καλύβην την εντός του κήπου, παρά την είσοδον, ή αν ενοσηλεύετο εις την πόλιν. Αλλ' επειδή ο κηπουρός ο ίδιος θα ευρίσκετο εξ άπαντος εδώ, (συνεπέρανεν, επειδή έβλεπεν μακρόθεν ανοικτήν την θύραν του περιβόλου) εσυλλογίσθη να του πουλήση δούλευσιν, με τα βότανα που είχε στο καλαθάκι της, υποσχόμενη αυτώ «μαντζούνια» προς ίασιν της γυναικός του. Είτα ευθύς πάλιν είπε καθ' εαυτήν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;«Τι δούλεψη να κάμη κανείς στη φτώχεια!... Η μεγαλύτερη καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήτον να είχε κανείς στερφοβότανο να τους δώση. (Θε μ' σχώρεσέ με!) Ας ήτον και παλληκαροβότανο! επέφερε. Γιατί κάνει όλο κοριτσάκια, κι αυτή η φτωχιά!... Θαρρώ πως έχει πέντ' έξι ως τώρα. Δεν ξέρω αν της έχη πεθάνει κανένα... απ' αυτά τα εφτάψυχα!»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Είχεν ερευνήσει, τω όντι, επί χρόνους πολλούς, εις τα βουνά και τας φάραγγας, όπως εύρη «παλληκαροβότανο» διά την κόρην της, αλλ' εκείνο το οποίον της είχε δώσει δεν επέτυχεν· εξ εναντίας, ενήργησε μάλλον ως «κοριτσοβότανο». Και όμως εις αυτήν άλλοτε, όταν της το έδωκεν η ανδραδέλφη της, είχε τελεσφορήσει, διότι έκαμε τέσσαρας υιούς, και μόνον τρεις θυγατέρας. Όσον αφορά το «στερφοβότανο», ο πνευματικός της είχεν ειπεί προ χρόνων ότι είναι μεγάλη αμαρτία.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Πριν φθάση εις την θύραν του κήπου, καθώς κατήρχετο τον δρομίσκον της κλιτύος, είδεν ότι ο Γιάννης ο Περιβολάς δεν ευρίσκετο εντός του κήπου, αλλ' ήτο την στιγμήν εκείνην εις τον γειτονικόν αγρόν, τον οποίον είχε φαίνεται ενοικιάσει ως κολλήγας από τον γείτονα. Ο αγρός ήτον σπαρμένος κριθήν λίαν χλοάζουσαν και σπιθαμιαίαν ήδη, εκείτο δε επί χαμηλοτέρου από τον κήπον επιπέδου, εις ύψος γόνατος. Ο Γιάννης, σκυμμένος εις μίαν άκρην του αγρού, ως φαίνεται, εβοτάνιζεν, ήτοι εξερρίζωνε τ' άσχημα χόρτα και τα ζιζάνια ανάμεσα εις το σπαρτόν, ενόσω ήτο ακόμη ενωρίς, και ο ήλιος έδυεν ήδη. Ευρίσκετο πέραν της άλλης άκρας του κήπου, και όταν η Γιαννού επλησίασεν εις την θύραν του περιβόλου, δεν τον έβλεπε πλέον, κρυπτόμενον όπισθεν του πυκνού φράκτου, εις ικανήν απόστασιν, ώστε δεν ημπόρεσε να του φωνάξη μακρόθεν την καλησπέραν. Εκείνος, κύπτων, όλος έκδοτος εις την εργασίαν του, ούτε την είδεν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία Χαδούλα εισήλθε. Πλησίον της θύρας ήτον η καλύβη, ικανώς λευκάζουσα, με εξωτερικόν όχι πολύ ακμαίον ούτε καθάριον. Εφαίνετο ότι προ πολλού χρόνου δεν είχεν ασβεστωθή, κ' εμαρτύρει περί της αρρωστίας της οικοκυράς. Αταξία εργαλείων, χόρτων και δεμάτων υπήρχεν έμπροσθεν ταύτης. Η θύρα ήτο κλειστή. Τα δύο παράθυρα κλειστά. Μόνον εις φεγγίτης με ύαλον υπήρχε προς τα&amp;nbsp; άνω, αλλά διά να φθάση ως εκεί επάνω η Φραγκογιαννού, διά να στηλώση το ανάστημά της και ίδη αν ήτον άνθρωπος μέσα, έπρεπε ν' ανέλθη τας δύο ή τρεις βαθμίδας, και να φθάση εις το μικρόν, άφρακτον σανίδωμα, το καλούμενον «χαγιάτι».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ενώ εδίσταζεν, αν έπρεπε ούτω να κάμη, ή μάλλον ν' ανέλθη απλώς εις το χαγιάτι και να κρούση την θύραν, ήκουσε φωνάς μικρών κορασίων. Ολίγον παρέκει ήτον το πηγάδι με το μάγγανον, και δίπλα, η στέρνα, χαμηλή, βαθεία, με τας όχθας μόλις ανεχούσας υπεράνω της επιφανείας της γης. Επάνω εις αυτήν την κτιστήν όχθην, παρά το χείλος της στέρνας, εκάθηντο δύο μικρά κοράσια, το εν ως πέντε ετών, το άλλο ως τριών ετών, και έπαιζαν με μίαν καλαμιάν και με σπάγγον και εν καρφίον δεμένον εις την άκρην, ως να εψάρευαν τάχα εντός της στέρνας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Να!... μου έδωκε το σημείο ο Άις-Γιάννης, είπε μέσα της, σχεδόν ακουσίως η Φραγκογιαννού, άμα είδε τα δύο θυγάτρια... Τί λευθεριά θα της έκαναν της φτωχιάς, της Περιβολούς, ανίσως έπεφταν μες στη στέρνα κ' εκολυμπούσαν!... Να ιδούμε, έχει νερό;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Πλησιάσασα, έκυψε, και είδεν ότι η στέρνα ήτον σχεδόν γεμάτη· ως δύο τρίτα οργυιάς νερού.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί τ' αφήνει εδώ, κείνος ο πατέρας τους, μικρά κορίτσια, είπεν πάλιν η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν μπορούν να πέσουν και μοναχά τους μέσα;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Έστρεψεν ανήσυχον βλέμμα προς την καλύβην. Αλλ' αυτή είχε την όψιν ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος μέσα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εκοίταξε μετά περιεργείας τα δύο κοράσια. Το μεγαλύτερον τούτων ωραίον, ξανθόν, αν και σχεδόν άνιπτον, έκαμνεν ωραίαν εντύπωσιν. Το μικρότερο, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχη από «ζούραν», ήτοι παιδικόν μαρασμόν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κοριτσάκια,&amp;nbsp; είπεν&amp;nbsp; η&amp;nbsp; Φραγκογιαννού,&amp;nbsp; τι&amp;nbsp; εκάνετ' δω;... Πού είν' η μάννα σας;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Το μεγαλύτερον κοράσιον απήντησε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πίτι&lt;b&gt;.&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Στο σπίτι, ηρμήνευσεν η γραία. Μα πού στο σπίτι; Εδώ ή στο χωριό;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ζεν είναι ζω, είπεν πάλιν το μικρόν.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Φαίνεται ότι εξετέλει εντολήν του πατρός της, μη θέλοντος να ενοχλώσιν οι διαβάται την άρρωστην. Αύτη, άλλως, ευρίσκετο πράγματι εντός της καλύβης, καίτοι τα παράθυρα ήσαν κλειστά, ίσως διά να μην την βλάπτη ο εσπερινός αήρ του ρεύματος. Φαίνεται ότι ο σύζυγός της προ ολίγου μόνον είχε κατέλθει εις τον γειτονικόν αγρόν, προς μικράν συμπληρωματικήν εργασίαν, και είχεν οκνήσει ή νομίσει περιττόν να κλείση και την θύραν του περιβόλου του λαχανοκήπου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία Χαδούλα ηρώτησε και πάλιν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κ' είναι στο χωριό, η μάννα σας; Και σεις πώς είστε 'δω μοναχά σας;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Είναι πατέλας ζω, είπεν η μικρά.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πού;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εκεί κάτω, έδειξεν η μικρά.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και τι κάνει;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η παιδίσκη έσειε τους ώμους. Δεν ήξευρε τι να είπη.Τέλος επρόφερεν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Έχει ζ'λειά. (έχει δουλειά)&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πώς σε λένε, κορίτσι μου;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μένα; Μ'σούδα (Μυρσούδα).&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Και την αδερφή σου;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τούλα (Αρετούλα).&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού εσκέφθη:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;«Θα φωνάξουν, τάχα;... Θ' ακουστή; Πού ν' ακουστή!... Πρέπει να κάμω γλήγορα, προσέθηκε μέσα της. Αυτός, όπου είναι, τώρα σε λίγο, θα 'ρθη δω, γιατί θα σουρουπώση, και δεν θα βλέπη να κάνη δουλειά εκεί κάτω... Και πρέπει να φεύγω το γληγορώτερο, χωρίς να με ιδή, όπως δεν με είδε ως τώρα».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εδίστασε προς στιγμήν. Ησθάνθη μέσα της φοβεράν πάλην. Είτα είπε, σχεδόν μεγαλοφώνως: «Καρδιά!... αυτό είναι μια απόφαση».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και δράξασα με τας δύο χείρας τα δύο κοράσια, τα ώθησε με μεγάλην βίαν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ηκούσθη μέγας πλαταγισμός.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τα δύο πλάσματα έπλεαν εις το νερόν της στέρνας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η μεγαλυτέρα κορασίς έρρηξεν οξείαν κραυγήν, ήτις αντήχησεν εις την μοναξιάν της εσπέρας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μα...!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εξ εμφύτου ορμής, η Φραγκογιαννού έστρεψε το πρόσωπον προς την λευκήν καλύβην, όπου μέχρι τούδε είχεν εστραμμένα τα νώτα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και συγχρόνως ετοιμάζετο να φύγη, και συνάμα έστρεφε τον κανθόν του όμματος προς την στέρναν, διά να ιδή αν διήρκει η αγωνία.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ανέλαβε το καλάθι της, το οποίον είχε αποθέσει καταγής, και απεμακρύνθη δύο βήματα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τα δύο μικρά πλάσματα ήσπαιρον μέσα εις το νερόν. Η μικρά είχε βυθισθή ήδη. Η μεγαλυτέρα επάλαιε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μετ' ολίγα δευτερόλεπτα, η γραία ήκουσεν όπισθέν της κρότον θύρας ανοιγομένης, και ασθενή φωνήν.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Εστράφη. Η θύρα της καλύβης είχεν ανοιχθή. Η άρρωστη γυνή, η μήτηρ των δύο κορασίων, ωχρά, και τυλιγμένη με μαλλίνην σινδόνα, ομοία με φάντασμα, ίστατο εις το χάσμα της θύρας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί είναι; είπε μετά τρόμου η πάσχουσα γυνή.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τότε η Φραγκογιαννού, με μεγάλην ετοιμότητα, καθώς ίστατο ορθία, δύο βήματα προς την στέρναν, έρριψε το καλάθι της κάτω, το οποίον είχε αναλάβει αρτίως, και άρχισε να τρέχη, να πηδά, και να φωνάζη:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τα&amp;nbsp; κορίτσια!... Τα κορίτσια!...&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πέσανε&amp;nbsp; μέσα!... Κοίταξε!... Δεν έχετε το νου σας, χριστιανοί;... Πώς κάμανε;... Και τ' αφήνετε μοναχά τους, κοντά στη στέρνα, νερό γεμάτη!... Καλά που βρέθηκα!... Να, τώρα πέρασα κ' εγώ... Ο Θεός μ' έστειλε!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Κ' ενώ τω άμα κύψασα, και αφαιρέσασα εν ακαρεί την φουστάνα της, μείνασα με την λεγομένην «μαλλίναν», την εν είδει μεσοφορίου, απορρίπτουσα τας πατημένας χονδράς εμβάδας, μείνασα με τας κάλτσας τας τρυπημένας εις την πτέρναν, ερρίθη βαρεία, μετά πατάγου μέσα εις το νερόν της στέρνας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γυνή η άρρωστη είχεν αφήσει βραχνήν κραυγήν, κ' έτρεξε να κατέλθη τα δύο ή τρία λίθινα σκαλοπάτια της εισόδου, παραπατούσα και μόλις δυναμένη να βαδίζη εκ της αδυναμίας. Πριν αύτη φθάση πλησίον της στέρνας, η Γιαννού είχε πιάσει το μικρότερον κοράσιον, το οποίον της εφαίνετο μάλλον πνιγμένον ήδη, και το έσυρε βραδέως προς τα έξω, με την κεφαλήν πάντοτε επίστομα εις το νερό. Είτα σηκώσασα το μικρόν σώμα, αφού απέθεσε τούτο επί της λιθίνης κρηπίδος, έκυψε κ' έπιασε την άλλην κορασίδα, την μεγαλυτέραν. Την έδραξεν από το κράσπεδον του φορέματός της, και από τον ένα πόδα, κ' ενώ ετράβα προς τα άνω το σώμα, η κεφαλή έμενε κάτω, όσον το δυνατόν μακροτέραν ώραν εντός του νερού.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τέλος, η μήτηρ είχε φθάσει πλησίον της σκηνής, και η Φραγκογιαννού έσυρεν αποφασιστικώς το σώμα προς τα έξω. Απέθηκε τούτο πλησίον του άλλου σώματος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τα δύο μικρά πλάσματα εφαίνοντο αναίσθητα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού μετά προσπαθείας, ψάξασα με τους πόδας εις το νερόν, ανεύρεν επί της μεσημβρινής πλευράς το στόμιον της στέρνας, το φραγμένον διά πλατείας σανίδος με υψηλήν ως κοντάριον λαβήν, και πατήσασα τον ένα πόδα επί της εσοχής εκείνης του τοίχου ανήλθε μετά κόπου εις την κρηπίδα όλη στάζουσα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Είδες! Δεν το εσυλλογίστηκα! ανέκραξεν επιδεικτικώς η Φραγκογιαννού. Τάχα δεν έπρεπε να τραβήξω τον κόπανο επάνω, να ξεφράξω τη μπούκα, για ν' αδειάση μονομιάς η στέρνα, πριν πνιγούν τα κοριτσάκια, τα καημένα!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ήτο αληθές, άλλως, ότι δεν το είχε σκεφθή. Πλην υπάρχει υποκρισία και εν τη ειλικρινεία.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού ετίναξε τα κράσπεδα των ενδυμάτων της, τα διάβροχα, και ρίπτουσα βλέμμα επί τα δύο αναίσθητα σώματα, ήρχισεν εν βία και σπουδή να λέγη:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Κρέμασμα ανάποδα θέλουνε... Χτύπημα με το καλάμι, για να ξεράσουν μαθές!... Καλά που είναι γλυκό το νερό... Πού είναι ο άνδρας σου, χριστιανή μου;... Έτσι τ' αφήνουν, μικρά κορίτσια, μοναχά τους, να παίζουν με το νερό της στέρνας;... Καλά που ήρθα! Ο Θεός μ' έστειλε... Από τον Ανάγυρο έρχομαι, απ' τον ελιώνα... Καλά που ήτον η πόρτα του μπαχτσέ ανοιχτή!... Πού 'ναι ο άνδρας σου; Πού 'ν' τος; Ό,τι μπήκα απ' την πόρτα, ακούω μπλούμ! Τρέχω... Τί να ιδώ! Δεν πρόφθασα... Ούτε ήξευρα πως εισ' εδώ. Σε είχα στο χωριό πως βρίσκεσαι... Είχα μάθει πως ήσουν άρρωστη... Την τρομάρα που πήρα!... Τώρα, κρέμασμα ανάποδα, και γλήγορα... Δεν πιστεύω να είναι καλά πνιγμένα... Πού 'ναι... τος ο άνδρας σου; Πού 'ν' τος;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και δράξασα μετά βίας το εν σώμα, το μικρότερον, περί του οποίου ήτο σχεδόν βεβαία ότι ήτον νεκρόν ήδη, το μετέφερε πλησίον ενός δένδρου, διά να το κρεμάση ανάποδα, ως έλεγε.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Πού είν' ένα σκοινάκι;... Να, βλέπω ένα σπάγγον με καλαμιά! Καλά, θα χρειαστή.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ένευεν ανυπομόνως εις την άρρωστην γυναίκα, να της φέρη πλησίον την καλαμιά, με την οποίαν έπαιζαν προ μικρού αι δύο κορασίδες.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γυνή, ζαλισμένη, παραλογισμένη, συμπλέκουσα τας χείρας εν απορία, εν τρόμω, εν αγωνία, με ασθενή φωνήν είπε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μα πού 'ναι ο πατέρας τους;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Εμένα ρωτάς; είπεν η Γιαννού.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν φωνάζεις;... Δεν μπορώ να σκούξω, δεν έχω καρδίτσα, χριστιανή μου... Ίσως να είναι αποκάτω, στο χωράφι.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού, αποθέσασα προς ώραν το μικρόν σώμα καταγής, είχε τρέξη δύο βήματα, και λύσει την καλαμιάν με τον σπάγγον, κ' επροσπάθει να τον λύση ή τον κόψη, όπως δέση δι' αυτού τους πόδας της μικράς πνιγμένης εις τον κλώνα της κερασέας, και κρέμαση το σώμα κατά κεφαλής.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Συγχρόνως, απαντώσα εις την επίκλησιν της γυναικός, εφώναξε με αγρίαν, αλλόκοτον φωνήν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Γιάννη!... Γιάννη!&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η κραυγή αντήχησεν ανά την κοιλάδα. Αλλ' ο Γιάννης δεν εφαίνετο. Η Γιαννού έδεσε τους πόδας της μικράς, κ' επροσπάθει να την κρέμαση, συγχρόνως δε επανέλαβε την κραυγήν της:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Γιάννη!.. Πού είσαι;... Έλα!...Τα κορίτσια πέσανε μες στην στέρνα!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;«Καλύτερα, που αργεί», έλεγε μέσα της.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Δεν ακούει, θα πω, αυτός ο χριστιανός; Τόσο ταμάχι, στη δουλειά!&amp;nbsp;Τώρα νύκτωσε πλια... Γιάννη! Γιάννη!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Συγχρόνως συνησθάνθη ότι σχεδόν επροδίδετο, καθότι η γυνή ρητώς δεν της είχεν ειπεί ότι ο Γιάννης ειργάζετο στο χωράφι, αλλά μόνον η ιδία τον είχεν ιδεί, και αν της το ειπέ τις, η πνιγείσα παιδίσκη της το είπεν. Όθεν επέφερε:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Μα πού είναι;... Στο χωράφι, είπες; Και τί κάνει;... Ποιός να τρέξη, χριστιανή μου, ως εκεί... Συ είσαι άρρωστη γυναίκα... Γιάννη!... Πού είσαι, Γιάννη;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Τέλος ηκούσθη φωνή, πέραν του ακρινού φράκτου, από την εσχατιάν ερχόμενη.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί είναι;... Ποιός φωνάζει;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τρέξε, Γιάννη!... Τα κορίτσια πνιγήκανε! έκραξε με μέγαν κόπον η άρρωστη γυνή.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Μετά εν λεπτόν έφθασε τρέχων ο Γιάννης.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η Φραγκογιαννού εν τω μεταξύ είχε κρεμάσει το μικρόν σώμα, είτα εσήκωσε και το σώμα το άλλο, της μεγαλυτέρας παιδίσκης, και το εψηλάφει με τας δύο χείρας, ζητούσα να βεβαιωθή αν ήτο νεκρόν ήδη. Και συγχρόνως έρριπτε λοξόν ύπουλον βλέμμα προς την δύστηνον μητέρα, την ωχράν και ριγούσαν υπό την λευκήν, μαλλίνην σινδόνα της, κ' έσεισε την κεφαλήν, ακουσίως οικτείρουσα την γυναίκα εκείνην.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Όταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέχη προς τα εδώ, εγύρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτω, και το εκράτει προσωρινώς ούτω διστάζουσα και έντρομος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Τί είναι;... Τί τρέχει; έκραξεν εν άκρα απορία ο Γιάννης.&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Να!&amp;nbsp; καλά&amp;nbsp; που&amp;nbsp; βρέθηκα!&amp;nbsp;&amp;nbsp; εφώναξε&amp;nbsp; προς τούτον&amp;nbsp; η Φραγκογιαννού... Ηρχόμουν από τον Ανάγυρο, με το κοφίνι μου. Έλεγα να σου δώσω κανένα βότανο, απ' αυτά που μάζωξα σήμερα στο ρέμα, για να κάμετε μαντζούνι για τη γυναίκα σου!... επειδή είχα μάθει πως ήτον άρρωστη... Καλά που βρέθηκε η πόρτα ανοιχτή!... Μπαίνω μέσα... Ακούω, μπλούμ! την τρομάρα που πήρα! Τα δύο κορίτσια, καθώς έπαιζαν με την καλαμιά, έπεσαν στην στέρνα... Κατά πως φαίνεται, όσο μπόρεσα να καταλάβω, είχαν πιάσει καυγά ποιά να κρατή την καλαμιά, για να βγάλη τάχα τα ψάρια... Η μικρή ήθελε ν' αρπάξη την καλαμιά απ' τη μεγάλη... Σπρώχνοντας η μεγάλη τη μικρή, την έρριξε μες στο νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πώς φαίνεται, την ετράβηξε μαζί της μες στη στέρνα. (Η Φραγκογιαννού είχε αυτοσχεδιάσει την ερμηνείαν ταύτην εκ του προχείρου, και εξ εμπνεύσεως). Αχ! την τρομάρα που πήρα! Ακούω ένα μπλούμ! Καλά που βρέθηκα! Ο Θεός μ' έστειλε... Αμμή, έτσι αφήνουνε, χριστιανοί μου, μικρά κορίτσια, να παίζουν μοναχά τους κοντά στη στέρνα, γεμάτη νερό!...&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο Γιάννης ιδών τα δύο αναίσθητα σώματα εις τας ωχράς ακτίνας της αμφιλύκης, τραβών τα μαλλιά του, δάκνων τους αρμούς των δακτύλων του, απήντησεν:&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;— Ω!... τι αμαρτίες!... έχεις δίκιο, χριστιανή μου! Αχ!... και τι ήτον αυτό!... Κ' εγώ ήμουν κάτω στο χωράφι, κ' έβγαζα τα χορτάρια... και δεν ημπορούσα να ησυχάσω, το έρμο!... Ένα σαράκι μ' έτρωγε!... Και δεν εσυλλογίστηκα πως η στέρνα ήτον γεμάτη. Κ' είχα ένα φόβο, μιαν υποψία... έλεγα ν' αφήσω το βοτάνισμα, να 'ρθω, να τρέξω, στον μπαχτσέ πίσω... Κ' έλεγα, ο εξαποδώ κάτι μου σκαρώνει, κάτι μου μαγειρεύει... Και δε μου 'κανε καρδιά, ν' αφήσω τη δουλειά, το έρμο! Ωχ! δίκιο έχεις, ό,τι και να πης, χριστιανή μου. Αχ! αχ! τι αμαρτίες;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Και εν πολλή αγωνία, ο κηπουρός συνειργάσθη εις τα πρόχειρα εναντίον του πνιγμού μέσα, τα οποία συνίστα η πολύπειρος Φραγκογιαννού.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="dotted"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Η γραία Χαδούλα εξ ανάγκης έμεινε καθ' όλην εκείνην την νύκτα εις την καλύβην, όπου εδοκίμασεν όλα τα σπάνια και απερίγραπτα συναισθήματα της φόνισσας μεταβαλλομένης αίφνης εις ιάτρισσαν των ιδίων θυμάτων της. Με όλα τα κρεμάσματα και τας εντριβάς, τα οποία εφήρμοσεν αύτη, τα δύο κοράσια απέθαναν. Το πρωί έτρεξεν ο Γιάννης εις την πολίχνην διά να δώση είδησιν εις τας αρχάς, ενώ η Φραγκογιαννού μείνασα οπίσω εσυντρόφευε την άρρωστην μητέρα, κλαίουσαν και οδυρομένην, εξασκούσα και το έργον της παρηγορητρίας, σιμά εις το επάγγελμα της ιάτρισσας.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο ειρηνοδίκης και ο «εκπληρών τ' αστυνομικά» πάρεδρος ήλθον επί τόπου. Η Φραγκογιαννού ανακρινομένη διηγήθη την χθεσινήν εκδρομήν της, και την τυχαίαν διέλευσίν της από τον λαχανόκηπον. Είτα επανέλαβε σχεδόν κατά λέξιν όσα είχεν ειπεί εις τον πατέρα των δύο κορασίων: «Η μικρότερη ήθελε ν' αρπάξη την καλαμιά απ' την μεγαλύτερη. Σπρώχνοντας η μεγάλη την μικρή την έρριξε μέσα στο νερό, και πιάνοντας η μικρή την μεγάλη, κατά πως φαίνεται, την ετράβηξε μαζί της μες στη στέρνα». Ταύτα εξέφερε μάλλον ως συμπερασμούς η ανακρινομένη· διότι μόλις επάτησε το κατώφλιον της θύρας, έλεγε, κι άκουσε ένα&amp;nbsp;&lt;i&gt;μπλούμ&lt;/i&gt;! και δεν επρόφθασε να προλάβη την καταστροφήν, μόνον επήρε «μεγάλη τρομάρα».&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ο παρεπιδημών ιατρός, κ. Μ., ήλθεν, είδε τα πτώματα και συνέταξε την έκθεσίν του· απεφάνθη ότι τα δύο κοράσια επνίγησαν εκ πτώσεως εις το ύδωρ.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Ουδεμία ένδειξις ούτε υποψία υπήρχε κατά της Φραγκογιαννούς. Τα δυο μικρά πλάσματα τα εδιάβασεν εις ιερεύς ελθών, εις τον ναΐσκον του Αγ. Αντωνίου, και τα έθαψαν εκεί έξω, μεταξύ σχοίνων και θάμνων, πλησίον εις την βορείαν πλευράν του ναΐσκου.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;h4&gt;Ι'&lt;/h4&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Παρήλθον αι εορταί του Πάσχα. Την εβδομάδα του Θωμά, η γραία Χαδούλα, βοηθουμένη από την μικράν κόρην της, την Κρινιώ, έπλυνεν εντός της ευρείας αυλής του κυρ Αλεξάνδρου του Ροσμαή, γέροντος προκρίτου, όστις ήτο σύντεκνός της, και της είχε βαπτίσει σχεδόν όλα τα τέκνα. Εις το υπόστεγον μέρος της αυλής το καλούμενον λαδαρειό, δίπλα εις την πελωρίαν ξυλίνην καρούταν, ομοιάζουσαν πολύ με την Κιβωτόν του Νώε, όπως την ζωγραφίζουν, πλησίον εις το φρέαρ, και όπου η αναθάλλουσα τεραστία μορέα εξέτεινε τους μεγάλους καταπρασίνους κλώνας της, ως χιαστήν ευλογίαν διδομένην σταυροειδώς εις αξίους και αναξίους, ο μικρός κήπος φραγμένος με δρύφακτα&amp;nbsp;εξεδίπλωνε πολύχρωμα μεθυστικά άνθη εις δρόσον γλυκασμού και τρυφήν ομμάτων&amp;nbsp;δι' όλα του Θεού τα πλάσματα· δίπλα εις την μικράν κάμινον με την κτιστήν στέρναν των στεμφύλων, είχεν η Φραγκογιαννού την μεγάλην, βαθείαν σκάφην της, παραπλεύρως ταύτης άλλην σκάφην η Κρινιώ, και ακούραστοι αι δύο από δύο ημερών έπλυνον, εμπουγάδιαζαν, εξέβγαιναν, άπλωναν, εστέγνωναν, εμάζευαν, και ακόμα δεν είχον τελειώσει την καλήν των εργασίαν.&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Την δευτέραν ημέραν η Φραγκογιαννού είχεν ενοχληθή μεγάλως από τα τρεξίματα, τους θορύβους, και τα καμώματα ενός σμήνους μικρών παιδίων και κορασίων, τα οποία εισήλαυνον εντός της αυλής κ' εθορύβουν. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς, δέκα ή δεκαπέντε τον αριθμόν, εισέβαλλον εις την αυλήν, έτρεχαν εδώ-εκεί, εχοροπηδούσαν, εκυνηγούντο γύρω-γύρω εις την καρούταν, έπαιζον το κρυφτάκι, έκυπταν εις το φρέαρ, Νάρκισσοι διά να ιδούν την σκιάν των εις το ύδωρ, με κίνδυνον να πέσουν μέσα, εξέβαλλον μεγάλας, ανάρθρους φωνάς, ως Ηχοί, θυγάτρια κρυπτόμενα όπισθεν της καρούτας, εις τα σκοτεινά στενώματα, όπου τα έθελγεν ο παιγνιώδης φόβος – και όλα ταύτα με μεγάλην παιδικήν αδιακρισίαν και φορτικότητα, μη αφήνοντα την φίλεργον γραίαν και την κόρην της να κάμουν ήσυχαι την εργασίαν των.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="a"&gt;&lt;div style="margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; margin-right: 0px; margin-top: 0px;"&gt;Δύο πύλας είχεν η ευρεία αυλή, την μεγάλην και την μικράν. Και τας δύο τας είχε κλείσει επανειλλημένως η Γιαννού με τον μοχλόν, ή με το μάνδαλον, ελπίζουσα να εύρη ησυχίαν· κ' αι δύο ευρίσκοντο μετ' ολίγον ανοικταί εκάστοτε· τούτο διότι και οι ένοικοι ελάμβανον συχνά ανάγκην να εισέλθουν ή να εξέλθουν, και άλλοι εκτός των παιδίων έξωθεν ήρχοντο, συγγενείς ή φίλοι της οικίας. Έκαμε παραστάσεις εις την σεβασμίαν γερόντισσαν, την οικοκυράν, ήτις επανειλημμένως εμάλωσε τα παιδία, όλως αλυσιτελώς. Παρεπονέθη εις δύο γειτόνισσες, μητέρας τινών εκ των θορυβού
